Οι Ισραηλινοί προσέρχονται σήμερα στις κάλπες για μία από τις πιο κρίσιμες και αμφίρροπες εκλογικές αναμετρήσεις στην ιστορία της χώρας. Το αποτέλεσμα παραμένει απολύτως ανοιχτό, καθώς κανένα από τα δύο βασικά στρατόπεδα δεν φαίνεται να μπορεί να εξασφαλίσει τις 61 από τις 120 έδρες της Κνεσέτ, ούτε ακόμη και να στηριχθεί με βεβαιότητα σε κυβέρνηση μειοψηφίας.
Στην εξίσωση μπαίνουν και αστάθμητοι παράγοντες: περίπου μισό εκατομμύριο νέοι ψηφοφόροι, που αντιστοιχούν στο 8,2% του εκλογικού σώματος, αλλά και 70.000 Ισραηλινοί που ζουν στο εξωτερικό. Σε αυτό το σκηνικό, ο Μπενιαμίν Νετανιάχου δίνει μάχη για την πολιτική του επιβίωση, ενώ ο Γκάντι Αϊζενκοτ επιχειρεί να μετατρέψει το στρατιωτικό του κύρος σε κυβερνητική προοπτική.
Ο Νετανιάχου έχει επιβιώσει από εκλογικές ήττες, αποστασίες, κυβερνητικές καταρρεύσεις και αμέτρητες πολιτικές νεκρολογίες που γράφτηκαν από τους αντιπάλους του. Στα 77 του, ο μακροβιότερος πρωθυπουργός του Ισραήλ εξακολουθεί να αποτελεί τον άξονα γύρω από τον οποίο περιστρέφεται ολόκληρη η πολιτική ζωή της χώρας: όλοι είναι είτε μαζί του είτε εναντίον του.
Ακριβώς αυτή η αντοχή του αποτελεί για τους υποστηρικτές του το μεγαλύτερο προσόν του και για τους επικριτές του το βασικό πρόβλημα του Ισραήλ. Ο καταδρομέας της επίλεκτης Σαγιέρετ Ματκάλ, απόφοιτος του ΜΙΤ και πρώην πρεσβευτής στον ΟΗΕ, έφερε στην πολιτική σκηνή την τηλεοπτική άνεση που απέκτησε έχοντας ζήσει συνολικά 18 χρόνια στις ΗΠΑ, από την παιδική του ηλικία.
Κέρδισε για πρώτη φορά την πρωθυπουργία το 1996, επέστρεψε στην εξουσία το 2009 και κυβέρνησε έως το 2021, πριν επανέλθει το 2022. Στο διάστημα αυτό, το Λικούντ ταυτίστηκε σταδιακά με τον αρχηγό του. Ο Νετανιάχου διαβάζει τους πολιτικούς συσχετισμούς, κινητοποιεί έναν ιδιαίτερα πιστό, αν και εμφανώς φθαρμένο, πυρήνα ψηφοφόρων και μετατρέπει κάθε επίθεση εναντίον του σε εργαλείο συσπείρωσης απέναντι στο κατεστημένο που καταγγέλλει: την άλλη πλευρά και τη Δικαιοσύνη.
Ως υπουργός Οικονομικών προώθησε μεταρρυθμίσεις που συνέβαλαν στην ανάπτυξη, αλλά συνοδεύτηκαν από περικοπές κοινωνικών παροχών και έντονες αντιδράσεις. Ως πρωθυπουργός συνέδεσε το όνομά του με τις Συμφωνίες του Αβραάμ και το άνοιγμα προς αραβικά κράτη. Η σκληρή στάση του απέναντι στο ιρανικό πυρηνικό πρόγραμμα, όπως και η σχέση του με τον Πρόεδρο των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ, παραμένουν βασικά πολιτικά του όπλα.
REUTERS/Kevin Coombs/File Photo
Το βαρύτερο πλήγμα στην εικόνα του έχει ημερομηνία την 7η Οκτωβρίου 2023. Ο ηγέτης που έχτισε την καριέρα του πάνω στην υπόσχεση της ασφάλειας βρισκόταν στην πρωθυπουργία όταν οι τρομοκράτες διέπραξαν τη σφαγή. Οι υποστηρικτές του προβάλλουν τα πλήγματα που ακολούθησαν κατά της Χαμάς, όμως οι αντίπαλοί του υποστηρίζουν ότι οι στρατιωτικές επιτυχίες δεν μπορούν να διαγράψουν την αποτυχία, επικαλούμενοι και τις αποκαλύψεις ότι αγνόησε προειδοποιήσεις.
Την ίδια ώρα, η πρωθυπουργία του συνυπάρχει με το εδώλιο. Δικάζεται για απάτη και παραβίαση εμπιστοσύνης σε τρεις υποθέσεις, καθώς και για δωροληψία σε μία ακόμη. Το κατηγορητήριο αφορά πολυτελή δώρα, πούρα και σαμπάνιες, αλλά και φερόμενες συμφωνίες για ευνοϊκή δημοσιογραφική κάλυψη.
Ο ίδιος αρνείται όλες τις κατηγορίες και καταγγέλλει πολιτική δίωξη. Παράλληλα, αντιμετωπίζει ένταλμα του Διεθνούς Ποινικού Δικαστηρίου για φερόμενα εγκλήματα πολέμου και εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας στη Γάζα, τα οποία επίσης απορρίπτει.
Η σύγκρουσή του με τη Δικαιοσύνη, αλλά και η εξάρτηση της κυβέρνησής του από υπερορθόδοξους και ακροδεξιούς εταίρους, έχουν βαθύνει την πόλωση. Η εξαίρεση των υπερορθόδοξων από τη στράτευση έχει συσπειρώσει εναντίον της σχεδόν όλους τους υπόλοιπους, ενώ σε μια κοινωνία εξαντλημένη από τις συνεχείς επιστρατεύσεις, το 87% ζητά την κατάργησή της.
Ο Νετανιάχου γνωρίζει, πάντως, ότι η πολιτική φθορά δεν σημαίνει αυτομάτως απομάκρυνση από την εξουσία. Χρειάζεται έναν αντίπαλο με 61 έδρες, ο οποίος θα πείθει ότι είναι σε θέση να κυβερνήσει. Το τελευταίο του χαρτί βρίσκεται ακριβώς στη διαφορά ανάμεσα στην επιθυμία των πολιτών να φύγει και στην ικανότητα των αντιπάλων του να σχηματίσουν βιώσιμη κυβέρνηση.
Απέναντί του στέκεται ο Γκάντι Αϊζενκοτ, ένας άνθρωπος που γνωρίζει τον πόλεμο από δύο πλευρές: ως στρατηγός που στέλνει στρατιώτες στη μάχη και ως πατέρας που χρειάστηκε να θάψει τον γιο του σε αυτήν. Τον Δεκέμβριο του 2023, ο 25χρονος Γκαλ σκοτώθηκε στη Γάζα, ενώ ο πατέρας του συμμετείχε στο πολεμικό συμβούλιο. Η απώλεια αυτή συνοδεύει κάθε δημόσια εμφάνισή του, ακόμη και όταν δεν γίνεται άμεση αναφορά σε αυτή.
REUTERS/Amir Cohen
Στα 66 του, γιος μαροκινών μεταναστών, ο Αϊζενκοτ διεκδικεί την πρωθυπουργία με χαμηλούς τόνους και το κύρος μιας στρατιωτικής διαδρομής τεσσάρων δεκαετιών. Ξεκίνησε από την ταξιαρχία Γκολάνι, ανέλαβε τη Βόρεια Διοίκηση και έφτασε στην ηγεσία των ενόπλων δυνάμεων, τις οποίες διοίκησε από το 2015 έως το 2019. Στη διάρκεια της θητείας του πραγματοποιήθηκε η επιχείρηση εντοπισμού και καταστροφής των διασυνοριακών σηράγγων της Χεζμπολάχ.
Εάν καταφέρει να σχηματίσει κυβέρνηση, θα γίνει ο πρώτος πρωθυπουργός μιζραχίτικης καταγωγής, εκπροσωπώντας στην κορυφή της εξουσίας τους Εβραίους της Μέσης Ανατολής και της Βόρειας Αφρικής. Πρόκειται για μια παραδοσιακά σημαντική δεξαμενή ψηφοφόρων του Λικούντ, γεγονός που προσδίδει ιδιαίτερη πολιτική σημασία στη δική του υποψηφιότητα.
Η δημόσια πραότητά του, ωστόσο, συνυπάρχει με σκληρές θέσεις στα ζητήματα ασφάλειας. Το όνομά του συνδέθηκε με το Δόγμα Νταχίγια, δηλαδή τη χρήση συντριπτικής ισχύος εναντίον περιοχών από τις οποίες εκδηλώνονται επιθέσεις, με εκτεταμένες καταστροφές που αποσκοπούν στην αποτροπή. Οι επικριτές αυτής της προσέγγισης εστιάζουν στο βαρύ κόστος για τους αμάχους και τις υποδομές.
Ο Αϊζενκοτ μπήκε στην πολιτική το 2022, στο πλευρό του Μπένι Γκαντς. Μετά την 7η Οκτωβρίου εντάχθηκε στην κυβέρνηση έκτακτης ανάγκης ως υπουργός και παρατηρητής στο στενό πολεμικό συμβούλιο. Αποχώρησε τον Ιούνιο του 2024, καταγγέλλοντας έλλειψη στρατηγικών αποφάσεων, ενώ το 2025 απομακρύνθηκε και από τον Γκαντς, ιδρύοντας το Γιασάρ, μια ονομασία που σημαίνει «ευθύς».
Η πολιτική του πρόταση βασίζεται στην αποκατάσταση της εμπιστοσύνης των πολιτών. Περιλαμβάνει έρευνα για την καταστροφή της 7ης Οκτωβρίου, δικαιότερη κατανομή του στρατιωτικού βάρους και περιορισμό της επιρροής των ακραίων εταίρων του Νετανιάχου. Στα θέματα ασφάλειας, πάντως, παραμένει γεράκι: ζητά την εξουδετέρωση της στρατιωτικής ισχύος της Χαμάς, αποκλείει τη δημιουργία παλαιστινιακού κράτους και επιμένει ότι το Ιράν δεν πρέπει να αποκτήσει πυρηνικά όπλα.
Το στρατιωτικό βιογραφικό του προσφέρει αξιοπιστία, αλλά φέρνει στην επιφάνεια και παλιούς λογαριασμούς. Οι αντίπαλοί του υπενθυμίζουν ότι, ως αρχηγός των ενόπλων δυνάμεων, υποστήριζε την άποψη πως η Χαμάς μπορούσε να ανακοπεί και να περιοριστεί. Ο ίδιος ζητά έρευνα που θα καλύπτει και τα χρόνια της δικής του θητείας.
Η πολιτική του εμπειρία, ωστόσο, παραμένει περιορισμένη σε σχέση με την εξειδίκευση του Νετανιάχου στους πολιτικούς ελιγμούς. Η δυσκολότερη δοκιμασία μπορεί να αρχίσει μετά την κάλπη: ακόμη και αν αναδειχθεί πρώτος, θα χρειαστεί εταίρους, συμβιβασμούς και αριθμούς που δεν έχει εξασφαλισμένους. Και αφού γεφυρώσει τα «όχι» των πιθανών συμμάχων του, θα πρέπει να αποδείξει ότι μπορεί να κυβερνήσει σε μία από τις πιο δύσκολες περιόδους της σύγχρονης ιστορίας του Ισραήλ.

