Ο Μπενιαμίν Νετανιάχου κατάφερε να αποφύγει την ήττα στις εκλογές του Ισραήλ, παρά τη φθορά και την πολιτική πίεση που είχε συσσωρευτεί εις βάρος του. Το αποτέλεσμα μπορεί να συνιστά αριθμητική αποδοκιμασία για τον «Μπίμπι», επιβεβαιώνει όμως ταυτόχρονα ότι η απόρριψη του ίδιου και της πολιτικής του δεν αρκεί για να συγκροτήσει ένα πειστικό εναλλακτικό σχέδιο διακυβέρνησης.
Το λεγόμενο «μπλοκ της αλλαγής», με επικεφαλής τον Γκάντι Αϊζενκοτ, προσήλθε στην εκλογική αναμέτρηση έχοντας σταθερό προβάδισμα στις δημοσκοπήσεις και την αίσθηση ότι η ανατροπή ήταν εφικτή. Η προσεκτική στρατηγική του, ωστόσο, η οποία βασίστηκε σχεδόν αποκλειστικά στην αντιπαράθεση με τον Νετανιάχου, δεν του έδωσε την απαιτούμενη δυναμική.
Λίγο πριν κατευθυνθεί στην κάλπη, την Τρίτη, ο Αϊζενκοτ επισκέφθηκε τον τάφο του γιου του, Γκαλ. Ο 25χρονος σκοτώθηκε στα τέλη του 2023 στη Γάζα, κατά τη διάρκεια επιχείρησης για τη διάσωση ομήρων. Η κίνηση αυτή δεν ήταν απλώς μια προεκλογική εικόνα, αλλά παρέπεμπε στο προσωπικό του πένθος και στη δέσμευσή του να δικαιώσει τη θυσία του γιου του, χαράσσοντας μια διαφορετική πορεία για το Ισραήλ.
Στο τελικό αποτέλεσμα καθοριστικό ρόλο φαίνεται πως έπαιξαν και οι σύμμαχοι του Αϊζενκοτ, οι οποίοι δεν συσπειρώθηκαν πραγματικά πίσω από την υποψηφιότητά του. Παράλληλα, λειτούργησε και η διαφορετική εικόνα των δύο αντιπάλων: σοβαρός και έντιμος ο ένας, τουλάχιστον σύμφωνα με τη δημόσια παρουσία του, άνθρωπος χωρίς φραγμούς ο άλλος, όπως τον περιγράφει στη «Haaretz» ο Αμος Χάρελ.
Ο Νετανιάχου, αντίθετα, επιβεβαίωσε για ακόμη μία φορά ότι είναι μαέστρος της πολιτικής επιβίωσης. Επένδυσε στην ικανότητά του να καλλιεργεί και να αξιοποιεί τους φόβους των Ισραηλινών για την ασφάλειά τους, μετατρέποντας την ανασφάλεια σε βασικό εκλογικό δίλημμα.
Διάφορες μελέτες, εξήγησε στην ισραηλινή τηλεόραση ο Ασα Σαπίρα, ειδικός στην πολιτική επικοινωνία, δείχνουν ότι «οι άνθρωποι που έχουν μεγαλύτερη τάση να αισθάνονται φόβο ψηφίζουν συχνότερα τη Δεξιά», όχι μόνο στο Ισραήλ, αλλά παντού. Τα κινδυνολογικά μηνύματα του Νετανιάχου, όπως η ΑΙ εικόνα μιας ιρανικής πυρηνικής βόμβας πάνω από το Τελ Αβίβ, πιθανότατα «έβγαλαν τους αναποφάσιστους από το σπίτι» ή «τους απέτρεψαν από το να ψηφίσουν άλλα κόμματα».
«Είναι μια αποτελεσματική στρατηγική», καθώς θέτει στους ψηφοφόρους το ερώτημα «αν είναι διατεθειμένοι να αναλάβουν το ρίσκο της αλλαγής». Παράλληλα με τον φόβο νέων επιθέσεων, ο Νετανιάχου καλλιεργούσε ήδη από την προεκλογική περίοδο και έναν ακόμη βαθύτερα ριζωμένο φόβο στην εβραϊκή πλειοψηφία της ισραηλινής κοινωνίας: τον φόβο απέναντι στους Αραβες, ακόμη και όταν πρόκειται για πολίτες του Ισραήλ.
Μέσα σε αυτό το κλίμα, η συνεργασία του «μπλοκ της αλλαγής» με τα αραβικά κόμματα μοιάζει εξαιρετικά δύσκολη, καθώς αιωρούνται σε βάρος τους υποψίες ότι «έκλεψαν» τις εκλογές με καταριανό χρήμα. Την ίδια στιγμή, η προσφυγή σε νέες εκλογές θα έκρυβε μεγάλο ρίσκο, αφού όλοι προεξοφλούν ότι το μπλοκ θα είχε χειρότερη επίδοση.
Αν ο Νετανιάχου πραγματοποιήσει, μετά τις midterms, όπως φημολογείται, νέα επίθεση στο Ιράν μαζί με τον Πρόεδρο των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ, τότε η παγίδα γύρω από τον Γκάντι Αϊζενκοτ θα κλείσει ερμητικά.

