Περισσότερα από 150 σχόλια έχουν κατατεθεί στη δημόσια διαβούλευση για τη διάταξη του πολυνομοσχεδίου του υπουργείου Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών που προβλέπει την κατάργηση των πληρωμών με μετρητά κατά την παράδοση δεμάτων με αντικαταβολή μέσω courier. Πολίτες, ηλεκτρονικά καταστήματα και επιχειρήσεις ταχυμεταφορών εκφράζουν διαφορετικές απόψεις, με άλλους να ζητούν την απόσυρση της ρύθμισης και άλλους να τάσσονται υπέρ της, υπό την προϋπόθεση ότι θα γίνουν διορθώσεις.
Τα άρθρα 299 και 300 προβλέπουν αποκλειστικά ηλεκτρονικές πληρωμές στις αντικαταβολές, ανεξάρτητα από το ύψος της συναλλαγής. Παράλληλα, ορίζεται πρόστιμο ίσο με το διπλάσιο της αξίας της συναλλαγής για τις εταιρείες που θα δέχονται μετρητά. Οι υποστηρικτές της διάταξης εκτιμούν ότι θα περιορίσει τη φοροδιαφυγή και τον αθέμιτο ανταγωνισμό, ενώ οι επικριτές της προειδοποιούν για αποκλεισμό καταναλωτών και επιβάρυνση των μικρομεσαίων επιχειρήσεων.
Από την πλευρά των πολιτών, το βασικό αίτημα είναι να παραμείνουν τα μετρητά ως διαθέσιμη επιλογή, καθώς θεωρούν δυσανάλογη την απαγόρευση ακόμη και για αγορές ύψους 5 ή 10 ευρώ. Παράλληλα, θέτουν ζητήματα εξυπηρέτησης ηλικιωμένων, οικονομικά ασθενέστερων και ανθρώπων που δεν διαθέτουν τραπεζικό λογαριασμό ή κάρτα, υπογραμμίζοντας ότι η χρήση μετρητών δεν αποτελεί από μόνη της ένδειξη φοροδιαφυγής.
Την απόσυρση των δύο άρθρων ζητούν επιχειρήσεις ταχυμεταφορών, κάνοντας λόγο για πιθανό πλήγμα στον τζίρο, την απασχόληση και το ηλεκτρονικό εμπόριο. Όπως αναφέρουν, η αντικαταβολή αντιστοιχεί σε περισσότερο από το 40% των ηλεκτρονικών αγορών, με την ετήσια αξία των συναλλαγών να υπολογίζεται σε 3-5 δισ. ευρώ. Από αυτό το ποσό, το 70%-75% εξοφλείται με μετρητά.
Μάλιστα, όπως αναφέρουν «η Ελλάδα διαθέτει ήδη το χαμηλότερο όριο πληρωμών με μετρητά στην Ευρωπαϊκή Ενωση (500 ευρώ), είκοσι φορές χαμηλότερο από το ενωσιακό όριο (10.000 ευρώ). Ενδεικτικά, το όριο ανέρχεται σε 1.000 ευρώ στη Γαλλία και την Ισπανία, σε 3.000 ευρώ στο Βέλγιο και την Ολλανδία και σε 5.000 ευρώ στην Ιταλία, ενώ σε σειρά κρατών – μελών, όπως η Γερμανία, η Αυστρία, η Ιρλανδία, το Λουξεμβούργο και η Φινλανδία, δεν ισχύει κανένα εθνικό όριο. Εξ όσων γνωρίζουμε, απαγόρευση των μετρητών στην αντικαταβολή δεν ισχύει σε κανένα άλλο κράτος – μέλος, και με την προτεινόμενη ρύθμιση η Ελλάδα θα ήταν η μόνη χώρα της Ευρωπαϊκής Ενωσης με τέτοιον περιορισμό».
Οι εταιρείες courier καταγγέλλουν επίσης άνιση μεταχείριση, καθώς τα μετρητά θα εξακολουθούν να επιτρέπονται στα φυσικά καταστήματα, αλλά όχι στις παραδόσεις μέσω courier. Ως εναλλακτική, προτείνουν οριζόντιο περιορισμό των μετρητών σε όλες τις λιανικές συναλλαγές, ακόμη και με μείωση του γενικού ορίου από τα 500 στα 300 ευρώ.
Ιδιαίτερες αντιδράσεις προκαλεί και το ύψος των προβλεπόμενων κυρώσεων. Με βάση τη διάταξη, σε αντικαταβολή 200 ευρώ που θα εξοφληθεί με μετρητά, η εταιρεία θα καλείται να καταβάλει πρόστιμο 400 ευρώ, παρότι η αμοιβή της για τη μεταφορά ανέρχεται σε λίγα ευρώ. Οι επιχειρήσεις ζητούν αναλογικότερες ποινές, επισημαίνοντας ότι δεν είναι πωλητές, αλλά εισπράττουν χρήματα για λογαριασμό τρίτων.
Υπάρχουν, πάντως, και επιχειρήσεις ταχυμεταφορών που στηρίζουν τη ρύθμιση, εκτιμώντας ότι θα περιορίσει το κόστος διαχείρισης μετρητών, καθώς και τους κινδύνους κλοπών και απωλειών. Ζητούν, ωστόσο, μεταβατική περίοδο, ενιαίους κανόνες για όλους τους φορείς, σαφή κατανομή ευθυνών και αναλογικότερες κυρώσεις, με πρόβλεψη για περιπτώσεις τεχνικών δυσκολιών στις ηλεκτρονικές πληρωμές.
Ιδιοκτήτες ηλεκτρονικών καταστημάτων διευκρινίζουν ότι η αντικαταβολή δεν καταργείται, αλλά αλλάζει ο τρόπος εξόφλησης. Επαγγελματίας του κλάδου αναφέρει ότι περίπου ένα στα πέντε δέματα που αποστέλλει επιστρέφει απαράδοτο, δημιουργώντας πρόσθετο κόστος, και εκτιμά ότι οι ηλεκτρονικές πληρωμές θα περιορίσουν τις άσκοπες παραγγελίες. Άλλοι αναγνωρίζουν τον κίνδυνο προσωρινής μείωσης του τζίρου, θεωρούν όμως ότι το μέτρο μπορεί να προστατεύσει τις νόμιμες επιχειρήσεις από αδήλωτες πωλήσεις μέσω κοινωνικών δικτύων.
Το οικονομικό επιτελείο εξετάζει τα σχόλια που έχουν κατατεθεί στη διαβούλευση και επανεξετάζει την επίμαχη διάταξη. Σύμφωνα με πληροφορίες, είναι πολύ πιθανό τα δύο άρθρα να μην περιληφθούν τελικά στο νομοσχέδιο που θα κατατεθεί στη Βουλή.

