Η αντιπαράθεση ανάμεσα στο Ιράν, τις Ηνωμένες Πολιτείες και το Ισραήλ δεν δείχνει να οδηγείται σε οριστική διευθέτηση, σχεδόν εννέα μήνες μετά την έναρξη του πολέμου. Αντίθετα, οι προειδοποιήσεις από την Τεχεράνη παραπέμπουν σε μια πιθανή νέα φάση, με διευρυμένο πεδίο επιχειρήσεων και στόχους που δεν θα περιορίζονται στη Μέση Ανατολή ή αποκλειστικά σε στρατιωτικές εγκαταστάσεις.
«Όλοι θα μείνουν άναυδοι», δήλωσε στα τέλη Σεπτεμβρίου ο Χοσεΐν Μοχέμπι, εκπρόσωπος των Φρουρών της Ισλαμικής Επανάστασης, υποστηρίζοντας ότι η Τεχεράνη έχει εντοπίσει νέους στόχους που δεν έχουν δεχθεί μέχρι σήμερα επίθεση.
Ο Μοχέμπι ανέφερε χαρακτηριστικά ότι: «Ο πόλεμος δεν έχει τελειώσει. Το Σώμα των Φρουρών της Ισλαμικής Επανάστασης έχει προετοιμαστεί για έναν μακροχρόνιο πόλεμο».
Σύμφωνα με το CNN, η Ουάσιγκτον εξετάζει πρόσθετα στρατιωτικά και οικονομικά μέτρα προκειμένου να πιέσει την Τεχεράνη, ενώ η ιρανική ηγεσία προειδοποιεί πως μια νέα επίθεση θα μπορούσε να προκαλέσει ευρύτερη αποσταθεροποίηση.
Στο επίκεντρο των ιρανικών προειδοποιήσεων βρίσκονται πλέον και οι ψηφιακές υποδομές. Ο Μοχσέν Ρεζαΐ, επικεφαλής του Ανώτατου Συμβουλίου Εθνικής Ασφαλείας του Ιράν, δήλωσε στις 11 Οκτωβρίου ότι, σε περίπτωση επανέναρξης του πολέμου, θα μπορούσαν να καταστραφούν υποθαλάσσια καλώδια, κέντρα δεδομένων, εγκαταστάσεις τεχνητής νοημοσύνης και άλλες υποδομές στην ευρύτερη περιοχή.
Ο Ιρανός αξιωματούχος υποστήριξε ότι οι ΗΠΑ διαθέτουν σημαντικά περιουσιακά στοιχεία στα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα και γύρω από το Στενό του Ορμούζ, τα οποία μέχρι σήμερα δεν έχουν συμπεριληφθεί στους στόχους της Τεχεράνης. Προειδοποίησε, ωστόσο, ότι αυτό μπορεί να αλλάξει εάν ξεσπάσει νέος πόλεμος.
Οι δηλώσεις του μεταδόθηκαν από ιρανικά μέσα ενημέρωσης και αναπαράχθηκαν από διεθνή μέσα, μεταξύ των οποίων το Associated Press και το Al Jazeera.
Τα υποθαλάσσια καλώδια οπτικών ινών αποτελούν κρίσιμη υποδομή για το παγκόσμιο διαδίκτυο, μεταφέροντας τεράστιους όγκους δεδομένων ανάμεσα στις ηπείρους. Σύμφωνα με εκτιμήσεις της εταιρείας ερευνών TeleGeography, τις οποίες επικαλείται το Al Jazeera, πάνω από το 90% της χωρητικότητας μεταφοράς δεδομένων μεταξύ Ευρώπης και Ασίας διέρχεται από καλώδια που βρίσκονται στην Ερυθρά Θάλασσα.
Η συγκέντρωση αυτών των δικτύων σε σχετικά στενά θαλάσσια περάσματα αυξάνει τους κινδύνους. Μια δολιοφθορά ή μια στρατιωτική ενέργεια θα μπορούσε να διακόψει συνδέσεις που εξυπηρετούν πολλές χώρες, ενώ η επισκευή τους σε εμπόλεμες περιοχές θα ήταν ιδιαίτερα δύσκολη.
Αντίστοιχα, τα κέντρα δεδομένων υποστηρίζουν τραπεζικές συναλλαγές, υπηρεσίες υπολογιστικού νέφους, εμπορικές δραστηριότητες και εφαρμογές τεχνητής νοημοσύνης. Ακόμη και χωρίς την πλήρη καταστροφή μιας εγκατάστασης, η διακοπή της ηλεκτροδότησης, της ψύξης ή των τηλεπικοινωνιακών συνδέσεων μπορεί να καταστήσει αδύνατη τη λειτουργία της.
Οι συγκεκριμένες απειλές δεν εμφανίζονται για πρώτη φορά. Τον Μάρτιο, ιρανικά μέσα ενημέρωσης είχαν αναφερθεί σε αμερικανικές τεχνολογικές εταιρείες και υποδομές υπολογιστικού νέφους ως πιθανούς στόχους. Οι νεότερες δηλώσεις συνδέουν, ωστόσο, ρητά τις ψηφιακές υποδομές με το ενδεχόμενο επανέναρξης των εχθροπραξιών, διευρύνοντας το πεδίο των πιθανών επιθέσεων.
Ένα από τα σενάρια που εξετάζουν αναλυτές ασφαλείας αφορά την επέκταση της σύγκρουσης στην Ευρώπη. Ο Φαρζίν Ναδίμι, ανώτερος ερευνητής στο Ινστιτούτο Washington, εκτίμησε μιλώντας στο CNN ότι, εάν η Τεχεράνη αποφάσιζε να χρησιμοποιήσει πυραύλους μεγάλου βεληνεκούς εναντίον ευρωπαϊκών στόχων, ανάμεσα στις πιθανές επιλογές θα μπορούσαν να βρίσκονται αμερικανικές στρατιωτικές εγκαταστάσεις στη Βρετανία και η αεροπορική βάση Ράμσταϊν στη Γερμανία.
Η βάση Ράμσταϊν αποτελεί έναν από τους σημαντικότερους κόμβους των αμερικανικών στρατιωτικών επιχειρήσεων εκτός των ΗΠΑ. Ο Ναδίμι διευκρίνισε, πάντως, ότι μια τέτοια ενέργεια θα συνιστούσε εξαιρετικά σοβαρή κλιμάκωση και θα αποτελούσε επιλογή για ένα πολύ προχωρημένο στάδιο της σύγκρουσης. Μέχρι στιγμής, δεν υπάρχει επιβεβαίωση ότι το Ιράν έχει αποφασίσει να επιτεθεί σε ευρωπαϊκούς στόχους.
Οι ανησυχίες εντάθηκαν στις αρχές Οκτωβρίου, όταν οι ΗΠΑ απέσυραν τα βομβαρδιστικά μεγάλου βεληνεκούς που βρίσκονταν στη βρετανική αεροπορική βάση RAF Fairford και τα επέστρεψαν στις αμερικανικές βάσεις τους, έπειτα από νέα, μη προσδιορισμένη απειλή.
Η εξέλιξη σημειώθηκε λίγες ημέρες μετά τη σύλληψη υπόπτων από τις βρετανικές αρχές, στο πλαίσιο έρευνας για φερόμενη συνωμοσία με στόχο τη συγκεκριμένη βάση. Ο Βρετανός πρωθυπουργός Άντι Μπέρναμ δήλωσε αργότερα ότι η υπόθεση ήταν πολύ πιθανό να συνδεόταν με τους Φρουρούς της Ισλαμικής Επανάστασης. Η Τεχεράνη έχει αρνηθεί οποιαδήποτε εμπλοκή.
Η απομάκρυνση των βομβαρδιστικών δεν αποτελεί από μόνη της απόδειξη ότι επίκειται ιρανική επίθεση στην Ευρώπη. Καταδεικνύει, ωστόσο, την ανησυχία για πιθανές απειλές κατά αμερικανικών στρατιωτικών εγκαταστάσεων.
Την ίδια ώρα, η κυβέρνηση του Προέδρου των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ εξετάζει νέα στρατιωτικά σενάρια για την περίπτωση που αποφασίσει να επαναλάβει τις επιχειρήσεις κατά του Ιράν.
Σύμφωνα με δημοσίευμα του CNN στις 15 Οκτωβρίου, το Πεντάγωνο έχει καταρτίσει σχέδια που περιλαμβάνουν την πιθανή χρήση της βόμβας GBU-43/B Massive Ordnance Air Blast (MOAB), η οποία είναι γνωστή ως «μητέρα όλων των βομβών».
Πρόκειται για τη μεγαλύτερη συμβατική βόμβα του αμερικανικού οπλοστασίου, χωρίς πυρηνική γόμωση. Η ενδεχόμενη χρήση της εναντίον ενεργειακών υποδομών ή πυρηνικών εγκαταστάσεων του Ιράν θα συνιστούσε σημαντική κλιμάκωση, χωρίς να είναι βέβαιο ότι θα εξυπηρετούσε τους ευρύτερους στρατιωτικούς στόχους της Ουάσιγκτον.
Το CNN, επικαλούμενο Αμερικανούς αξιωματούχους που γνωρίζουν τις σχετικές συζητήσεις, ανέφερε ότι τα σχέδια αφορούν το ενδεχόμενο επανέναρξης των επιχειρήσεων, εφόσον δοθεί σχετική εντολή από τον Τραμπ. Το Reuters, μεταδίδοντας την πληροφορία, διευκρίνισε ότι δεν είχε επαληθεύσει ανεξάρτητα το δημοσίευμα.
Ο Αμερικανός πρόεδρος έχει δηλώσει ότι δεν προτίθεται να προχωρήσει σε νέα στρατιωτική δράση πριν από τις ενδιάμεσες εκλογές της 3ης Νοεμβρίου. Ωστόσο, σύμφωνα με το CNN, συνεργάτες του Λευκού Οίκου δεν θεωρούν δεδομένο ότι η απόφαση αυτή είναι οριστική.
Από την πλευρά του, ο Ιρανός στρατιωτικός διοικητής Αλιρεζά Σεΐχ υποβάθμισε την απειλή, χαρακτηρίζοντας τα αμερικανικά όπλα «εργαλεία προπαγάνδας που έχουν σχεδιαστεί για να εκφοβίσουν τον ιρανικό λαό».
Παράλληλα, στρατιωτικοί αναλυτές εξετάζουν το ενδεχόμενο το Ιράν να αξιοποιήσει πιο εξελιγμένα συστήματα μη επανδρωμένων αεροσκαφών. Ο Φαρζίν Ναδίμι εκτίμησε ότι η Τεχεράνη θα μπορούσε να αναπτύξει συντονισμένα σμήνη drones, εξοπλισμένα με κάμερες και συστήματα επικοινωνίας, ώστε να ανταλλάσσουν δεδομένα, να προσαρμόζουν τις διαδρομές τους και να επιχειρούν με τρόπο που θα δυσκολεύει την αναχαίτισή τους.
Ο ειδικός επισήμανε, ωστόσο, ότι το Ιράν δεν έχει επιδείξει μέχρι σήμερα τέτοιες δυνατότητες σε επιχειρησιακό επίπεδο, παρά τις συζητήσεις για την ανάπτυξη αντίστοιχων τεχνολογιών.
Άλλες πιθανές κατευθύνσεις περιλαμβάνουν την εξέλιξη πυραύλων κρουζ με υπερηχητικές ταχύτητες, καθώς και την ανάπτυξη συστημάτων ηλεκτρονικού πολέμου που θα μπορούσαν να παρεμβάλλουν στρατιωτικές επικοινωνίες και δορυφορικά συστήματα επιτήρησης.
Την περασμένη εβδομάδα, λογαριασμοί στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης που συνδέονται με τους Φρουρούς της Επανάστασης ανέφεραν ότι πραγματοποιήθηκαν στρατιωτικές ασκήσεις σε διάφορες περιοχές του Ιράν, μεταξύ των οποίων και ταυτόχρονη εκτόξευση 30 βαλλιστικών πυραύλων.
Οι πρόσφατες δηλώσεις Ιρανών διοικητών αφήνουν ανοιχτό και το ενδεχόμενο μιας πιο επιθετικής στρατιωτικής προσέγγισης, η οποία θα μπορούσε να περιλαμβάνει προληπτικά πλήγματα αντί της αναμονής μιας νέας αμερικανικής επίθεσης. Πρόκειται, ωστόσο, για εκτιμήσεις σχετικά με τη στρατιωτική κατεύθυνση της Τεχεράνης και όχι για επιβεβαίωση ότι έχει ληφθεί απόφαση για συγκεκριμένη επιχείρηση.
Οι χώρες του Κόλπου έχουν ήδη υποστεί τις συνέπειες της σύγκρουσης, καθώς το Ιράν έχει εξαπολύσει επιθέσεις εναντίον στρατιωτικών και πολιτικών στόχων στην περιοχή.
Σύμφωνα με στοιχεία του υπουργείου Άμυνας των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων, τα οποία επικαλείται το CNN, περισσότερα από 2.500 ιρανικά βλήματα και μη επανδρωμένα αεροσκάφη έχουν εκτοξευθεί εναντίον της χώρας. Ο αριθμός αυτός είναι μεγαλύτερος από εκείνον που καταγράφεται για οποιαδήποτε άλλη χώρα, συμπεριλαμβανομένου του Ισραήλ. Οι αρχές των Εμιράτων υποστηρίζουν ότι σχεδόν όλα αναχαιτίστηκαν.
Οι επιθέσεις έχουν επηρεάσει και πολιτικές υποδομές. Το Ντουμπάι έχει βρεθεί μεταξύ των στόχων, ενώ εγκαταστάσεις ύδρευσης στο Κουβέιτ έχουν επίσης δεχθεί πλήγματα. Παράλληλα, οι περιορισμοί στη ναυσιπλοΐα στο Στενό του Ορμούζ έχουν επιβαρύνει τις εξαγωγές πετρελαίου και έχουν εντείνει την αβεβαιότητα στις διεθνείς αγορές.
Η απειλή κατά των κέντρων δεδομένων και των υποθαλάσσιων καλωδίων προσθέτει μια ακόμη διάσταση στους κινδύνους για τα κράτη του Κόλπου, τα οποία επενδύουν σημαντικά ποσά σε τεχνολογικές υποδομές, ψηφιακές υπηρεσίες και εφαρμογές τεχνητής νοημοσύνης.
Ο Άλι Αλ Νουαΐμι, πρόεδρος της Επιτροπής Άμυνας, Εσωτερικών και Εξωτερικών Υποθέσεων του Ομοσπονδιακού Εθνικού Συμβουλίου των ΗΑΕ, δήλωσε την περασμένη Πέμπτη ότι η χώρα του είναι πλέον καλύτερα προετοιμασμένη για το ενδεχόμενο επανάληψης των εχθροπραξιών.
«Δεν θέλουμε πόλεμο. Αλλά αν ξεκινήσει σήμερα, είμαστε καλύτερα προετοιμασμένοι να αντιμετωπίσουμε οποιαδήποτε απειλή από ό,τι ήμασταν στις 28 Φεβρουαρίου», ανέφερε.
Στο Ιράν, την ίδια ώρα, οι κάτοικοι της Τεχεράνης προετοιμάζονται για το ενδεχόμενο επανέναρξης των βομβαρδισμών. Ένας 70χρονος κάτοικος της ιρανικής πρωτεύουσας δήλωσε στο CNN ότι έχει αποθηκεύσει νερό και έχει φορτίσει τις εξωτερικές μπαταρίες του, καθώς θεωρεί πιθανή την επανέναρξη των επιθέσεων ανά πάσα στιγμή.
«Κάθε μέρα και κάθε νύχτα περιμένουμε να αρχίσουν ξανά οι βομβαρδισμοί», ανέφερε.
Μια μητέρα δύο παιδιών περιέγραψε τον φόβο που αισθάνεται όταν στέλνει τα παιδιά της στο σχολείο, καθώς περνά από δρόμους όπου είναι ορατή η παρουσία των Φρουρών της Επανάστασης και παραμένουν ενεργές στρατιωτικές εγκαταστάσεις. Άλλοι κάτοικοι δήλωσαν ότι το ενδεχόμενο ενός νέου πολέμου αποτελεί πλέον καθημερινό θέμα συζήτησης.
Ο Άλι Βαέζ, αναπληρωτής διευθυντής του προγράμματος για τη Μέση Ανατολή και τη Βόρεια Αφρική στη Διεθνή Ομάδα Κρίσεων (International Crisis Group), εκτιμά ότι η Τεχεράνη επιχειρεί να αποτρέψει μια νέα αμερικανική επίθεση, αναδεικνύοντας το πιθανό κόστος της.
Ο Βαέζ ανέφερε στο CNN ότι: «Η Τεχεράνη θέλει να καταστήσει σαφές ότι ο επόμενος γύρος θα διεξαχθεί σε ένα πολύ ευρύτερο πεδίο μάχης, με λιγότερους περιορισμούς και ενδεχομένως πιο θανατηφόρες συνέπειες».
Ο ίδιος προειδοποίησε, ωστόσο, ότι αυτή η στρατηγική ενέχει κινδύνους, καθώς τα μηνύματα που η ιρανική ηγεσία θεωρεί αποτρεπτικά θα μπορούσαν να εκληφθούν στην Ουάσιγκτον ως πρόκληση, αυξάνοντας την πιθανότητα μιας νέας σύγκρουσης.
Καθώς οι δύο πλευρές αφήνουν ανοιχτό το ενδεχόμενο επανέναρξης των στρατιωτικών επιχειρήσεων, η αντιπαράθεση δεν περιορίζεται πλέον στους πυραύλους, τις αεροπορικές βάσεις και τις ενεργειακές εγκαταστάσεις. Τα δίκτυα επικοινωνιών, τα υποθαλάσσια καλώδια, τα κέντρα δεδομένων και οι υποδομές τεχνητής νοημοσύνης περιλαμβάνονται επίσης στους πιθανούς στόχους, με επιπτώσεις που θα μπορούσαν να ξεπεράσουν κατά πολύ τα όρια της Μέσης Ανατολής.

