Άννα Εμμανουήλ στα «ΝΕΑ»: «Η τέχνη του δρόμου γίνεται λαϊκή όταν μετατρέπεται σε συλλογική μνήμη»

Share

Η τέχνη αποκτά πραγματικό νόημα όταν δεν αποκλείει κανέναν από την εμπειρία της. Αυτή είναι η βασική αρχή που διατρέχει τόσο τη δουλειά στην ειδική αγωγή όσο και την εικαστική και συγγραφική δημιουργία. «Η πρόσβαση στην εκπαίδευση και στην τέχνη δεν είναι παραχώρηση· είναι η αναγνώριση ότι καμία μορφή δεν είναι πλήρης αν δεν μπορεί να την αγγίξει κι εκείνος που δεν τη βλέπει».

Η ειδική αγωγή, άλλωστε, έχει δείξει πως η πραγματική ένταξη ξεκινά όταν η αφή παύει να θεωρείται προνόμιο και αντιμετωπίζεται ως δικαίωμα. Παρότι έχουν γίνει βήματα μέσα από εργαστήρια και μεμονωμένες πρωτοβουλίες, τα μουσεία εξακολουθούν να προστατεύουν συχνά τα έργα περισσότερο από τους ανθρώπους που θέλουν να τα γνωρίσουν, ενώ στα σχολεία η τέχνη διδάσκεται πολλές φορές ως θέαμα και όχι ως εμπειρία.

Σου αρέσει να διαβάζεις τον ΑΘΛΟ;Βλέπε συχνότερα τις ειδήσεις μας στις Κορυφαίες Ειδήσεις της Google.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η «Γκερνίκα». Η μετατροπή του έργου σε ανάγλυφη μορφή δεν ήταν απλώς μια τεχνική προσαρμογή, αλλά μια προσπάθεια να μεταφερθεί η κραυγή του πίνακα στα δάχτυλα ενός παιδιού που δεν βλέπει. Όταν το χέρι ακολουθεί τις γραμμές του αλόγου, του παιδιού και της λάμπας, ο πόλεμος παύει να είναι εικόνα και γίνεται υφή, πίεση και κατεύθυνση. «Η τέχνη που απαγορεύει την αφή είναι μισή. Οταν επιτρέπει το άγγιγμα, γίνεται ολόκληρη».

Η ίδια ανάγκη για επικοινωνία με το κοινό βρίσκεται και στη street art. Η τοιχογραφία στον Βόλο, που δημιουργήθηκε μαζί με τον Στράτο Μπόμπολο στη μνήμη του Γιώργου Μαζωνάκη και προβλήθηκε από το MEGA, δεν σχεδιάστηκε ως ένα συμβατικό μνημείο. «Δεν γεννήθηκε ως μνημείο· γεννήθηκε ως ανάσα».

Το σαρίκι, τα κόκκινα λουλούδια και ο στίχος «Ανήκω σε μένα και στα όνειρά μου» λειτουργούν ως βασικά στοιχεία μιας σύνθεσης που μιλά για την αντίσταση του ανθρώπου απέναντι στη φθορά και στον χρόνο. Ο Γιώργος Μαζωνάκης ανήκε στον λαό με τον τρόπο που ανήκει ένα τραγούδι σε εκείνον που το τραγουδά χωρίς να το έχει προσχεδιάσει, καθώς του ξεφεύγει από τα χείλη στην καθημερινή διαδρομή.

Η δημόσια τέχνη δεν περιμένει τον θεατή σε έναν απομονωμένο εκθεσιακό χώρο. Στέκεται εκεί όπου κινείται ο ίδιος ο κόσμος και τον καλεί να σταματήσει, όχι απλώς για να θαυμάσει, αλλά για να αναγνωρίσει κάτι προσωπικό, κάτι που ίσως είχε ξεχάσει. Ο τοίχος γίνεται έτσι κομμάτι της καθημερινότητας, όπως το πεζοδρόμιο ή η μυρωδιά του φούρνου. Δεν επιβάλλεται· συνυπάρχει.

Οι πρώτες αντιδράσεις των περαστικών είναι κυρίως αυθόρμητες και σωματικές. Κάποιος κοντοστέκεται, κάποιος πλησιάζει, κάποιος σηκώνει το τηλέφωνό του για να φωτογραφίσει το έργο, ενώ άλλος συνεχίζει τον δρόμο του, αλλά με πιο αργό βήμα. Αυτή ακριβώς είναι η δύναμη της street art: η αμεσότητα.

Δεν απαιτεί εισιτήριο ούτε επίσκεψη σε μουσείο και δεν προστατεύεται από γυαλί. Εκτίθεται στον καιρό, στη σκόνη, ακόμη και στο χέρι που μπορεί να την αγγίξει ή να τη χαράξει. Όταν προκαλεί συγκίνηση ή αμηχανία, έχει ήδη πετύχει τον στόχο της, καθώς έχει ενταχθεί στον ρυθμό της πόλης και δεν μπορεί να απομακρυνθεί χωρίς να αφήσει πίσω της ένα κενό.

Η επιλογή του Γιώργου Μαζωνάκη συνδέεται και με την έννοια της λαϊκότητας. «Η λαϊκότητα δεν είναι απλοποίηση· είναι η ικανότητα ενός έργου να μιλάει σε ανθρώπους οι οποίοι δεν έχουν διαβάσει θεωρία, δεν έχουν πάει σε έκθεση, που όμως ξέρουν τι σημαίνει να ανήκεις κάπου και ταυτόχρονα να ανήκεις μόνο στον εαυτό σου».

Η αλληλόδραση με το κοινό δεν χρειάζεται να είναι οργανωμένη ή προγραμματισμένη. Κάποιος μπορεί να σταθεί μπροστά στην τοιχογραφία και να πει δυνατά τον στίχο, κάποιος άλλος να φωτογραφίσει τα λουλούδια και ένας τρίτος να συνεχίσει βιαστικά, έχοντας όμως κρατήσει την εικόνα μέχρι το επόμενο φανάρι. Η τέχνη του δρόμου γίνεται πραγματικά λαϊκή όταν παύει να είναι «του καλλιτέχνη» και περνά στη συλλογική μνήμη του τόπου.

Παράλληλα με τα εικαστικά, σημαντικό κομμάτι της δημιουργικής πορείας αποτελεί η γραφή. Η νουβέλα «Σμιλεύοντας το Ονειρο» των Εκδόσεων Ιωλκός είναι μια λυρική αφήγηση για τον Γιαννούλη Χαλεπά, έναν δημιουργό που εξακολουθεί να γοητεύει επειδή κατάφερε να σμιλεύσει ακόμη και όταν του απαγόρευαν να δημιουργεί.

Η «Κοιμωμένη» δεν αντιμετωπίζεται μόνο ως ένα σπουδαίο γλυπτό, αλλά και ως απόδειξη ότι η μορφή μπορεί να επιβιώσει, ακόμη κι όταν ο ίδιος ο δημιουργός έχει καταστραφεί. Η αφετηρία για τη νουβέλα ήταν ένα όνειρο: ένα μικρό κορίτσι με λευκό φόρεμα άφηνε ένα κατακόκκινο λουλούδι στο στήθος του αγάλματος και το μάρμαρο άρχιζε να αναπνέει.

Στόχος δεν ήταν να γραφτεί μια βιογραφία του Χαλεπά, αλλά να αποτυπωθεί ο καθρέφτης που γίνεται για κάθε άνθρωπο ο οποίος προσπαθεί να δώσει μορφή σε κάτι που απειλεί να τον θρυμματίσει. Η ποίηση ξεκίνησε σχεδόν ταυτόχρονα με την ενηλικίωση, με επιρροές από τον Καβάφη στην ακρίβεια του πόνου, τον Σεφέρη στη σιωπή ανάμεσα στους στίχους και την ίδια την ελληνική γλώσσα, όταν αυτή μετατρέπεται σε σώμα και όχι απλώς σε εργαλείο. Από αυτή την ανάγκη γεννήθηκε και η συλλογή «Εστί Ηδονή», ως προσπάθεια να ονομαστεί εκείνο που δεν λέγεται χωρίς να προδοθεί.

Η επιλογή ανάμεσα στην ποίηση και το πεζό δεν υπακούει σε κάποιο προκαθορισμένο κριτήριο. Την υπαγορεύει η ίδια η φύση του υλικού. Όταν το συναίσθημα είναι θραύσμα και η λέξη πρέπει να σταθεί μόνη της απέναντι στη σιωπή, παίρνει τη μορφή ποιήματος. Όταν χρειάζεται να κινηθεί μέσα στον χρόνο, να αποκτήσει σώμα και να αφήσει ίχνη, γίνεται πεζογραφία. «Η ποίηση μου έμαθε να ακούω. Η πεζογραφία μού έμαθε να δίνω φωνή σε αυτό που άκουσα».

Από τον τοίχο μιας πόλης έως τις σελίδες μιας νουβέλας και από το μάρμαρο του Χαλεπά έως την ανάγλυφη «Γκερνίκα», το ζητούμενο παραμένει η επικοινωνία. Μια τέχνη που δεν κλείνεται στον εαυτό της, αλλά συναντά τον περαστικό, τον αναγνώστη, το παιδί που δεν βλέπει και κάθε άνθρωπο που αναζητά έναν τρόπο να αγγίξει και να αγγιχτεί από ένα έργο.

ΟΙ ΑΘΛΗΤΙΚΕΣ ΜΕΤΑΔΟΣΕΙΣ ΤΗΣ ΗΜΕΡΑΣ - ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ ΤΗΛΕΟΡΑΣΗΣ
ΟΙ ΑΘΛΗΤΙΚΕΣ ΜΕΤΑΔΟΣΕΙΣ ΤΗΣ ΗΜΕΡΑΣ