Η τεχνητή νοημοσύνη έχει περάσει για τα καλά στον χώρο εργασίας, επηρεάζοντας πλέον όχι μόνο την καθημερινή λειτουργία των επιχειρήσεων, αλλά και κρίσιμες αποφάσεις όπως οι προσλήψεις, η αξιολόγηση και οι απολύσεις. Η ολοένα μεγαλύτερη χρήση ψηφιακών εργαλείων, ωστόσο, προκαλεί έντονο προβληματισμό για την ιδιωτικότητα και τα δικαιώματα των εργαζομένων.
Στις Ηνωμένες Πολιτείες, οι επιχειρήσεις στρέφονται όλο και περισσότερο σε συστήματα ψηφιακής εποπτείας του προσωπικού. Μέσω αυτών μπορούν να καταγράφουν τη δραστηριότητα στους υπολογιστές, να υπολογίζουν τον χρόνο εργασίας και την παραγωγικότητα, αλλά και να αναλύουν τη συμπεριφορά των εργαζομένων με τη βοήθεια αλγορίθμων.
Τα στοιχεία αποτυπώνουν την έκταση του φαινομένου: το 74% των εργοδοτών χρησιμοποιεί εργαλεία διαδικτυακής παρακολούθησης, ενώ το 53% των εργαζομένων δηλώνει ότι η εταιρεία του αξιοποιεί αντίστοιχο λογισμικό. Από όσους παρακολουθούνται, το 56% αναφέρει ότι βιώνει ένταση ή άγχος.
Η τεχνητή νοημοσύνη έχει ήδη εισχωρήσει και στις διαδικασίες προσλήψεων, με αυτόματο φιλτράρισμα βιογραφικών και αλγοριθμική αξιολόγηση υποψηφίων. Σε ορισμένες περιπτώσεις, τα εργαλεία AI επηρεάζουν ακόμη και αποφάσεις για την απόλυση εργαζομένων, γεγονός που εντείνει τις ανησυχίες για άδικες ή μεροληπτικές κρίσεις.
Την ίδια στιγμή, για το διάστημα Ιανουαρίου – Ιουλίου 2026 καταγράφονται 112.713 περικοπές θέσεων εργασίας που αποδίδονται στην τεχνητή νοημοσύνη. Ο αριθμός αυτός επαναφέρει στο προσκήνιο τη συζήτηση για τις επιπτώσεις της αυτοματοποίησης στην απασχόληση.
Σε ευρωπαϊκό επίπεδο, ο Κανονισμός για την Τεχνητή Νοημοσύνη, γνωστός ως AI Act, κατατάσσει πολλές εφαρμογές που χρησιμοποιούνται στον εργασιακό χώρο στην κατηγορία υψηλού κινδύνου. Πρόκειται για συστήματα τα οποία μπορούν να επηρεάσουν την πρόσβαση στην εργασία, αλλά και την επαγγελματική εξέλιξη των εργαζομένων.
Κατά κανόνα, απαγορεύεται επίσης η χρήση συστημάτων τεχνητής νοημοσύνης για την αναγνώριση συναισθημάτων στον χώρο εργασίας, με συγκεκριμένες εξαιρέσεις. Η ευρωπαϊκή νομοθεσία προβλέπει ακόμη υποχρεώσεις διαφάνειας, ανθρώπινης εποπτείας και ελέγχου για τις εφαρμογές που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της.
Οι παραβάσεις του AI Act μπορούν να οδηγήσουν σε ιδιαίτερα υψηλά πρόστιμα. Για ορισμένες απαγορευμένες πρακτικές, το ανώτατο όριο φτάνει τα 35 εκατομμύρια ευρώ, ενώ για άλλες παραβάσεις μπορεί να ανέλθει έως και τα 15 εκατομμύρια ευρώ. Το ύψος των κυρώσεων εξαρτάται από τη φύση της παράβασης και το μέγεθος της επιχείρησης.
Στην Ελλάδα, η επεξεργασία των προσωπικών δεδομένων των εργαζομένων διέπεται από τον Γενικό Κανονισμό Προστασίας Δεδομένων, τον GDPR, καθώς και από την εθνική νομοθεσία. Η ψηφιακή παρακολούθηση πρέπει να στηρίζεται σε νόμιμη βάση, να είναι αναγκαία και αναλογική προς τον σκοπό της, ενώ οι εργαζόμενοι οφείλουν να ενημερώνονται για την επεξεργασία των δεδομένων τους.
Αρμόδια αρχή για την προστασία των προσωπικών δεδομένων είναι η Αρχή Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα. Σε αυτήν μπορούν να απευθύνονται οι πολίτες για ζητήματα που εμπίπτουν στις αρμοδιότητές της.
Οι εργαζόμενοι έχουν δικαίωμα να γνωρίζουν εάν και με ποιον τρόπο παρακολουθούνται ψηφιακά, να προστατεύουν την ιδιωτικότητά τους και να ζητούν ανθρώπινη παρέμβαση όπου αυτό προβλέπεται από τη νομοθεσία. Παράλληλα, μπορούν να καταγγέλλουν πρακτικές που θεωρούν παράνομες.

