Με εντυπωσιακές αποκλίσεις στις επιδόσεις τους εμφανίζονται οι ευρωπαϊκοί σιδηροδρομικοί σταθμοί, σύμφωνα με έρευνα του European Railway Station Index του Consumer Choice Center (CCC), που έφερε στη δημοσιότητα το Euronews. Η μελέτη αξιολόγησε 60 σταθμούς με βάση την αξιοπιστία των δρομολογίων, την καθαριότητα, τις διαθέσιμες υπηρεσίες και τις συγκοινωνιακές συνδέσεις, αναδεικνύοντας την κορυφή της Ζυρίχης αλλά και τις σοβαρές αδυναμίες της Γερμανίας.
Ο κεντρικός σταθμός της Ζυρίχης καταλαμβάνει την πρώτη θέση, με μέσο χρόνο καθυστέρησης των τρένων μόλις ένα λεπτό. Παράλληλα, προσφέρει στους ταξιδιώτες μεγάλη ποικιλία εστιατορίων και καταστημάτων, αλλά και λειτουργικές κυλιόμενες σκάλες και ανελκυστήρες.
Η επίδοση της Ελβετίας συνδέεται με τις μεγάλες επενδύσεις που πραγματοποιεί εδώ και δεκαετίες στις σιδηροδρομικές μεταφορές. Η χώρα ξεχωρίζει για τις δαπάνες ανά κάτοικο στον συγκεκριμένο τομέα, ενώ στην πρώτη δεκάδα της κατάταξης βρίσκονται επίσης σταθμοί από την Ολλανδία, τη Γαλλία, τη Μεγάλη Βρετανία και την Πολωνία.
Στον αντίποδα βρίσκεται ο κεντρικός σταθμός της Βρέμης, ο οποίος κατατάσσεται τελευταίος. Με βάση τα στοιχεία του Αυγούστου του 2026, το 63% των τρένων καταγράφει καθυστέρηση, ενώ ο μέσος χρόνος αναμονής ανέρχεται στα 21 λεπτά.
Χαμηλή βαθμολογία συγκεντρώνει ο σταθμός και στις επιλογές για αγορές, καθώς και στις συγκοινωνιακές συνδέσεις. Οι ταξιδιώτες διαμαρτύρονται ακόμη για την εικόνα των χώρων γύρω από το κτίριο, με την πλατεία μπροστά από τον σταθμό να περιγράφεται ως παραμελημένη και να χαρακτηρίζεται από έντονη δυσοσμία.
Το μόνο θετικό στοιχείο που καταγράφεται για τη Βρέμη αφορά την επάρκεια μηχανημάτων και γκισέ για την έκδοση εισιτηρίων. Η συγκεκριμένη παροχή, ωστόσο, δεν είναι αρκετή για να καλύψει τις αδυναμίες του σταθμού στους υπόλοιπους τομείς.
Η γερμανική παρουσία στις τελευταίες θέσεις της ευρωπαϊκής κατάταξης είναι έντονη. Από τους 19 γερμανικούς σταθμούς που εξετάστηκαν, οι 15 βρίσκονται στις 30 τελευταίες θέσεις, ενώ συνολικά έξι από τους δέκα σταθμούς που κατατάσσονται τελευταίοι είναι γερμανικοί.
Στο Ντόρτμουντ, το ποσοστό των καθυστερήσεων φτάνει το 73,8%, ενώ στον κεντρικό σταθμό του Αμβούργου ο μέσος χρόνος αναμονής διαμορφώνεται στα 24,8 λεπτά, ο υψηλότερος μεταξύ των σταθμών που περιλαμβάνονται στον δείκτη. Στο Βερολίνο, ο αντίστοιχος χρόνος φτάνει τα 20 λεπτά.
Ιδιαίτερα αισθητή είναι και η πτώση του κεντρικού σταθμού του Βερολίνου, ο οποίος από την τέταρτη θέση της περσινής συνολικής κατάταξης υποχώρησε στη 19η το 2026.
Οι καθυστερήσεις της Deutsche Bahn αποτελούν έναν από τους βασικούς παράγοντες για τις χαμηλές επιδόσεις των γερμανικών σταθμών. Οι επιβάτες κινδυνεύουν να χάσουν ανταποκρίσεις, ενώ οι αλλαγές στις αποβάθρες προκαλούν επιπλέον αναστάτωση και δυσκολεύουν τις μετακινήσεις.
Η μελέτη συνδέει το πρόβλημα με την κατάσταση του σιδηροδρομικού δικτύου. Σύμφωνα με στοιχεία του γερμανικού υπουργείου Μεταφορών, περισσότερα από τα μισά από τα συνολικά 33.500 χιλιόμετρα του δικτύου βρίσκονται σε μέτρια, κακή ή ανεπαρκή κατάσταση. Περίπου το ένα πέμπτο χρειάζεται ανανέωση.
Η ανακαίνιση των υποδομών αποτελεί, έτσι, βασική προτεραιότητα, καθώς η φθορά του δικτύου προχωρά ταχύτερα από τον ρυθμό με τον οποίο μπορούν να γίνουν οι απαραίτητες επισκευές.
Καλύτερη εικόνα παρουσιάζουν η Γαλλία και η Πολωνία. Η Γαλλία αξιοποιεί το αναβαθμισμένο δίκτυο των υπερταχέων συρμών TGV, οι γραμμές των οποίων χρησιμοποιούνται σε μικρότερο βαθμό από περιφερειακά τρένα, συμβάλλοντας στην αξιοπιστία των δρομολογίων.
Η Πολωνία έχει προχωρήσει σε εκτεταμένο εκσυγχρονισμό του σιδηροδρομικού της δικτύου, δίνοντας έμφαση στις επενδύσεις και στην αναβάθμιση των σταθμών. Ενδεικτική είναι η περίπτωση της Κρακοβίας, όπου ο ιστορικός σταθμός λειτουργεί από το 1847 και το 2014 απέκτησε δίπλα του έναν νέο συγκοινωνιακό κόμβο με περισσότερες υπηρεσίες για τους επιβάτες.
Οι σταθμοί της Κρακοβίας και του Βρότσλαβ βρίσκονται στην πρώτη δεκάδα της ευρωπαϊκής κατάταξης, ενώ ο κεντρικός σταθμός της Πόζναν καταλαμβάνει τη 13η θέση. Το 2025, οι πολωνικοί σιδηρόδρομοι μετέφεραν σχεδόν 430 εκατομμύρια επιβάτες, αριθμό-ρεκόρ.
Παράλληλα, σύμφωνα με την έκθεση του CCC, τα σχέδια της Πολωνίας περιλαμβάνουν την κατασκευή επιπλέον 4.700 χιλιομέτρων σιδηροδρομικών γραμμών, με στόχο την περαιτέρω αναβάθμιση του δικτύου.
Διαφορετική είναι η εικόνα στο εσωτερικό της Γερμανίας, σύμφωνα με αξιολόγηση της πλατφόρμας κρατήσεων Omio. Η συγκεκριμένη ανάλυση εξετάζει τον βαθμό στον οποίο οι σταθμοί είναι φιλικοί προς τους επιβάτες, λαμβάνοντας υπόψη την αξιοπιστία των δρομολογίων, τη θέση τους, τα καταστήματα και τα αρτοποιεία, τις τουαλέτες και την προσβασιμότητα για άτομα με αναπηρία.
Στην κορυφή βρίσκεται ο κεντρικός σταθμός της Λειψίας, ο οποίος συγκεντρώνει και τους 100 διαθέσιμους βαθμούς. Είναι ο μεγαλύτερος εμπορικός σιδηροδρομικός σταθμός της Γερμανίας, διαθέτοντας 69 καταστήματα και 21 σημεία πώλησης.
Η Omio σημειώνει ακόμη ότι ο σταθμός έχει αξιολόγηση 4,5 αστέρων στο Google, την υψηλότερη μεταξύ όσων εξετάστηκαν στη συγκεκριμένη σύγκριση. Ακολουθούν ο κεντρικός σταθμός του Βερολίνου και εκείνος της Δρέσδης.
Στους σταθμούς με τις καλύτερες επιδόσεις ως προς την ακρίβεια των δρομολογίων περιλαμβάνεται και ο Köln Messe/Deutz, όπου το 86% των τρένων αναχωρεί σύμφωνα με το πρόγραμμα.
Τελευταίος στην αξιολόγηση της Omio είναι ο κεντρικός σταθμός της Βόννης, από τον οποίο μόλις το 41% των δρομολογίων αναχωρεί στην ώρα του. Αντίστοιχα προβλήματα καταγράφονται στο Μπίλεφελντ και στο Ντούισμπουργκ, όπου οι καθυστερήσεις εξακολουθούν να επιβαρύνουν σημαντικά τις μετακινήσεις των επιβατών.

