Η κατάρρευση της σκεπής ενός εγκαταλελειμμένου σπιτιού στην Ακαδημία Πλάτωνος, στις 29 Οκτωβρίου, επανέφερε με τον πιο ανησυχητικό τρόπο το ζήτημα των επικίνδυνων κτιρίων στην Αθήνα. Ευτυχώς, από το περιστατικό δεν υπήρξαν τραυματισμοί, ωστόσο οι κάτοικοι αναφέρουν πως κάθε φορά που βρέχει πέφτουν κομμάτια από τα κτίσματα, ορισμένα από τα οποία παραμένουν «ξεχασμένα» ακόμη και για τέσσερις δεκαετίες.
Από το Σύνταγμα έως το Μοναστηράκι και του Ψυρρή, την πλατεία Κουμουνδούρου, την Ομόνοια, το Μεταξουργείο και τα Εξάρχεια, η εικόνα είναι γνώριμη: μισογκρεμισμένοι τοίχοι, επικίνδυνες ρωγμές, στέγες υπό κατάρρευση, σπασμένα τζάμια και κατεστραμμένα παντζούρια συνθέτουν ένα σκηνικό αστικής εγκατάλειψης.
Παρά την κινητικότητα που καταγράφεται στην αγορά ακινήτων και τις εργασίες αποκατάστασης σε ορισμένα κτίρια, το κέντρο της πρωτεύουσας εξακολουθεί να δίνει έντονα την αίσθηση της παραίτησης. Κάποια από τα άλλοτε «διαμάντια» της Αθήνας έχουν μετατραπεί σε επικίνδυνα αστικά ερείπια, με τμήματα των ετοιμόρροπων κατασκευών να απειλούν άμεσα τη ζωή και τη σωματική ακεραιότητα των περαστικών.
Ο Δήμος Αθηναίων δέχεται καθημερινά 15-20 αιτήματα ελέγχου για επικίνδυνα ή επικινδύνως ετοιμόρροπα κτίρια, δηλαδή κτίρια που χρήζουν άμεσης κατεδάφισης. «Αυτό σημαίνει ότι ετησίως φτάνουμε τα 1.000 αιτήματα, με αποτέλεσμα να υπάρχει μία απίστευτη συσσώρευση εκκρεμών υποθέσεων» αναφέρει στο tanea.gr ο Παναγιώτης Χαρλαύτης, αντιδήμαρχος Τεχνικών Υπηρεσιών, Δημοτικής Περιουσίας & Ψηφιακής Διακυβέρνησης.
Ο ίδιος εξηγεί: «Σε κάθε περίπτωση, συνήθως, αυτό που προκύπτει είναι ότι όσοι ιδιοκτήτες των ακινήτων ανταποκρίνονται, λαμβάνουν τα προσωρινά μέτρα, και μετά δεν γίνεται τίποτα. Εμείς, μετά από καταγγελία, έχουμε υποχρέωση να προχωρήσουμε σε έλεγχο, να συντάσσουμε εκθέσεις αυτοψίας και να τις κοινοποιούμε στον εισαγγελέα. Αυτά γίνονται, αλλά τις περισσότερες φορές, δεν υπάρχει ανταπόκριση».
Σύμφωνα με τον κ. Χαρλαύτη, στην Αθήνα υπάρχουν συνολικά 70 επικινδύνως ετοιμόρροπα κτίρια, για τα οποία πρέπει να προχωρήσει το τελευταίο στάδιο, αυτό της κατεδάφισης, καθώς κρίνονται επικίνδυνα για την ασφάλεια των πολιτών.
«Σύντομα θα προχωρήσουμε στην κατεδάφιση 12 κτιρίων. Το πρόβλημα με τα εγκαταλελειμμένα κτίρια είναι πολυδιάστατο και δεν υπάρχει ακριβής αριθμός, την στιγμή που τα χέρια των Δήμων, ουσιαστικά είναι δεμένα, αφού δεν μπορούμε να προχωρήσουμε στην αποκατάσταση».
Οι ιδιοκτήτες έχουν την υποχρέωση να διατηρούν τα ακίνητά τους σε κατάσταση που να μην εγκυμονεί κινδύνους για τον τραυματισμό ανθρώπων ή τη δημόσια υγεία. Παράλληλα, τα κτίρια δεν πρέπει να προσβάλλουν το φυσικό, το πολιτιστικό και το πολεοδομικό περιβάλλον ούτε να υποβαθμίζουν την ποιότητα ζωής στην περιοχή.
Ωστόσο, η αδιαφορία, η οικονομική αδυναμία πολλών ιδιοκτητών να προχωρήσουν σε συντήρηση ή αξιοποίηση, αλλά και το καθεστώς συνιδιοκτησίας αφήνουν τα συγκεκριμένα κτίσματα να «κρέμονται από μία κλωστή».
Για τον Παναγιώτη Χαρλαύτη, λύση θα μπορούσε να δώσει μια νομοθετική ρύθμιση που θα επέτρεπε στους δήμους να παρεμβαίνουν στα εγκαταλελειμμένα κτίρια. «Πριν από περίπου 10 χρόνια, έγινε μία ανάλογη προσπάθεια, ο Δήμος να τα επισκευάζει, να εκμεταλλεύεται τα ακίνητα και αργότερα να τα επιστρέφει. Ωστόσο, δεν προχώρησε».
Ιδιαίτερα σύνθετη είναι η κατάσταση στα διατηρητέα κτίρια. Η φθορά τους δεν αποτελεί μόνο απειλή για τη δημόσια ασφάλεια, αλλά οδηγεί και στην απώλεια ενός σημαντικού κομματιού της αρχιτεκτονικής και πολιτιστικής κληρονομιάς της Αθήνας. Τα συγκεκριμένα κτίρια διαμορφώνουν την ταυτότητα της πρωτεύουσας, όμως η προστασία και η αποκατάστασή τους παραμένουν δύσκολη υπόθεση.
Η πρόεδρος του Πανελλήνιου Συλλόγου Ιδιοκτητών Διατηρητέων Κτηρίων και Μνημείων, Γιώτα Βρεττάκου-Μιχαλοπούλου, ανέφερε στο tanea.gr πως τα περισσότερα ετοιμόρροπα κτίρια είναι διατηρητέα, καθώς έχουν χαρακτηριστεί με ΦΕΚ από κάποιο υπουργείο, όπως το ΥΠΕΝ και το ΥΠΟ, και δεν μπορούν να κατεδαφιστούν.
«Υπολογίζεται πως έχουμε περίπου 25-30.000 συγκεκριμένα κτίρια που έχουν χαρακτηριστεί ως διατηρητέα, ενώ στον δήμο Αθηναίων εκτιμάται πως είναι περίπου 2.500. Πρόκειται για τα πιο παλιά, του 19ου αιώνα και αρχές του 20υ. Από τότε επειδή δεν στηρίχθηκαν, τόσο κυριολεκτικά, όσο και μεταφορικά, οι φθορές έχουν προχωρήσει επιθετικά. Ενδεχομένως να έχουν τετραπλασιαστεί σε ποσοστό» επισημαίνει.
Η ίδια υπογραμμίζει ότι οι ιδιοκτήτες χρειάζονται ουσιαστική στήριξη, καθώς η διαδικασία για την έκδοση άδειας αποκατάστασης μπορεί να διαρκέσει ακόμη και 3-4 χρόνια. «Η άδεια αποκατάστασης είναι ένα τρομακτικό σκέλος. Δεν είναι μόνο η γραφειοκρατία, αλλά η εμπλοκή των διαφορετικών υπουργείων και των αρχιτεκτονικών επιτροπών που δημιουργούν ένα τεράστιο βάρος στον ιδιοκτήτη, τόσο χρονικό όσο και οικονομικό. Οι επισκευές είναι πανάκριβες. Εκεί που λέγαμε ότι μπορεί να χρειάζονται 200.000 ευρώ, τώρα μπορεί να μην φτάνουν 500.000 ευρώ. Πρόκειται για εξειδικευμένες μεθόδους που ζητούν και ειδικούς τεχνίτες».
Η κα Βρεττάκου θεωρεί απαραίτητη την ενεργή συμμετοχή του κράτους στη διάσωση των διατηρητέων. «Το κτίριο του ιδιοκτήτη είναι διώροφο, την στιγμή που ο διπλανός του μπορεί να χτίσει 6-8 ορόφους. Δεν του επιτρέπουμε να εξαντλήσει τον συντελεστή δόμησης, που δικαιούνται όλοι οι γείτονες του. Η μεταφορά του συντελεστή δεν έχει λειτουργήσει εδώ και 35 χρόνια, ενώ θα μπορούσε να υπάρξει λύση, εάν οι ιδιοκτήτες αυθαιρέτων είχαν υποχρεωθεί να αγοράσουν συντελεστή για την τακτοποίηση των ακινήτων τους».
«Η Ελλάδα, είναι η μοναδική ευρωπαϊκή χώρα που δεν προστατεύει τα αρχιτεκτονικά στολίδια της», λέει επανειλημμένα η πρόεδρος του Πανελλήνιου Συλλόγου Ιδιοκτητών Διατηρητέων Κτηρίων και Μνημείων. «Είναι σαν να μην δίνουμε σημασία. Το κράτος δεν αποκαθιστά ούτε τα δικά του διατηρητέα. Αφήνουμε τις πόλεις μας να καταστρέφονται».

