Δέκα χρόνια μετά το δημοψήφισμα για το Brexit, το Λονδίνο επιχειρεί ένα νέο άνοιγμα προς τις Βρυξέλλες, με την επαναφορά των μειωμένων διδάκτρων για τους φοιτητές από την Ευρωπαϊκή Ένωση να βρίσκεται στην κορυφή της ατζέντας. Οι σχετικές διαπραγματεύσεις εντείνονται ενόψει της Συνόδου Κορυφής της 20ής Νοεμβρίου, όπου η βρετανική κυβέρνηση αναζητά μια νέα βάση στις σχέσεις της με την ΕΕ.
Σύμφωνα με δημοσίευμα των Financial Times, ο πρωθυπουργός Άντι Μπέρναμ αναμένεται να προτείνει τη δυνατότητα Ευρωπαίοι πολίτες να σπουδάζουν στο Ηνωμένο Βασίλειο καταβάλλοντας δίδακτρα αντίστοιχα με εκείνα των Βρετανών φοιτητών. Οι λεπτομέρειες της πρότασης, πάντως, δεν αναμένεται να οριστικοποιηθούν πριν από το επόμενο έτος, σύμφωνα με κυβερνητικές πηγές.
Μετά το Brexit, οι φοιτητές από την Ευρώπη θεωρούνται διεθνείς και επιβαρύνονται με πολύ υψηλότερα δίδακτρα. Σε αρκετές περιπτώσεις, αυτά είναι τριπλάσια ή τετραπλάσια σε σχέση με τις 9.790 λίρες που πληρώνουν οι Βρετανοί φοιτητές.
Το μέτρο είχε εξεταστεί και επί πρωθυπουργίας Κιρ Στάρμερ, πριν από την αποχώρησή του από την ηγεσία της κυβέρνησης τον περασμένο Ιούλιο. Στελέχη της τότε κυβέρνησης εκτιμούσαν ότι η επιβάρυνση για τον βρετανικό προϋπολογισμό θα μπορούσε να ανέλθει σε 450 εκατ. λίρες, ανάλογα με τον αριθμό των Ευρωπαίων φοιτητών που θα επέλεγαν βρετανικά πανεπιστήμια. Είχαν, παράλληλα, προειδοποιήσει ότι το κόστος δεν θα έπρεπε να μετακυλιστεί στα ίδια τα εκπαιδευτικά ιδρύματα.
Η κυβέρνηση Μπέρναμ θεωρεί υπερβολική τη συγκεκριμένη εκτίμηση, επιβεβαιώνει ωστόσο ότι η μείωση των διδάκτρων αποτελεί βασικό μέρος των προτάσεών της για τη Σύνοδο. Το Russell Group, η σύμπραξη κορυφαίων ερευνητικών πανεπιστημίων της Βρετανίας, προειδοποιεί από την πλευρά του ότι η επαναφορά του ευρωπαϊκού καθεστώτος θα μπορούσε να κοστίσει στα ιδρύματα περισσότερα από 500 εκατ. λίρες.
Η Ντάουνινγκ Στριτ υπογραμμίζει ότι ο στόχος είναι η οικοδόμηση μιας στενής και φιλόδοξης σχέσης με την ΕΕ, η οποία θα ενισχύσει τη βρετανική οικονομία και τη βιομηχανία, δημιουργώντας ταυτόχρονα νέες ευκαιρίες για τη νέα γενιά. Κυβερνητικές πηγές επισημαίνουν ακόμη ότι ο πρωθυπουργός θέλει να διατηρήσει τα βρετανικά πανεπιστήμια ως πόλο έλξης για φοιτητές και ερευνητές από ολόκληρο τον κόσμο.
Οι Βρυξέλλες ζητούν να διασφαλιστεί ότι όλοι οι Ευρωπαίοι φοιτητές θα έχουν πρόσβαση στο καθεστώς των εγχώριων διδάκτρων. Το ζήτημα αφορά άμεσα και αρκετούς Ευρωπαίους αξιωματούχους και διπλωμάτες, καθώς τα παιδιά τους σπουδάζουν σε βρετανικά πανεπιστήμια.
Παράλληλα, η Ευρωπαϊκή Ένωση πιέζει για τη χορήγηση 150.000 θεωρήσεων εισόδου κάθε χρόνο σε νέους Ευρωπαίους. Η αρχική πρόταση του Λονδίνου έκανε λόγο για 50.000 θεωρήσεις, ενώ οι διαπραγματεύσεις φαίνεται να οδηγούν σε συμβιβασμό κοντά στις 100.000.
Ο Άντι Μπέρναμ επιδιώκει επίσης να περιληφθεί στο τελικό ανακοινωθέν ρητή αναφορά στον ρόλο της Βρετανίας ως «αξιόπιστου εταίρου». Με αυτόν τον τρόπο θέλει να εξασφαλίσει τη μελλοντική συμμετοχή της χώρας στο υπό διαμόρφωση ευρωπαϊκό πρόγραμμα επιδοτήσεων και προμηθειών «Made in Europe», το οποίο αναμένεται να αποκτήσει νομική υπόσταση εντός του 2027.
Στην ατζέντα των συνομιλιών βρίσκονται ακόμη το πρόγραμμα κινητικότητας για νέους ηλικίας 18 έως 30 ετών, η διευκόλυνση του εμπορίου τροφίμων και η διασύνδεση των συστημάτων εμπορίας δικαιωμάτων εκπομπών ρύπων. Οι διαβουλεύσεις αναμένεται να κορυφωθούν την Τετάρτη, όταν οι πρεσβευτές των 27 κρατών-μελών θα εξετάσουν εάν θα εγκρίνουν το προσχέδιο της συμφωνίας.
Το Λονδίνο εκτιμά ότι μια άμεση συμφωνία θα μπορούσε να αυξήσει το ΑΕΠ κατά 0,3%. Ο μακροπρόθεσμος στόχος της κυβέρνησης Μπέρναμ είναι, ωστόσο, η επίτευξη ακόμη μεγαλύτερων αναπτυξιακών οφελών μέσα από τη σταδιακή σύγκλιση με την ευρωπαϊκή αγορά.
Ευρωπαίος διπλωμάτης ανέφερε ότι δεν έχει επιτευχθεί ακόμη οριστική συμφωνία ούτε για τα δίδακτρα ούτε για το πρόγραμμα «Made in Europe». Όπως σημείωσε, κοινή επιδίωξη είναι η Σύνοδος να αποτελέσει ένα θετικό βήμα στις σχέσεις των δύο πλευρών, ενώ οι τεχνικές λεπτομέρειες παραπέμπονται στο 2027.
Η πρωτοβουλία του Βρετανού πρωθυπουργού έχει ήδη προκαλέσει θετικές αντιδράσεις από Ευρωπαίους ηγέτες, όπως ο Γάλλος πρόεδρος Εμανουέλ Μακρόν και ο Ισπανός πρωθυπουργός Πέδρο Σάντσεθ. Την ίδια ώρα, η πρώην Βρετανίδα υπουργός Οικονομικών Ρέιτσελ Ριβς δήλωσε στους Sunday Times ότι το μέλλον της Βρετανίας βρίσκεται στην Ευρωπαϊκή Ένωση.
Στο εσωτερικό της βρετανικής κυβέρνησης, πάντως, οι αντιδράσεις δεν είναι ενιαίες. Η πρόθεση του Άντι Μπέρναμ να ανοίξει ακόμη και τη συζήτηση για την ελεύθερη κυκλοφορία προσώπων προκαλεί επιφυλάξεις σε μέλη του υπουργικού συμβουλίου.
Ο υπουργός Οικονομικών Τζον Χίλι δήλωσε στο ραδιόφωνο του LBC ότι δεν θεωρεί πιθανή την επανένταξη της Βρετανίας στην ΕΕ όσο ο ίδιος βρίσκεται εν ζωή. Αναγνώρισε, πάντως, ότι το Brexit είχε αρνητικές επιπτώσεις στην ανάπτυξη και το εμπόριο, υπογραμμίζοντας παράλληλα ότι η απόφαση του δημοψηφίσματος παραμένει δεδομένη και πως προτεραιότητα της κυβέρνησης πρέπει να είναι η αξιοποίηση των δυνατοτήτων της βρετανικής οικονομίας.
Επιφυλάξεις για το ενδεχόμενο επανένταξης εξέφρασε και ο υπουργός Επιχειρήσεων Τζόναθαν Ρέινολντς. Σε συνέντευξή του στη Sun αναφέρθηκε στους προβληματισμούς του για τη μελλοντική πορεία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, κάνοντας ιδιαίτερη μνεία στην άνοδο της γαλλικής ακροδεξιάς.
Ο Ρέινολντς σημείωσε ότι παραμένει αβέβαιο προς ποια κατεύθυνση θα κινηθεί η Ένωση υπό την επίδραση των ισχυρών πολιτικών ρευμάτων στα κράτη-μέλη. Παράλληλα, εξέφρασε προβληματισμό για τον τρόπο με τον οποίο οι Βρυξέλλες προσεγγίζουν τη ρύθμιση της τεχνολογίας και της Τεχνητής Νοημοσύνης.

