Σκάνδαλο ΕΟΚ: Καμία πραγματική διάθεση κάθαρσης, απλώς επιλεκτικό ξεκαθάρισμα λογαριασμών με την υπογραφή Βρούτση και σεσημασμένων «σκηνοθετών»

Share

Ο MYTHBUSTER ξετυλίγει το κουβάρι των πολιτικών σκοπιμοτήτων και της απόπειρας εργαλειοποίησης του σκανδάλου της ΕΟΚ εναντίον του Ολυμπιακού, εξηγώντας γιατί πρόκειται για επιλεκτικό ξεκαθάρισμα λογαριασμών και όχι περί «αγνών προθέσεων για κάθαρση»

Η ευκολία με την οποία η κυβέρνηση εμφανίζεται σήμερα ως εγγυητής της κάθαρσης στο ελληνικό μπάσκετ θα μπορούσε να θεωρηθεί ενθαρρυντική, αν δεν συνοδευόταν από μια σειρά αντιφάσεων που απαιτούν πολύ περισσότερες εξηγήσεις από όσες προσφέρουν οι υπουργικές δηλώσεις. Ο Γιάννης Βρούτσης μίλησε για μια βαθιά πληγή, περιέγραψε την απώλεια αξιοπιστίας του αθλήματος και έσπευσε να πιστώσει στην αποτελεσματικότητα του κράτους τις δικαστικές εξελίξεις. Του ίδιου κράτους που επέτρεπε για δεκαετίες τη δράση ανθρώπων που οδήγησαν στον βούρκο το ελληνικό μπάσκετ.

Η τοποθέτησή του ότι «δεν αφήσαμε τίποτα στη σκιά» έχει ασφαλώς επικοινωνιακή ισχύ. Το ερώτημα είναι κατά πόσο αυτή η βεβαιότητα ανταποκρίνεται στην πραγματική έκταση των ελέγχων που ανακοινώθηκαν και κυρίως στην ιστορία ενός αθλήματος του οποίου οι θεσμικές παθογένειες δεν εμφανίστηκαν ξαφνικά τον Οκτώβριο του 2026. Εκτός αν ο κύριος Βρούτσης είναι νεογέννητος ή δεν ζούσε στην Ελλάδα μέχρι και πριν από λίγα χρόνια.

Σου αρέσει να διαβάζεις τον ΑΘΛΟ;Βλέπε συχνότερα τις ειδήσεις μας στις Κορυφαίες Ειδήσεις της Google.

Η σύλληψη και η προφυλάκιση προσώπων που κατείχαν σημαντικές θέσεις στο ελληνικό μπάσκετ, ανάμεσά τους και ο μέχρι πρότινος πρόεδρος της ΕΟΚ Βαγγέλης Λιόλιος, αποτελούν εξαιρετικά σοβαρές εξελίξεις. Η Δικαιοσύνη καλείται να εξετάσει συγκεκριμένες κατηγορίες και αποδεικτικά στοιχεία (από μάρτυρες που στην πλειοψηφία τους θα έπρεπε να ήταν κατηγορούμενοι και που η αξιοπιστία τους είναι πρακτικά ανύπαρκτη), χωρίς οι – βιαστικές και άρον άρον – αποφάσεις προσωρινής κράτησης να προδικάζουν την τελική ενοχή οποιουδήποτε.

Το πολιτικό ζήτημα, ωστόσο, είναι διαφορετικό. Αφορά το πώς η κυβέρνηση αντιλαμβάνεται την ανάγκη θεσμικής λογοδοσίας, μέχρι ποιο σημείο επιθυμεί να φτάσει η διερεύνηση των παθογενειών και αν η περίφημη επόμενη μέρα θα σημάνει πραγματική αλλαγή κανόνων ή απλώς ανακατανομή της εξουσίας. Γιατί μέχρι στιγμής, η σκηνοθεσία είναι κάκιστη και το μοντάζ ακόμη χειρότερο. Όπως οι φανέλες που τοποθετήθηκαν σε περίοπτη θέση με δήθεν σβησμένα λογότυπα και που δεν κατάλαβε κανείς τον λόγο κατάσχεσης και φωτογράφισής τους από τις Αρχές: τι σχέση έχουν τα προϊόντα εγκλήματος με δυο αναμνηστικές συλλεκτικές φανέλες του Ολυμπιακού ή κάποιες ατζέντες με το λόγκο του Ολυμπιακού και του Παναθηναϊκού, με την τελευταία να αποκρύπτεται χονδροειδώς από τους υπονόμους της «ενημέρωσης»;

Η δεκαετής υπόθεση και ο έλεγχος που ξεκινά από το 2024

Ας αρχίσουμε από τα στοιχεία, γιατί αυτά είναι περισσότερο αποκαλυπτικά από οποιονδήποτε αυθαίρετο ισχυρισμό και συλλογισμό. Η δημοσιευμένη λίστα των αναμετρήσεων για τις οποίες ζητήθηκαν στοιχεία στο πλαίσιο της δικαστικής έρευνας εκτείνεται από το 2016 έως το 2026. Περιλαμβάνει 49 αριθμημένες εγγραφές, μία από τις οποίες αφορά περισσότερους αγώνες, και καλύπτει ένα εντυπωσιακά μεγάλο φάσμα διοργανώσεων: από την Basket League μέχρι αναπτυξιακά, εφηβικά και σχολικά πρωταθλήματα.

Γιατί όμως από το 2016 και όχι π.χ. το 2011; Διότι απλούστατα δεν βολεύει το αφήγημα των… σκηνοθετών αφού εκεί δεν θα πρωταγωνιστεί ο «αρχικακοποιός» Βαγγέλης Λιόλιος. Ο οποίος θα πρέπει να δικαστεί (και να καταδικαστεί εφόσον κριθεί ένοχος) βάσει πραγματικών στοιχείων και όχι μέσω κοπτοραπτικής και συρραφής. Πρακτική συνήθης στους… μοντέρ, όπως γνωρίζουν όλοι.

Από τις 49 εγγραφές, οι 32 αφορούν την περίοδο πριν από το 2024. Πρόκειται για σχεδόν τα δύο τρίτα της δημοσιευμένης λίστας, ενώ το ενδιαφέρον είναι ότι η παλαιότερη αναμέτρηση χρονολογείται από τον Ιούνιο του 2016 και η τελευταία πριν από το χρονικό όριο του υπουργικού ελέγχου από τον Απρίλιο του 2023.

Την ίδια στιγμή, ο έκτακτος δημοσιονομικός και διαχειριστικός έλεγχος που ζήτησε ο Γιάννης Βρούτσης από τη Γενική Διεύθυνση Δημοσιονομικών Ελέγχων αφορά ρητά τα οικονομικά έτη 2024, 2025 και 2026. Με αυτή την επιλογή μένει εκτός του συγκεκριμένου ελέγχου ολόκληρη η οκταετία 2016–2023, παρότι το υλικό που εξετάζει η Δικαιοσύνη αναδεικνύει την ανάγκη να διερευνηθούν γεγονότα πολύ μεγαλύτερου χρονικού βάθους.

Εδώ χρειάζεται να γίνει μια ουσιαστική διάκριση. Η δικαστική διερεύνηση ενδεχόμενης χειραγώγησης αγώνων δεν ταυτίζεται με τον έλεγχο των οικονομικών της ομοσπονδίας, ούτε γνωρίζουμε ότι η χωριστή παρέμβαση της Εθνικής Αρχής Διαφάνειας περιορίζεται στα ίδια τρία έτη. Μπορούμε να το εικάσουμε παρ’ όλα αυτά αφού η ιστορία έχει πολλάκις αποδείξει πως οι περιβόητες «Ανεξάρτητες Αρχές» μόνο ανεξάρτητες δεν είναι στην Ελλάδα.

Επίσης, το γεγονός ότι ένας αγώνας περιλαμβάνεται στη λίστα δεν σημαίνει ότι έχει αποδειχθεί χειραγώγησή του. Η χρονική αναντιστοιχία όμως παραμένει και αποκτά ιδιαίτερη σημασία από τη στιγμή που ο υπουργός δεν περιορίζεται στην εξαγγελία ενός ελεγκτικού μέτρου, αλλά παρουσιάζει τη συνολική κρατική αντίδραση ως διαδικασία που δεν αφήνει τίποτα ανεξερεύνητο.

Για ποιον λόγο λοιπόν επιλέχθηκε το 2024; Υπήρξαν συγκεκριμένα λογιστικά, υπηρεσιακά ή νομικά κριτήρια που επέβαλαν αυτή την αφετηρία; Προβλέπεται συμπληρωματικός οικονομικός έλεγχος για παλαιότερες χρήσεις, εφόσον προκύψουν σχετικές ενδείξεις; Και ποιος έχει αναλάβει να εξετάσει πιθανές διαχειριστικές συνδέσεις ανάμεσα σε διαφορετικές περιόδους διοίκησης;

Ακριβώς γι’ αυτά η κυβέρνηση οφείλει να εξηγήσει την επιλογή της. Διαφορετικά, η εξαγγελία της πλήρους κάθαρσης θα εξακολουθεί να συνοδεύεται από ένα αναπάντητο ερώτημα για το πόσο πλήρης είναι πράγματι η διερεύνηση που η ίδια αποφάσισε να δρομολογήσει.

Το 2019 δεν διαγράφεται επειδή ενοχλεί τη σημερινή αφήγηση

Υπάρχει μια ιστορική διάσταση την οποία η σημερινή δημόσια αντιπαράθεση επιχειρεί συχνά να αντιμετωπίσει σαν να μην υπήρξε ποτέ. Οι θεσμικές συγκρούσεις στο ελληνικό μπάσκετ δεν ξεκίνησαν με την υπόθεση Λιόλιου. Προϋπήρχαν επί δεκαετίες, με επίκεντρο τη διοίκηση της ομοσπονδίας, τη λειτουργία της διαιτησίας και την αμφισβήτηση της ισονομίας ανάμεσα στους συλλόγους. Και κατά σύμπτωση, τα πρόσωπα για δεκαετίες ήταν πάνω – κάτω τα ίδια, με απειροελάχιστες αλλαγές. Για όλα αυτά φρόντιζε ο… Φαροφύλακας, Γεώργιος Βασιλακόπουλος.

Στις 13 Φεβρουαρίου 2019, ο Ολυμπιακός αποχώρησε στο ημίχρονο του ημιτελικού Κυπέλλου με τον Παναθηναϊκό στο ΟΑΚΑ, καταγγέλλοντας τη διαιτητική αντιμετώπισή του μετά από σφαγές ετών. Η απόφαση των Παναγιώτη και Γιώργου Αγγελόπουλου αποτέλεσε την αφετηρία του «Μέχρι Τέλους», μιας σύγκρουσης που ξεπέρασε γρήγορα τα όρια ενός αγώνα και εξελίχθηκε σε ανοιχτή αμφισβήτηση του εγχώριου συστήματος διαιτητικής και διοικητικής εξουσίας.

Οι Ερυθρόλευκοι απαίτησαν ουσιαστικές αλλαγές, έθεσαν ζήτημα ξένων διαιτητών και αμφισβήτησαν δημόσια τη δυνατότητα των υφιστάμενων μηχανισμών να εγγυηθούν συνθήκες ισονομίας. Η σύγκρουση είχε συγκεκριμένο κόστος. Ο Ολυμπιακός βρέθηκε εκτός εγχώριων διοργανώσεων, με την αναπτυξιακή του ομάδα να αγωνίζεται στην Α2, επιλέγοντας για ένα μεγάλο χρονικά διάστημα να στερηθεί τη δυνατότηα διεκδίκησης ελληνικών τίτλων με την πρώτη ομάδα του. Τίτλοι που κατά κανόνα ήταν έτσι κι αλλιώς «προγραμμένοι»…

Η επιλογή εκείνη υπήρξε αντικείμενο έντονης αντιπαράθεσης. Δεν ήταν όμως μια ανέξοδη επικοινωνιακή παράσταση, όπως επιχείρησαν κάποιοι να την παρουσιάσουν εκ των υστέρων. Μια διοίκηση που θεωρεί ότι αδικείται μπορεί να διαμαρτυρηθεί, να εκδώσει ανακοινώσεις ή να ακολουθήσει τη θεσμική οδό. Οι Αγγελόπουλοι επέλεξαν επιπλέον μια σύγκρουση που γνώριζαν ότι θα είχε άμεσες αγωνιστικές και οικονομικές συνέπειες για τον σύλλογό τους. Το κόστος το υπολόγισαν πολύ καλά, γνώριζαν ότι ήταν μεγάλο, όμως τίποτε δεν ήταν ικανό να τους αποτρέψει από τη μετωπική σύγκρουση με ένα σάπιο κατεστημένο.

Αυτό δεν αποδεικνύει ότι κάθε διαιτητική καταγγελία του Ολυμπιακού ήταν βάσιμη, παρότι όσοι ήταν ουδέτεροι και σχετικοί με το μπάσκετ μπορούσαν να τους δικαιώσουν χωρίς την παραμικρή αμφιβολία. Αποδεικνύει, όμως, ότι υπήρξε μια μακροχρόνια και επώδυνη θεσμική αντιπαράθεση, την οποία δεν μπορεί κανείς να διαγράψει από την ιστορία επειδή σήμερα εξυπηρετεί περισσότερο μια διαφορετική αφήγηση. Και σίγουρα, η εμπλοκή ανθρώπων που βρίσκονταν στο μπάσκετ πολύ πριν το 2024, το 2021 ή ακόμα και την εμφάνιση Λιόλιου στο άθλημα, συνιστά μια ξεκάθαρη δικαίωση για τους Ερυθρόλευκους.

Η ειρωνεία είναι ότι, επτά χρόνια αργότερα, οι δημόσιες τοποθετήσεις για την αξιοπιστία του ελληνικού μπάσκετ χρησιμοποιούν έννοιες που βρίσκονταν στον πυρήνα εκείνης της σύγκρουσης. Ακούγονται ξανά αναφορές στην ανάγκη θεσμικής προστασίας, στην ανεξαρτησία των ελεγκτικών μηχανισμών και στην αποκατάσταση της εμπιστοσύνης. Εκείνο που εξακολουθεί να λείπει είναι μια ολοκληρωμένη αποτίμηση του τρόπου με τον οποίο λειτούργησαν οι αρμόδιοι θεσμοί κατά τις προηγούμενες περιόδους και των ευθυνών που ενδεχομένως αναλογούν σε όσους είχαν την αρμοδιότητα της εποπτείας.

Από το «Μέχρι Τέλους» στο «100-0»: Όταν μια δικαστική υπόθεση μετατρέπεται σε όπλο αντιπαράθεσης

Η δημόσια παρέμβαση του Δημήτρη Γιαννακόπουλου αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα της ταχύτητας με την οποία μια σοβαρή δικαστική υπόθεση μπορεί να ενταχθεί στην προϋπάρχουσα αντιπαλότητα των δύο μεγάλων συλλόγων. Ο ιδιοκτήτης της ΚΑΕ Παναθηναϊκός επανήλθε με επιθέσεις προς τον Ολυμπιακό, ειρωνευόμενος την επιλογή του 2019 και συνδέοντας τις σημερινές καταγγελίες περί χειραγώγησης με την αξιοπιστία παλαιότερων πρωταθλημάτων.

Η συλλογιστική αυτή δεν μπορεί να αντέξει σε οποιαδήποτε κριτική αφού ακόμα και οι αφελέστεροι των αφελών μπορούν να αντιληφθούν ότι στερείται κάθε ίχνους λογικής. Όχι μόνο επειδή δεν υπάρχει πουθενά εμπλοκή του ονόματος του Ολυμπιακού ή στελέχους του αλλά και γιατί μόνο κάποιος άνθρωπος περιορισμένης νοημοσύνης θα μπορούσε να αποδεχτεί ότι ο Παναθηναϊκός αδικήθηκε και έχασε έστω και έναν τίτλο σε ένα άθλημα που το ήλεγχε απόλυτα από την κορυφή ως τη βάση του για δεκαετίες. Και που όταν έπαψε να ισχύει το 100-0, η ποσόστωση ήταν και πάλι φανερά υπέρ στη συντριπτική πλειοψηφία των περιπτώσεων. Όπως για παράδειγμα στον 3ο αλλά και τον 5ο τελικό του 2024, εκεί όπου τυφλοί είδαν και μουγγοί μίλησαν, προκειμένου να προκύψει η ανατροπή τίτλου από το ερυθρόλευκο 0-2.

Η απάντηση της ΚΑΕ Ολυμπιακός προς τον Δημήτρη Γιαννακόπουλο, με την αναφορά στη διαιτησία «100-0» και την επιμονή στο «50-50», επαναφέρει στην επιφάνεια την ουσία της παλαιότερης αντιπαράθεσης. Οι Ερυθρόλευκοι διαμηνύουν ότι δεν πρόκειται να αποδεχθούν δημόσιους συσχετισμούς με μια εκκρεμή έρευνα χωρίς συγκεκριμένα στοιχεία και υπενθυμίζουν πως η διεκδίκησή τους αφορά την ισονομία και όχι την αντικατάσταση μιας ευνοϊκής μεταχείρισης από μια άλλη. Μάλιστα, αφήνουν ανοιχτό και το ενδεχόμενο νομικών ενεργειών.

Εδώ ακριβώς βρίσκεται η προβληματική πλευρά της προσπάθειας να μετατραπεί μια δικαστική διαδικασία σε επικοινωνιακό θρίαμβο. Όποιος ενδιαφέρεται πραγματικά να αποδειχθεί τι συνέβη, οφείλει να επιθυμεί μια διερεύνηση που δεν θα εξαρτάται από τα οπαδικά του συμφέροντα. Η επιλεκτική επίκληση των εξελίξεων, ώστε να ενοχοποιούνται συλλογικά αντίπαλοι (έστω και κατά φαντασίαν) ή να εμφανίζονται άλλοι ως ιστορικά δικαιωμένοι (κατά… επιστημονικήν φαντασίαν) πριν αποφανθεί η Δικαιοσύνη, υπονομεύει ακριβώς την αξιοπιστία που υποτίθεται ότι επιδιώκεται να αποκατασταθεί. Συνεπώς, όσοι κάνουν εξαρχής λόγο για μια κακοστημένη υπόθεση που τα κίνητρά της μόνο αγαθά και αγνά δεν είναι, μάλλον θα πρέπει να νιώθουν δικαιωμένοι ήδη.

Η αλλαγή στην ΕΟΚ και η επιστροφή γνωστών συσχετισμών

Την ίδια στιγμή που η κυβέρνηση διακηρύσσει την ανάγκη ανανέωσης, στην προεδρία της ΕΟΚ βρίσκεται πλέον ο Άγγελος Παπανικολάου. Ο αντικαταστάτης του Βαγγέλη Λιόλιου δεν εμφανίστηκε ξαφνικά στο διοικητικό προσκήνιο. Υπήρξε υποψήφιος πρόεδρος το 2021 και είχε τότε τη δημόσια υποστήριξη του Γιώργου Βασιλακόπουλου και του Δημήτρη Γιαννακόπουλου.

Αυτό είναι ένα τεκμηριωμένο ιστορικό στοιχείο που αποκτά σημασία όταν η αλλαγή ηγεσίας παρουσιάζεται ως αφετηρία μιας εντελώς νέας εποχής. Η προηγούμενη πολιτική ή παραγοντική υποστήριξη ενός προσώπου δεν αποτελεί, βεβαίως, απόδειξη ότι αυτό ενεργεί σήμερα κατ’ εντολήν οποιουδήποτε. Δείχνει όμως ότι οι ιστορικές σχέσεις και οι διοικητικοί συσχετισμοί του ελληνικού μπάσκετ δεν εξαφανίζονται επειδή αλλάζει η ταμπέλα στην πόρτα του προεδρικού γραφείου.

Η σημερινή παρέμβαση του Γιάννη Βρούτση, ο οποίος ζήτησε τη διεξαγωγή εκλογών το συντομότερο δυνατόν, αποτελεί μια φαινομενικά αθώα εμπλοκή στα της ομοσπονδίας. Προφανώς δεν θα ήταν δυνατόν να σιωπήσει με τον προεδρικό ορισμό του… σεσημασμένου και αυτοεξευτελισμένου με τις αναρτήσεις του εναντίον του Ολυμπιακού, Άγγελου Παπανικολάου, ο οποίος εντέλει συμφώνησε στην προοπτική σύντομων εκλογών, με το υπάρχον διοικητικό συμβούλιο να διατηρεί μεταβατικά την ευθύνη λειτουργίας της ομοσπονδίας.

Η προοπτική των εκλογών είναι ασφαλώς θετική ως προς την ανανέωση της εντολής των σωματείων. Δεν απαντά όμως από μόνη της στα σημαντικότερα ερωτήματα. Από πού κι ως πού ένας αναπληρωτής υπουργός μπορεί να προτείνει/μεθοδεύσει την επιλογή συγκεκριμένου προσώπου χωρίς αυτό να θεωρηθεί καθεστωτική πράξη; Πώς θα επιλέγονται και θα ελέγχονται στο εξής οι άνθρωποι της διαιτησίας; Ποιες εγγυήσεις ανεξαρτησίας θα ισχύουν; Πώς θα αντιμετωπίζονται πιθανές συγκρούσεις συμφερόντων; Και με ποιους μηχανισμούς θα διασφαλίζεται ότι οι καταγγελίες δεν θα καταλήγουν ξανά εγκλωβισμένες στις ισορροπίες των εκάστοτε διοικήσεων;

Αν οι απαντήσεις περιοριστούν στα πρόσωπα που θα διεκδικήσουν την προεδρία, υπάρχει ο κίνδυνος να αλλάξει απλώς ο διαχειριστής ενός συστήματος χωρίς να μεταβληθεί ο τρόπος λειτουργίας του.

Η κυβερνητική ευθύνη δεν εξαντλείται στις ανακοινώσεις

Η κυβέρνηση καλείται πλέον να εξηγήσει με ακρίβεια πώς συνδέονται οι διαφορετικές ελεγκτικές διαδικασίες, ποια είναι τα κριτήρια της χρονικής τους οριοθέτησης και με ποιον τρόπο θα εξεταστούν ενδεχόμενες παλαιότερες ευθύνες. Δεν είναι απαραίτητο όλες οι έρευνες να έχουν το ίδιο αντικείμενο ή την ίδια χρονική έκταση. Είναι όμως απαραίτητο να υπάρχει σαφής αιτιολόγηση, ειδικά όταν η δημόσια δέσμευση αφορά την πλήρη αποκατάσταση της αξιοπιστίας ενός ολόκληρου αθλήματος. Ειδικότερα όταν εμπλέκονται πρόσωπα που η παρουσία και η δράση τους στο άθλημα εκτείνεται ακόμα και σε τρεις δεκαετίες.

Σε διαφορετική περίπτωση, η πολιτική διαχείριση αποκτά χαρακτηριστικά επιλεκτικότητας και «ξεκαθαρίσματος λογαριασμών», ανεξάρτητα από το αν αυτή υπαγορεύεται από συγκεκριμένες σκοπιμότητες ή προκύπτει από ανεπαρκή σχεδιασμό. Και οι δύο εκδοχές έχουν σημασία, αλλά δεν είναι ταυτόσημες: η πρώτη προϋποθέτει αποδείξεις για τις προθέσεις εκείνων που λαμβάνουν τις αποφάσεις, ενώ η δεύτερη μπορεί να κριθεί από το περιεχόμενο και τα όρια των ίδιων των μέτρων.

Αυτό είναι το σημείο στο οποίο ο πολιτικός λόγος του Γιάννη Βρούτση απέναντι στα πραγματικά δεδομένα κάθε άλλο παρά πείθει για τις προθέσεις του. Η κυβέρνηση δεν κρίνεται μόνο από το πόσο αποφασιστικά περιγράφει τη σημερινή κρίση, αλλά από το αν είναι διατεθειμένη να εξετάσει χωρίς προειλημμένες εξαιρέσεις τις διοικητικές πρακτικές που διαμορφώθηκαν σε διαφορετικές περιόδους, υπό διαφορετικές ηγεσίες και με διαφορετικούς πολιτικούς συσχετισμούς. Και μέχρι στιγμής, φαίνεται ότι δεν έχει καμία τέτοια διάθεση.

Για τον Ολυμπιακό, που επέλεξε το 2019 να συγκρουστεί ανοιχτά με τους μηχανισμούς τους οποίους θεωρούσε υπεύθυνους για την έλλειψη ισονομίας, το ζήτημα δεν μπορεί να περιορίζεται στη σημερινή δικαστική τύχη μερικών προσώπων. Ούτε για το ελληνικό μπάσκετ μπορεί να θεωρείται επαρκής η αντικατάσταση μιας διοικητικής ομάδας από μια άλλη, χωρίς να εξεταστούν σε βάθος οι κανόνες που επέτρεψαν να δημιουργηθούν οι σημερινές αμφισβητήσεις.

Η πραγματική δοκιμασία της κυβέρνησης και της επόμενης διοίκησης της ΕΟΚ θα είναι να αποδείξουν ότι οι έλεγχοι μπορούν να φτάσουν εκεί όπου οδηγούν τα στοιχεία και ότι οι νέες θεσμικές εγγυήσεις δεν θα εξαρτώνται από την ταυτότητα του εκάστοτε προέδρου ή την επιρροή οποιουδήποτε συλλόγου. Μέχρι να συμβεί αυτό, οι μεγάλες διακηρύξεις περί κάθαρσης θα παραμένουν πολιτικές υποσχέσεις υπό αξιολόγηση, ενώ η χρονική επιλεκτικότητα του ανακοινωμένου δημοσιονομικού ελέγχου και η επιστροφή γνώριμων διοικητικών συσχετισμών θα εξακολουθούν να τροφοδοτούν εύλογη δυσπιστία. Λαϊκιστί, να μοιάζουν με ανέκδοτο.

Και αν ο Γιάννης Βρούτσης επιμένει ότι το κράτος δεν άφησε τίποτα στη σκιά, η πιο ουσιαστική υπηρεσία που μπορεί να προσφέρει πλέον στο ελληνικό μπάσκετ είναι να εξηγήσει γιατί ο έλεγχος που ανακοίνωσε φωτίζει μόνο τρία οικονομικά έτη μιας ιστορίας που, σύμφωνα με το υλικό της ίδιας της δικαστικής έρευνας, εκτείνεται σε ολόκληρη δεκαετία. Η απάντηση σε αυτό το ερώτημα θα έχει μεγαλύτερη αξία από οποιαδήποτε ακόμη υπουργική διαβεβαίωση.

Οι πονηρεμένοι θεωρούν ότι μια τέτοια απάντηση δεν θα δοθεί ποτέ κι αν δοθεί, θα πετάει το μπαλάκι στην εξέδρα και δεν θα αγγίζει την ουσία. Στις πολλές καταγγελίες των αδελφών Αγγελόπουλων για τα περιβόητα μηδενικά συμβόλαια αλλά και για τους μαθηματικά απίθανους ισολογισμούς της ΚΑΕ Παναθηναϊκός δεν δόθηκε ποτέ απάντηση και δεν υπήρξε η παραμικρή παρέμβαση από τα αρμόδια όργανα. Χρειάστηκε να παρέμβει η Ευρωλίγκα με ένα πρόστιμο-μαμούθ για τα δεδομένα της αλλά χάδι στην πραγματικότητα αφού επρόκειτο για οικονομικές παραβάσεις ετών.

Όπως δεν δόθηκε ποτέ απάντηση και δεν έγινε η παραμικρή ενέργεια για τις καταγγελίες του Μιχάλη Κουντούρη που σε λίγες ημέρες συμπληρώνουν τρία χρόνια. Κατήγγειλε τον Ερασιτέχνη Παναθηναϊκό για συστηματική φοροδιαφυγή με τις πλάτες του κράτους και δεν τόλμησε κάποιος από τις καταγγελλόμενες πλευρές να κινηθεί νομικά εναντίον του ώστε να κληθεί να αποδείξει με στοιχεία τους ισχυρισμούς του. Διότι ποιος θα ήθελε να συμβεί κάτι τέτοιο και να αρχίσουν να ακούγονται σε δικαστικές αίθουσες;

Επαναλαμβάνω ότι περί κάθαρσης είναι πιο αστεία και από ανέκδοτα. Όσο αστεία ακούγεται και η ατάκα «θα είμαι θεματοφύλακας της νομιμότητας» από έναν υπουργό που δυσκολεύεται να απαντήσει στην ερώτηση «πού ήταν η ΔΕΑΒ στους τελικούς του 2015;» ή στο «πώς γίνεται να επιτρέπεται η ενασχόληση με τον αθλητισμό σε έναν άνθρωπο που χρειάζεται ένα και μόνο ποστ για να ενεργοποιήσει τον μισό ποινικό κώδικα;

ΟΙ ΑΘΛΗΤΙΚΕΣ ΜΕΤΑΔΟΣΕΙΣ ΤΗΣ ΗΜΕΡΑΣ - ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ ΤΗΛΕΟΡΑΣΗΣ
ΟΙ ΑΘΛΗΤΙΚΕΣ ΜΕΤΑΔΟΣΕΙΣ ΤΗΣ ΗΜΕΡΑΣ