Ο πρωταθλητής Ευρώπης ισοφάρισε τη μεγαλύτερη ανατροπή στην ιστορία της EuroLeague και το έκανε με έναν τρόπο που ξεπερνά κάθε μπασκετική λογική: Η επίθεση της Βαλένθια κατέρρευσε χωρίς να μειωθεί ο ρυθμός, οι «ερυθρόλευκοι» μεταμορφώθηκαν σε άμυνα και ριμπάουντ και στην παράταση δεν επέτρεψαν ούτε ένα καλάθι εντός παιδιάς, παίζοντας μάλιστα χωρίς κλασικό σέντερ. Ο Φουρνιέ αρνήθηκε να παραδοθεί, ο Μοντέρο πέτυχε ένα από τα πιο αδιανόητα καλάθια της βραδιάς και ο Ολυμπιακός απέδειξε ότι υπάρχουν χαρακτηριστικά που κανένας στατιστικός δείκτης δεν μπορεί να αποτυπώσει πλήρως.
Υπάρχουν νίκες που προσθέτουν δύο βαθμούς στη βαθμολογία, νίκες που χτίζουν αυτοπεποίθηση και ορισμένες πολύ σπάνιες βραδιές που αποκτούν δική τους ξεχωριστή θέση στην ιστορία ενός συλλόγου. Η 13η Οκτωβρίου 2026 ανήκει πλέον στην τελευταία κατηγορία, αφού ο Ολυμπιακός κατάφερε στη Βαλένθια κάτι που, όταν ο φωτεινός πίνακας έγραφε 62-34, έμοιαζε να βρίσκεται πολύ πέρα από τα όρια του εφικτού. Οι πρωταθλητές Ευρώπης επέστρεψαν από το -28, νίκησαν με 102-97 στην παράταση μέσα στη Roig Arena και ισοφάρισαν τη μεγαλύτερη ανατροπή που έχει καταγραφεί σε νικηφόρο αγώνα στην ιστορία της EuroLeague.
Όσο συγκλονιστική κι αν είναι αυτή η ιστορική διάσταση, ο τρόπος με τον οποίο γεννήθηκε η ανατροπή είναι ακόμη πιο συναρπαστικός. Διότι ο Ολυμπιακός δεν βρήκε ξαφνικά δέκα εύστοχα τρίποντα, δεν περίμενε από τον αντίπαλό του να χάσει ανεξήγητα κάθε επαφή με το καλάθι και δεν επέστρεψε απλώς επειδή ο Εβάν Φουρνιέ αποφάσισε να πάρει πάνω του ολόκληρο το παιχνίδι. Όλα αυτά θα μπορούσαν να αποτελούν την εύκολη εξήγηση μιας μυθικής βραδιάς, όμως οι πραγματικοί λόγοι της ανατροπής βρίσκονται πολύ βαθύτερα, στον τρόπο με τον οποίο άλλαξε η άμυνα, στη διαχείριση των κατοχών, στη μάχη των ριμπάουντ και στην αποφασιστικότητα με την οποία οι Πειραιώτες επιτέθηκαν ξανά στο καλάθι.
Υπάρχει ωστόσο και μια άλλη διάσταση, χωρίς την οποία καμία στατιστική ανάλυση δεν μπορεί να εξηγήσει ολοκληρωμένα αυτό που συνέβη. Είναι η απόσταση που χωρίζει μια ομάδα με ποιοτικούς παίκτες από μια πραγματικά μεγάλη ομάδα, εκείνη που διαθέτει την προσωπικότητα να σταθεί απέναντι στην καταστροφή χωρίς να αποδεχθεί ότι έχει ήδη ηττηθεί. Ο Ολυμπιακός βρέθηκε να χάνει με 28 πόντους από έναν αντίπαλο που μέχρι εκείνη τη στιγμή έμοιαζε (και ήταν) ανώτερος σε κάθε σχεδόν πτυχή του παιχνιδιού. Κι όμως, οι παίκτες του συνέχισαν να διεκδικούν κατοχές, να εμπιστεύονται τις συνεργασίες τους και να επιστρέφουν στην άμυνα ακόμη κι όταν η απόσταση από τη νίκη φαινόταν απαγορευτική.
Για να συνειδητοποιήσει κανείς τι ακριβώς πέτυχε ο Ολυμπιακός, πρέπει πρώτα να καταλάβει σε πόσο απελπιστική αγωνιστική κατάσταση βρισκόταν στα πρώτα 21,5 λεπτά. Η Βαλένθια δεν είχε απλώς αποκτήσει ένα τεράστιο προβάδισμα, αλλά είχε επιβάλει σχεδόν απόλυτα τους δικούς της κανόνες, απέναντι σε μια ομάδα που αδυνατούσε να ελέγξει την μπάλα, να προστατεύσει τη ρακέτα της και να περιορίσει την ταχύτητα των Ισπανών. Κι όμως, μέσα στα επόμενα 23,5 λεπτά, ο ίδιος αντίπαλος που είχε σημειώσει 62 πόντους μέχρι το 62-34 κατάφερε να προσθέσει μόλις 35, ενώ ο Ολυμπιακός πέτυχε 68 και ολοκλήρωσε μία από τις σπουδαιότερες ανατροπές που γνώρισε ποτέ το ευρωπαϊκό μπάσκετ.
Από τις 18 ασίστ και τα δύο λάθη στις έξι ασίστ και τα εννέα λάθη: Η πραγματική εξήγηση του έπους
Αν έπρεπε να επιλέξουμε έναν μόνο στατιστικό συσχετισμό που αποτυπώνει την αγωνιστική μεταμόρφωση, αυτός δεν θα ήταν το 59-34 του ημιχρόνου ούτε καν το τελικό 97-102, αλλά όσα συνέβησαν στη σχέση δημιουργίας και λαθών των δύο ομάδων.
Στα πρώτα είκοσι λεπτά η Βαλένθια είχε μοιράσει 18 ασίστ και είχε υποπέσει σε μόλις δύο λάθη. Πρόκειται για μια σχεδόν ιδανική αναλογία που περιγράφει την άνεση με την οποία οι γηπεδούχοι έβρισκαν συνεργασίες, άλλαζαν πλευρά στην επίθεση και δημιουργούσαν πλεονεκτήματα απέναντι στην ερυθρόλευκη άμυνα. Το εξωφρενικό 15/21 στα δίποντα, δηλαδή ποσοστό 71,4%, συμπλήρωνε την εικόνα μιας ομάδας που έφτανε με υπερβολικά μεγάλη ευκολία στις περιοχές από τις οποίες μπορούσε να εκτελέσει αποτελεσματικά.
Την ίδια ώρα, ο Ολυμπιακός είχε έξι ασίστ και εννέα λάθη, με την αμυντική πίεση της Βαλένθια να διακόπτει την κυκλοφορία και να οδηγεί τους φιλοξενούμενους σε επιθέσεις χωρίς συνοχή. Δεν ήταν τυχαίο ότι ο Μοντέρο είχε πετύχει 13 από τους μόλις 34 πόντους της ομάδας του, καθώς αποτελούσε σχεδόν τη μοναδική αξιόπιστη επιλογή απέναντι σε μια άμυνα που είχε εξουδετερώσει τις περισσότερες συνεργασίες του Ολυμπιακού.
Στο δεύτερο ημίχρονο, όμως, η σχέση αυτή αντιστράφηκε με τρόπο που σπάνια συναντά κανείς στο κορυφαίο επίπεδο. Η Βαλένθια περιορίστηκε στις έξι ασίστ και υπέπεσε σε εννέα λάθη, ενώ ο Ολυμπιακός μοίρασε 13 ασίστ και έκανε μόλις πέντε λάθη. Η ισπανική επίθεση έχασε την καθαρότητα που τη χαρακτήριζε, οι συνεργασίες της σταμάτησαν να παράγουν συνεχώς εύκολες εκτελέσεις και η μπάλα δεν κυκλοφορούσε πια με την ίδια ασφάλεια.
Οι προηγμένοι δείκτες κάνουν αυτή τη μεταμόρφωση ακόμη πιο εντυπωσιακή. Στο πρώτο ημίχρονο η Βαλένθια είχε 67,1% effective field-goal percentage (eFG%), έναντι μόλις 44,4% του Ολυμπιακού, όμως στα επόμενα είκοσι λεπτά οι Ερυθρόλευκοι ανέβηκαν στο 62,5%, την ώρα που οι Ισπανοί υποχώρησαν στο 46,6%.
Η διαφορά γίνεται πραγματικά συγκλονιστική όταν εξετάσουμε την παραγωγή ανά κατοχή. Με την καθιερωμένη εκτίμηση των κατοχών, ο Ολυμπιακός είχε 87,4 πόντους ανά 100 κατοχές στο πρώτο ημίχρονο και 144 στο δεύτερο, ενώ η Βαλένθια κατέρρευσε από το εξωφρενικό 151,7 στο 79,7! Πρόκειται για μια μεταβολή που δύσκολα συναντά κανείς μέσα στον ίδιο αγώνα, πολλώ δε μάλλον σε αναμέτρηση τέτοιου επιπέδου.
Ακόμη πιο εντυπωσιακό είναι ότι αυτή η κατάρρευση δεν προέκυψε από κάποια θεαματική μείωση του ρυθμού. Με την ίδια μέθοδο υπολογισμού, κάθε ομάδα είχε περίπου 39 κατοχές στο πρώτο ημίχρονο και σχεδόν άλλες τόσες στο δεύτερο. Ο αριθμός των επιθέσεων παρέμεινε ουσιαστικά αμετάβλητος, αλλά η ποιότητά τους μεταβλήθηκε ολοκληρωτικά.
Ο Ολυμπιακός, λοιπόν, δεν επέστρεψε επειδή κατάφερε να αφαιρέσει κατοχές από τον χρόνο του αγώνα. Επέστρεψε επειδή άρχισε να αφαιρεί από τη Βαλένθια την ποιότητα των ίδιων της των κατοχών, πιέζοντας περισσότερο την μπάλα, προστατεύοντας αποτελεσματικότερα τις διαδρομές προς το καλάθι και αναγκάζοντας τους Ισπανούς να παίρνουν αποφάσεις υπό εντελώς διαφορετικές συνθήκες. Τα έξι εύστοχα δίποντα στις 15 προσπάθειες του δεύτερου ημιχρόνου, έναντι 15/21 στο πρώτο, αποτελούν την πιο καθαρή απόδειξη αυτής της μεταβολής.
Οι ίδιοι πέντε που διαλύθηκαν στο ξεκίνημα γύρισαν το παιχνίδι στην τρίτη περίοδο!
Υπάρχει εδώ ένα στοιχείο που κάνει την ιστορία ακόμη πιο ενδιαφέρουσα από προπονητικής πλευράς. Ο Μπαρτζώκας είχε ξεκινήσει την αναμέτρηση με τους Μίλερ-ΜακΙντάιρ, Γουόρντ, Φουρνιέ, Βεζένκοφ και Μιλουτίνοφ, βλέποντας τη Βαλένθια να προηγείται με 8-0 πριν από τις πρώτες αλλαγές του. Η συγκεκριμένη πεντάδα είχε μπει στο παιχνίδι με τον χειρότερο δυνατό τρόπο, χωρίς επιθετικό ρυθμό και με σοβαρά αμυντικά προβλήματα, τα οποία έμοιαζαν να ακυρώνουν κάθε πλεονέκτημα που μπορούσε να της δώσει η ποιότητα των προσώπων της.
Κι όμως, ακριβώς την ίδια πεντάδα εμπιστεύτηκε ο προπονητής του Ολυμπιακού στο ξεκίνημα του δεύτερου ημιχρόνου, αφήνοντάς την μάλιστα στο παρκέ για σχεδόν ολόκληρη την τρίτη περίοδο. Μέχρι την αλλαγή που έγινε στο τελευταίο δευτερόλεπτο του δεκαλέπτου, οι πέντε παίκτες που είχαν υποστεί το αρχικό 8-0 είχαν αναλάβει να αλλάξουν τη μοίρα της αναμέτρησης, οδηγώντας την ομάδα τους σε ένα επιμέρους 25-12.
Η λεπτομέρεια αυτή έχει ιδιαίτερη αξία, επειδή φανερώνει ότι η πρώτη μεγάλη μεταβολή δεν προήλθε από κάποιο ολοκληρωτικό ανακάτεμα της τράπουλας, αλλά από τη ριζική αλλαγή στην αγωνιστική συμπεριφορά των ίδιων πρωταγωνιστών. Ο Μίλερ-ΜακΙντάιρ έβαλε ένα τρίποντο για το 62-40, ο Βεζένκοφ άρχισε να βρίσκει τις συνηθισμένες του διαδρομές, ο Μιλουτίνοφ πρόσφερε παρουσία στις διεκδικήσεις και ο Φουρνιέ ξεκίνησε να αποκτά την επιθετική επιρροή που του είχε λείψει ολοκληρωτικά στο πρώτο μέρος.
Πάνω απ’ όλα, όμως, ο Ολυμπιακός απέκτησε ξανά συλλογική αμυντική λειτουργία. Οι πέντε που στην αρχή έμοιαζαν ανήμποροι να περιορίσουν τη Βαλένθια, κατάφεραν να τη διατηρήσουν στους 12 πόντους για ένα ολόκληρο δεκάλεπτο αναγκάζοντάς την σε τέσσερα λάθη και περιορίζοντάς την στα 2/9 δίποντα. Δεν ήταν απλώς μια καλύτερη περίοδος, αλλά η στιγμή κατά την οποία οι Ισπανοί άρχισαν να καταλαβαίνουν ότι το προβάδισμα των 28 πόντων δεν αποτελούσε πλέον καμία εγγύηση.
Κι όταν η τρίτη περίοδος ολοκληρώθηκε στο 71-59, το παιχνίδι είχε ήδη αλλάξει χαρακτήρα. Η διαφορά παρέμενε διψήφια, αλλά ο Ολυμπιακός είχε πλέον αποκτήσει τον έλεγχο της έντασης και της κατεύθυνσης της αναμέτρησης, κάτι που αποδείχθηκε πολύ σημαντικότερο από το γεγονός ότι εξακολουθούσε να κυνηγά στο σκορ.
Ούτε το τρίποντο ούτε η τύχη: Η ανατροπή χτίστηκε στις επιπλέον κατοχές και στις επιθέσεις στο καλάθι
Η δεύτερη μεγάλη αποκάλυψη του αγώνα βρίσκεται στα επιθετικά ριμπάουντ. Ο Ολυμπιακός είχε πάρει μόλις δύο σε ολόκληρο το πρώτο ημίχρονο, όμως μετά την ανάπαυλα συγκέντρωσε άλλα δώδεκα, από τα συνολικά δεκατέσσερα της βραδιάς. Έξι από αυτά ήρθαν στην τρίτη περίοδο, δύο στην τέταρτη και τέσσερα στην παράταση, δημιουργώντας επαναλαμβανόμενες ευκαιρίες για μια ομάδα που μέχρι το ημίχρονο δυσκολευόταν ακόμη και να ολοκληρώσει σωστά την πρώτη της επίθεση.
Ο δείκτης ORB% αποτυπώνει με ακόμη μεγαλύτερη ακρίβεια τη μεταβολή: στο πρώτο ημίχρονο ο Ολυμπιακός ανανέωνε μόλις το 12,5% των διαθέσιμων διεκδικήσεων στην αντίπαλη ρακέτα, αλλά στο δεύτερο το ποσοστό εκτοξεύτηκε στο 50%. Στην παράταση, μάλιστα, έφτασε στο αδιανόητο 66,7%, αφού οι Ερυθρόλευκοι πήραν τέσσερα από τα έξι διαθέσιμα επιθετικά ριμπάουντ, παρά το γεγονός ότι αγωνίζονταν χωρίς κλασικό σέντερ!
Ανάλογη ήταν και η αλλαγή στην άμυνα, όπου το ποσοστό των αμυντικών ριμπάουντ ανέβηκε από το 70,6% του πρώτου ημιχρόνου στο 89,5% του δεύτερου. Σε ένα ματς όπου η Βαλένθια είχε χτίσει το τεράστιο προβάδισμά της από την άνεση με την οποία δημιουργούσε και εκτελούσε, η δυνατότητα του Ολυμπιακού να τελειώνει τις αμυντικές κατοχές και να ανανεώνει τις δικές του αποδείχθηκε καθοριστική.
Η διαφορά αυτή δεν είναι απλώς ζήτημα ενέργειας, αλλά συνδέεται άμεσα με το πώς ο Ολυμπιακός κατάφερε να επιβάλει μεγαλύτερη διάρκεια στις επιθέσεις του, να διατηρήσει ζωντανές κατοχές και να υποχρεώσει την άμυνα της Βαλένθια να δουλέψει ξανά και ξανά. Ο Μιλουτίνοφ, με τέσσερα επιθετικά ριμπάουντ, είχε καθοριστική παρουσία σε αυτή τη διαδικασία, ενώ ο Παπανικολάου πρόσθεσε τρία και ορισμένες από τις σημαντικότερες ανανεώσεις ήρθαν όταν το παιχνίδι είχε πλέον φτάσει στα όριά του.
Όλα αυτά αποκτούν ακόμη μεγαλύτερη αξία αν εξετάσουμε την επιθετική αποτελεσματικότητα συνολικά, γιατί ο Ολυμπιακός κατάφερε να πετύχει 102 πόντους με μόλις 7/26 τρίποντα, δηλαδή 26,9%, ενώ η Βαλένθια είχε 12/35. Οι Ισπανοί κέρδισαν τη μάχη των τριπόντων με διαφορά 15 πόντων και μάλιστα ολοκλήρωσαν το παιχνίδι με ελαφρώς καλύτερο effective field-goal percentage, 53,4% έναντι 52,1% των Ερυθρόλευκων. Κι όμως έχασαν.
Για να καταλάβουμε το γιατί, αρκεί να δούμε τη διαφορά στα δίποντα και στις βολές. Ο Ολυμπιακός είχε 27/46 δίποντα έναντι 21/38 της Βαλένθια, παίρνοντας προβάδισμα δώδεκα πόντων από τις προσπάθειες μέσα από τη γραμμή των 6,75 μέτρων, ενώ με το εκπληκτικό 27/29 στις βολές πρόσθεσε άλλους οκτώ πόντους διαφορά έναντι των 19/25 των γηπεδούχων. Αυτές οι δύο κατηγορίες έδωσαν συνολικά πλεονέκτημα είκοσι πόντων στους Πειραιώτες, υπερκαλύπτοντας το -15 των τριπόντων.
Ειδικά στην τέταρτη περίοδο, όταν η πίεση ήταν αφόρητη και κάθε χαμένη επίθεση μπορούσε να αποδειχθεί καταδικαστική, ο Ολυμπιακός ολοκλήρωσε το δεκάλεπτο με 10/12 δίποντα, οκτώ ασίστ και 76,5% eFG%, σκοράροντας 31 πόντους. Δεν επρόκειτο για μια τυφλή επίθεση απελπισίας που περίμενε να σωθεί από ατομικές εμπνεύσεις, αλλά για μια ομάδα που είχε αρχίσει να βρίσκει πάλι χώρους, σωστές γωνίες εκτέλεσης και συνεργασίες, καταφέρνοντας να μεταφέρει την πίεση σε μια Βαλένθια που πλέον δυσκολευόταν ακόμη και να ολοκληρώσει τις δικές της κατοχές.
Ο Φουρνιέ των μηδέν πόντων έγινε ο Φουρνιέ που αρνήθηκε να χάσει
Αν η άμυνα και η αλλαγή στην επιθετική λειτουργία εξηγούν πώς επέστρεψε ο Ολυμπιακός, ο Εβάν Φουρνιέ είναι το πρόσωπο που έδωσε στην ανατροπή την προσωπικότητα και το εκρηκτικό στοιχείο που απαιτούσε μια τόσο ιστορική βραδιά.
#94 · Φόργουορντ · 33 ετών
Εβάν Φουρνιέ›
Ολυμπιακός EuroLeague · 2026/27
12.4ΠΟΝΤΟΙ2.2ΡΙΜΠΑΟΥΝΤ3ΑΣΙΣΤ
Ο Γάλλος είχε ολοκληρώσει το πρώτο ημίχρονο χωρίς πόντο, έχοντας περάσει ουσιαστικά απαρατήρητος επιθετικά μέσα σε ένα παιχνίδι που έμοιαζε να μην μπορεί να ακολουθήσει. Από εκείνο το σημείο και μετά, όμως, η εικόνα άλλαξε ολοκληρωτικά. Πέτυχε οκτώ πόντους στην τρίτη περίοδο, έντεκα στην τέταρτη και άλλους τέσσερις στην παράταση, ολοκληρώνοντας την αναμέτρηση με 23 πόντους και τέσσερις ασίστ.
Η συμβολή του δεν περιορίστηκε στα μεγάλα σουτ, αφού ο Φουρνιέ ήταν εκείνος που άρχισε να επιτίθεται επιθετικότερα στις αμυντικές αδυναμίες της Βαλένθια, να αναλαμβάνει πρωτοβουλίες χωρίς τον δισταγμό του πρώτου ημιχρόνου και να δίνει στους συμπαίκτες του την αίσθηση ότι υπήρχε πλέον ένας σταθερός επιθετικός άξονας γύρω από τον οποίο μπορούσαν να οργανώσουν την προσπάθειά τους. Ταυτόχρονα, πρόσφερε δύο κλεψίματα και κρίσιμες αμυντικές παρεμβάσεις, επιβεβαιώνοντας ότι η δική του μεταμόρφωση δεν ήταν αποκλειστικά εκτελεστική.
Ο Φουρνιέ δεν πραγματοποίησε μια στατιστικά άψογη εμφάνιση, καθώς τελείωσε με 7/19 σουτ εντός παιδιάς και τέσσερα λάθη. Αυτή ακριβώς η λεπτομέρεια, ωστόσο, κάνει την παρουσία του ακόμη πιο ενδιαφέρουσα από πλευράς προσωπικότητας. Παρότι τίποτε δεν του είχε βγει στο πρώτο ημίχρονο, δεν σταμάτησε να αναλαμβάνει την ευθύνη, να επιτίθεται, να δημιουργεί και να δοκιμάζει τις αντοχές της αντίπαλης άμυνας. Δεν χρειάστηκε να είναι τέλειος για να γίνει καθοριστικός, παρά μόνο να παραμείνει παρών στις στιγμές που το παιχνίδι απαιτούσε κάποιον να σταθεί στο ύψος του.
Το καλάθι του για το 86-86, λίγο πριν από το τελευταίο δίλεπτο, ήταν χαρακτηριστικό της προσωπικότητάς του. Η Βαλένθια είχε μόλις βρει τρίποντο από τον Μπρουκς για να ξαναπάρει το προβάδισμα και σε εκείνη ακριβώς τη στιγμή ο Ολυμπιακός χρειαζόταν κάποιον που δεν θα αντιμετώπιζε την προηγούμενη προσπάθεια σαν χαμένη ευκαιρία, αλλά θα έβλεπε μπροστά του την επόμενη κατοχή ως νέα δυνατότητα.
Αυτό το έκανε ο Φουρνιέ, λειτουργώντας ως ο έμπειρος εκτελεστής που μπορεί να μεγαλουργήσει μέσα στην πίεση και όχι απλώς να την αντέξει. Για τούτο οι 23 πόντοι του απέκτησαν ακόμη μεγαλύτερη σημασία: δεν ήταν μια συνηθισμένη καλή εμφάνιση, αλλά μια προσωπική ανατροπή μέσα στη συνολική ιστορική ανατροπή της ομάδας του.
Ο Μοντέρο γύρισε στη Βαλένθια για να γράψει ιστορία ως MVP και με ένα αδιανόητο καλάθι που έκρινε την τύχη του έπους
Υπάρχει κάτι σχεδόν κινηματογραφικό στην ιστορία του Γιαν Μοντέρο. Ο 23χρονος Δομινικανός επέστρεψε στη Βαλένθια, στο γήπεδο όπου είχε γνωρίσει την αποθέωση φορώντας τη φανέλα των Ισπανών, για να πρωταγωνιστήσει σε μια από τις πιο οδυνηρές ήττες της πρώην ομάδας του και ταυτόχρονα σε μία από τις μεγαλύτερες νίκες της ευρωπαϊκής ιστορίας. Οι 26 πόντοι, τα 7/9 δίποντα, οι 9/10 βολές, τα έντεκα κερδισμένα φάουλ και οι 35 βαθμοί αξιολόγησης συνθέτουν μια εμφάνιση εξαιρετικής αποτελεσματικότητας, αλλά ούτε αυτοί οι εντυπωσιακοί αριθμοί αρκούν για να περιγράψουν την υπογραφή που έβαλε ο Μοντέρο στη συγκεκριμένη βραδιά.
#8 · Γκαρντ · 23 ετών
Γιαν Μοντέρο›
Ολυμπιακός EuroLeague · 2026/27
16ΠΟΝΤΟΙ3.8ΡΙΜΠΑΟΥΝΤ4ΑΣΙΣΤ
Ο Δομινικανός ήταν εκείνος που κράτησε επιθετικά όρθιο τον Ολυμπιακό στο πρώτο ημίχρονο, όταν σχεδόν τίποτε άλλο δεν λειτουργούσε, και παρέμεινε σημείο αναφοράς όταν η μεγάλη αντεπίθεση άρχισε να παίρνει σάρκα και οστά. Η ικανότητά του να επιτίθεται στην πρώτη γραμμή άμυνας, να αλλάζει κατεύθυνση και να φτάνει στο καλάθι ή να κερδίζει φάουλ αποτέλεσε ένα από τα πολυτιμότερα όπλα των Πειραιωτών, ιδιαίτερα σε μια αναμέτρηση όπου η κυκλοφορία της μπάλας είχε αντιμετωπίσει τεράστια προβλήματα στα πρώτα είκοσι λεπτά. Το τρίποντό του για το 83-78 στο τελευταίο πεντάλεπτο και η συνεργασία του με τον Εντζάι για το 86-88 ήταν δύο από τις σημαντικότερες στιγμές της επιστροφής, αλλά εκείνο που ακολούθησε στην παράταση ανήκει σε μια εντελώς διαφορετική κατηγορία.
Το χρονόμετρο έδειχνε περίπου 1:20 πριν από το τέλος, ο Ολυμπιακός προηγούνταν μόλις με 95-96 και ο χρόνος της επίθεσης εξαντλούνταν. Ο Μοντέρο είχε βρεθεί στριμωγμένος στην αριστερή πλευρά, σχεδόν πάνω στην τελική γραμμή, με τον αμυντικό του να προσπαθεί να του αφαιρέσει κάθε δυνατότητα εκτέλεσης. Η γωνία ήταν σχεδόν απαγορευτική, το 24άρι τελείωνε και η κατοχή έμοιαζε καταδικασμένη να χαθεί. Κι όμως, ο Δομινικανός κατάφερε να σηκωθεί για ένα απίστευτα δύσκολο σουτ, με την άμυνα κρεμασμένη πάνω του, στέλνοντας την μπάλα στο καλάθι την τελευταία δυνατή στιγμή, πάνω στην εκπνοή του χρόνου επίθεσης!
95-98, με 1:18 να απομένει. Ένα καλάθι από εκείνα που μοιάζουν εξωφρενικά δύσκολα τη στιγμή που επιχειρούνται και αποκτούν ιστορική αξία όταν συνειδητοποιείς τι ακριβώς διακυβεύεται. Διότι αν ο Μοντέρο αστοχούσε και η Βαλένθια εξασφάλιζε την κατοχή, οι Ισπανοί θα είχαν την ευκαιρία να περάσουν μπροστά ακόμη και με ένα απλό δίποντο. Αντί γι’ αυτό, βρέθηκαν ξαφνικά στο -3, γνωρίζοντας ότι πλέον χρειάζονταν τρίποντο μόνο και μόνο για να ισοφαρίσουν. Σε ένα παιχνίδι όπου κάθε δευτερόλεπτο είχε αποκτήσει τεράστια αξία, ο Μοντέρο δεν πρόσθεσε απλώς δύο πόντους στο ενεργητικό του Ολυμπιακού, αλλά άλλαξε ολόκληρη την εξίσωση της τελευταίας μάχης.
Η αμέσως επόμενη κατοχή επιβεβαίωσε πόσο καθοριστική ήταν αυτή η εξέλιξη. Ο Σορτς αστόχησε, ο Βεζένκοφ εξασφάλισε το αμυντικό ριμπάουντ και ο Φουρνιέ, με δύο εύστοχες βολές, έστειλε τη διαφορά στους πέντε πόντους (95-100), με μόλις 54 δευτερόλεπτα να απομένουν. Η Βαλένθια είχε πλέον χάσει σχεδόν κάθε περιθώριο αντίδρασης και το απίθανο καλάθι του Μοντέρο, εκείνο που λίγες στιγμές νωρίτερα έμοιαζε περισσότερο με προσπάθεια απελπισίας παρά με εκτέλεση υψηλής πιθανότητας, είχε αποδειχθεί η κατοχή που έγειρε οριστικά την πλάστιγγα.
Αυτή είναι και η πραγματική αξία του Μοντέρο για τον Ολυμπιακό του Μπαρτζώκα. Δεν προσφέρει μόνο σκορ ή την ταχύτητα ενός εκρηκτικού γκαρντ, αλλά την ικανότητα να δημιουργεί κάτι εκεί όπου η επίθεση φαίνεται να έχει εξαντλήσει όλες τις επιλογές της, δίνοντας στην ομάδα έναν επιπλέον τρόπο να επιβιώνει στις πιο δύσκολες συνθήκες. Στη Βαλένθια, μάλιστα, χρειάστηκε να το κάνει στην πιο πιεστική στιγμή, με ολόκληρο το βάρος μιας ανατροπής 28 πόντων να κρέμεται από μια κατοχή και με το χρονόμετρο να τον απειλεί όσο και ο προσωπικός του αντίπαλος.
Αν ο Φουρνιέ ήταν εκείνος που έδωσε στην ανατροπή την προσωπικότητα του μεγάλου ηγέτη, ο Μοντέρο ήταν ο άνθρωπος που της χάρισε ένα από τα πιο αδιανόητα καλάθια της. Και το γεγονός ότι το πέτυχε στην έδρα της προηγούμενης ομάδας του, στην εκπνοή του 24αριού, με τον Ολυμπιακό να παλεύει να ολοκληρώσει το μεγαλύτερο θαύμα της ιστορίας του στη EuroLeague, κάνει τη συγκεκριμένη στιγμή ακόμη πιο ξεχωριστή.
Παπανικολάου, Εντζάι και Μιλουτίνοφ: Οι υπογραφές που δεν χωρούν όλες στους 49 πόντους των δύο πρωταγωνιστών
Η παγίδα σε τέτοια παιχνίδια είναι να αποδοθεί ολόκληρη η ανατροπή στους δύο πρώτους σκόρερ και να περάσει σε δεύτερη μοίρα η εργασία εκείνων που άλλαξαν τις συνθήκες μέσα στις οποίες οι πρωταγωνιστές μπόρεσαν να σκοράρουν. Ο Φουρνιέ και ο Μοντέρο πέτυχαν μαζί 49 πόντους, αλλά δύσκολα θα είχαν φτάσει να διεκδικούν τη νίκη αν ο Ολυμπιακός δεν είχε βρει πολύτιμες λύσεις από τον Κώστα Παπανικολάου, τον Εμπάι Εντζάι και τον Νίκολα Μιλουτίνοφ.
Ο αρχηγός τελείωσε με εννέα πόντους και επτά ριμπάουντ, τρία από τα οποία επιθετικά, χωρίς να υποπέσει σε λάθος. Τα δύο διαδοχικά επιθετικά ριμπάουντ του στην τέταρτη περίοδο, που κατέληξαν στο καλάθι για το 83-80, είχαν ιδιαίτερη βαρύτητα, όπως και η άμυνά του στο κρίσιμο τελευταίο λεπτό, όταν σταμάτησε προσπάθεια του Μπρουκς. Ο Παπανικολάου έδωσε ακριβώς εκείνο που χρειαζόταν ο Ολυμπιακός σε μια αναμέτρηση όπου η πνευματική διαύγεια είχε γίνει εξίσου πολύτιμη με την αθλητικότητα: σωστή τοποθέτηση, αντίδραση στην μπάλα και αποφασιστικότητα στις διεκδικήσεις.
Ο Εντζάι ήταν από τις σημαντικότερες μορφές της αντεπίθεσης και ειδικά της τέταρτης περιόδου, συνδυάζοντας τους έντεκα πόντους και τις τρεις ασίστ με δύο καθοριστικά κλεψίματα. Το καλάθι του για το 83-82 έφερε τον Ολυμπιακό σε απόσταση αναπνοής και εκείνο για το 86-88 του έδωσε προβάδισμα, αλλά η σημασία του δεν βρίσκεται αποκλειστικά σε αυτές τις εκτελέσεις. Με την αθλητικότητά του, τις παρεμβάσεις του στις γραμμές πάσας και την ικανότητα να προσφέρει λύσεις σε περισσότερους από έναν ρόλους, αποτέλεσε ένα από τα πρόσωπα που έκαναν εφικτή τη μεγάλη αμυντική μεταστροφή των Πειραιωτών.
Όσο για τον Μιλουτίνοφ, οι επτά πόντοι του επίσης δεν περιγράφουν επαρκώς όσα πρόσφερε. Ο Σέρβος είχε επτά ριμπάουντ (τα τέσσερα επιθετικά), δύο ασίστ και κανένα λάθος σε 22:36 συμμετοχής, ενώ η παρουσία του υπήρξε σημαντική για να διατηρήσει ο Ολυμπιακός ισορροπία στη μάχη της ρακέτας. Με τον Χολ να αγωνίζεται μόλις 2:38 και τον Τζόουνς να αποχωρεί έχοντας συμπληρώσει πέντε φάουλ, οι λύσεις στην ερυθρόλευκη φροντ λάιν έπρεπε να αναζητηθούν μέσα από διαφορετικούς συνδυασμούς προσώπων, κάτι που αποδείχθηκε καθοριστικό και για την τελική μορφή της αναμέτρησης.
Η μεγαλύτερη ειρωνεία της βραδιάς: Χωρίς σέντερ, τέσσερα επιθετικά ριμπάουντ και μηδέν καλάθια η Βαλένθια στην παράταση!
Το φινάλε κρύβει ίσως την πιο απίθανη αγωνιστική λεπτομέρεια ολόκληρου του παιχνιδιού, εκείνη που αποτυπώνει σε απόλυτο βαθμό πόσο είχε αλλάξει η ισορροπία δυνάμεων μέχρι τη στιγμή που οι δύο ομάδες μπήκαν στην παράταση.
Ο Μιλουτίνοφ είχε αποσυρθεί από το τελευταίο ενάμισι λεπτό της κανονικής διάρκειας και ο Ολυμπιακός ολοκλήρωσε το σαραντάλεπτο και αγωνίστηκε σε ολόκληρο το επιπλέον πεντάλεπτο χωρίς κανέναν από τους τρεις καθαρόαιμους σέντερ του. Με τον Εντζάι, τον Βεζένκοφ, τον Παπανικολάου και κατά διαστήματα τον Γουόρντ να συγκροτούν ιδιαίτερα ευέλικτα σχήματα στην μπροστινή γραμμή, οι «ερυθρόλευκοι» αναζήτησαν διαφορετική αμυντική λειτουργία, επιδιώκοντας να καλύψουν περισσότερους χώρους και να διατηρήσουν την απαιτούμενη κινητικότητα απέναντι στους γρήγορους περιφερειακούς της Βαλένθια.
Το εκπληκτικό είναι ότι σε αυτά τα πέντε λεπτά χωρίς κλασικό σέντερ, ο Ολυμπιακός πήρε τέσσερα επιθετικά ριμπάουντ, με Παπανικολάου, Εντζάι, Μοντέρο και Γουόρντ να έχουν από ένα, ενώ η Βαλένθια ολοκλήρωσε την παράταση με 0/6 σουτ εντός παιδιάς! Οι επτά πόντοι των Ισπανών προήλθαν αποκλειστικά από βολές, αφού οι γηπεδούχοι αστόχησαν σε δύο δίποντα και τέσσερα τρίποντα, αδυνατώντας να βρουν έστω μία επιτυχημένη εκτέλεση στο παιχνίδι τους.
Η λεπτομέρεια αυτή δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί ως μια απλή συγκυρία ευστοχίας, επειδή αποτελεί την κορύφωση όσων είχαν προηγηθεί στην αμυντική μεταμόρφωση του Ολυμπιακού. Η ίδια Βαλένθια που είχε σημειώσει 59 πόντους στο πρώτο ημίχρονο και έμοιαζε να μπορεί να επιτεθεί με οποιονδήποτε τρόπο, βρέθηκε στο τέλος να αναζητά απεγνωσμένα μια καθαρή εκτέλεση, απέναντι σε έναν αντίπαλο που είχε καταφέρει να αντιστρέψει ολοκληρωτικά τις συνθήκες του παιχνιδιού.
Και το έκανε χωρίς να θυσιάσει τη μάχη των διεκδικήσεων, γεγονός που αναδεικνύει όχι μόνο την ευελιξία των συγκεκριμένων σχημάτων, αλλά και την αποφασιστικότητα με την οποία οι παίκτες του Ολυμπιακού αντιμετώπισαν κάθε κατοχή ως μια ευκαιρία που έπρεπε να κερδηθεί. Στο τέλος αυτής της αδιανόητης βραδιάς, οι τέσσερις επιθετικές ανανεώσεις της παράτασης και τα έξι άστοχα σουτ της Βαλένθια περιγράφουν καλύτερα από οτιδήποτε άλλο την πλήρη ανατροπή των ισορροπιών.
Εκεί που τελειώνουν οι αριθμοί, αρχίζει η προσωπικότητα των μεγάλων ομάδων
Υπάρχει ένα σημείο στο οποίο ακόμη και η πιο λεπτομερής στατιστική ανάλυση φτάνει στα όριά της. Το eFG%, το Offensive Rating, τα ριμπάουντ και τα ποσοστά λαθών εξηγούν με εντυπωσιακή ακρίβεια πώς άλλαξε το παιχνίδι, αλλά δεν μπορούν να μετρήσουν ολοκληρωμένα αυτό που ονομάζουμε προσωπικότητα. Την ικανότητα, δηλαδή, ενός αθλητή να διατηρεί την πίστη στις δυνατότητές του όταν τίποτε δεν λειτουργεί, να συνεχίζει να εκτελεί με αποφασιστικότητα έπειτα από συνεχόμενες αποτυχίες και να αντιμετωπίζει την επόμενη κατοχή χωρίς να κουβαλά το βάρος της προηγούμενης.
Αυτό ακριβώς ήταν που έκανε τον Ολυμπιακό τόσο ξεχωριστό στη Βαλένθια. Διότι η ομάδα του Μπαρτζώκα δεν χρειάστηκε μόνο να καλύψει 28 πόντους απέναντι σε μια εξαιρετική αντίπαλο, αλλά και να διαχειριστεί τις ψυχολογικές μεταπτώσεις μιας αναμέτρησης όπου κάθε φορά που πλησίαζε στην απόλυτη ανατροπή, παρουσιαζόταν ένα νέο εμπόδιο. Η Βαλένθια βρήκε κρίσιμα τρίποντα, οι διαιτητικές αποφάσεις προκάλεσαν έντονο εκνευρισμό και ακόμη κι όταν ο Ολυμπιακός κατάφερε επιτέλους να περάσει μπροστά, δεν μπόρεσε να τελειώσει το παιχνίδι στην κανονική διάρκεια.
Στα τελευταία δευτερόλεπτα του σαρανταλέπτου, ο Βεζένκοφ και ο Μοντέρο έχασαν από μία βολή που θα μπορούσε να εξασφαλίσει προβάδισμα δύο κατοχών. Ο Σορτς ισοφάρισε σε 90-90, ο Μοντέρο αστόχησε στην τελευταία επίθεση και το παιχνίδι οδηγήθηκε στην παράταση, με τη Βαλένθια να έχει πλέον την ψυχολογική δυνατότητα να εκμεταλλευτεί την ευκαιρία που της παρουσιάστηκε.
Εκεί, όμως, φάνηκε η πραγματική αξία των πνευματικών χαρακτηριστικών του Ολυμπιακού. Οι παίκτες του δεν επέτρεψαν στις χαμένες βολές, στην ισοφάριση ή στην αποτυχημένη τελευταία επίθεση να καθορίσουν τη συμπεριφορά τους στο επιπλέον πεντάλεπτο. Επέστρεψαν με την ίδια αμυντική συγκέντρωση, κέρδισαν ξανά τις διεκδικήσεις και συνέχισαν να παίζουν σαν μια ομάδα που είχε ήδη αφήσει πίσω της όσα δεν πήγαν καλά, χωρίς όμως να έχει ξεχάσει τι έπρεπε να κάνει για να νικήσει.
Εκεί βρίσκεται ίσως η ουσιαστικότερη διαφορά ανάμεσα στους καλούς και στους πραγματικά μεγάλους. Οι καλοί παίκτες μπορούν να πραγματοποιήσουν εξαιρετικές εμφανίσεις όταν το παιχνίδι κυλά ευνοϊκά και η αυτοπεποίθησή τους τροφοδοτείται από την επιτυχία. Οι πραγματικά μεγάλοι, αντίθετα, διαθέτουν την πνευματική αντοχή να παραμείνουν συγκεντρωμένοι ακόμη κι όταν έχουν αποτύχει επανειλημμένα, την ψυχραιμία να συνεχίσουν να εμπιστεύονται τις αποφάσεις τους και το θάρρος να αναλάβουν ξανά την ευθύνη τη στιγμή που μια ακόμη αποτυχία μπορεί να αποδειχθεί καταδικαστική.
Ο Φουρνιέ το απέδειξε όταν, έχοντας μείνει άποντος σε ολόκληρο το πρώτο ημίχρονο, συνέχισε να ζητά την μπάλα και να αναλαμβάνει δύσκολες επιθέσεις. Ο Μοντέρο το απέδειξε όταν, μετά το άστοχο σουτ της τελευταίας κατοχής στην κανονική διάρκεια, βρήκε το καθαρό μυαλό και το θάρρος να επιχειρήσει και να πετύχει ένα ακόμη δυσκολότερο σουτ στην παράταση. Ο Παπανικολάου το απέδειξε όταν, παρά την τεράστια σωματική και πνευματική καταπόνηση, συνέχισε να διεκδικεί επιθετικά ριμπάουντ και να παίρνει τις σωστές αμυντικές θέσεις.
Αυτά τα στοιχεία δεν εμφανίζονται σε κανένα boxscore και δεν υπάρχει στατιστικός δείκτης που να μπορεί να τους αποδώσει την πλήρη αξία τους. Είναι, όμως, εκείνα που δίνουν πραγματικό νόημα στους αριθμούς και εξηγούν γιατί ο Ολυμπιακός κατάφερε να μετατρέψει μια βραδιά αγωνιστικής κατάρρευσης σε ένα από τα μεγαλύτερα κατορθώματα της ιστορίας του.
Ο Μπαρτζώκας αποβλήθηκε, αλλά η ομάδα του δεν έχασε ούτε στιγμή τον δρόμο της
Η αποβολή του Γιώργου Μπαρτζώκα στο 32΄, με δεύτερη τεχνική ποινή έπειτα από διαμαρτυρία για μη καταλογισμένα βήματα, προσέθεσε ακόμη μεγαλύτερη ένταση σε ένα παιχνίδι που ήδη είχε ξεφύγει από κάθε συνηθισμένο πλαίσιο. Η διαιτητική τριάδα των Ντιφαλά, Κοβάλσκι και Ράτσις προκάλεσε αρκετές φορές τις έντονες αντιδράσεις των Πειραιωτών, με τις αμφισβητούμενες αποφάσεις να συνεχίζονται μέχρι την παράταση, όταν ένα φάουλ στον Σορτς και η τεχνική ποινή στον Παπανικολάου έδωσαν νέα τροφή στον εκνευρισμό.
Ωστόσο, το σημαντικότερο αγωνιστικό στοιχείο είναι ότι η μεγάλη επιστροφή είχε αρχίσει πολύ πριν αποβληθεί ο προπονητής του Ολυμπιακού. Η τρίτη περίοδος είχε ήδη ολοκληρωθεί με επιμέρους 25-12 και οι βάσεις της ανατροπής είχαν τοποθετηθεί μέσα από την αλλαγή της αμυντικής λειτουργίας, την εμπιστοσύνη στο αρχικό σχήμα και την καλύτερη αξιοποίηση των επιθετικών επιλογών. Συνεπώς, η αποβολή δεν μπορεί να παρουσιαστεί ως η αιτία της αφύπνισης, όσο δραματική κι αν ήταν η συγκεκριμένη στιγμή.
Ο Χρήστος Παππάς, που ανέλαβε την καθοδήγηση από τον πάγκο, διαχειρίστηκε τις τελευταίες κρίσιμες αποφάσεις και συνέβαλε στη διατήρηση της αγωνιστικής συγκέντρωσης μιας ομάδας που πλέον είχε ξαναβρεί την ταυτότητά της. Η ευελιξία των σχημάτων στο τέλος, η σταθερή εμπιστοσύνη στους παίκτες που μπορούσαν να ανταποκριθούν στην αμυντική ένταση και η ψυχραιμία στις καθοριστικές επιθέσεις απέδειξαν ότι ο Ολυμπιακός μπορούσε να διατηρήσει την αγωνιστική του κατεύθυνση ακόμη και χωρίς τη φυσική παρουσία του προπονητή του δίπλα στον αγωνιστικό χώρο.
Κάπου εδώ αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία αυτό που συνέβη στα αποδυτήρια μετά τη λήξη του αγώνα. Ο Μπαρτζώκας δεν στάθηκε στους 102 πόντους, ούτε στο γεγονός ότι οι παίκτες του είχαν ισοφαρίσει ένα ιστορικό ρεκόρ ανατροπής. Τους είπε ότι είχαν «κότσια και προσωπικότητα», αναγνωρίζοντας ακριβώς εκείνα τα χαρακτηριστικά που είχαν κάνει τη διαφορά στις πιο δύσκολες στιγμές.
Δεν ήταν μια συνηθισμένη πανηγυρική δήλωση. Ήταν η αναγνώριση από έναν προπονητή ότι οι παίκτες του είχαν καταφέρει κάτι που ξεπερνούσε ακόμη και τις απαιτήσεις του δικού του αγωνιστικού σχεδίου. Διότι ο Μπαρτζώκας μπορεί να οικοδομεί την ομάδα του πάνω στην κυκλοφορία, τη δημιουργία πλεονεκτημάτων, τις σωστές αποφάσεις και τη συλλογική λειτουργία, αλλά γνωρίζει καλύτερα από τον καθένα ότι όλα αυτά χρειάζονται παίκτες με το κατάλληλο πνευματικό υπόβαθρο για να λειτουργήσουν όταν το παιχνίδι φτάνει στα όρια.
«Τα καλύτερα μαθήματα είναι αυτά που παίρνεις νικώντας»: Ένα καταστροφικό ημίχρονο που δεν πρέπει να επαναληφθεί
Η ιστορική ανατροπή δεν πρέπει να οδηγήσει σε μια εξιδανικευμένη ανάγνωση του αγώνα. Ο Ολυμπιακός δέχθηκε 59 πόντους σε ένα ημίχρονο, επέτρεψε 18 ασίστ με μόλις δύο λάθη στον αντίπαλό του και βρέθηκε στο -28 επειδή για μεγάλο διάστημα αδυνατούσε να ανταποκριθεί στις απαιτήσεις της αναμέτρησης. Αυτά είναι σοβαρά αγωνιστικά προβλήματα, ιδιαίτερα για μια ομάδα που βρίσκεται σε διπλή αγωνιστική εβδομάδα, έχοντας παίξει την Παρασκευή με την Εφές, την Κυριακή με τον Κολοσσό και την Τρίτη στη Βαλένθια, πριν από τη νέα εκτός έδρας δοκιμασία απέναντι στην Μπαρτσελόνα.
Η επιβάρυνση του προγράμματος αποτελεί αναπόφευκτο μέρος της συζήτησης, αλλά δεν μπορεί από μόνη της να εξηγήσει ούτε την κάκιστη αμυντική συμπεριφορά του πρώτου ημιχρόνου ούτε τη συγκλονιστική βελτίωση που ακολούθησε. Η πραγματική πρόκληση για τον Ολυμπιακό είναι να διατηρήσει τη συγκέντρωση, την αμυντική επικοινωνία και την αποτελεσματικότητα στις διεκδικήσεις χωρίς να χρειάζεται να βρεθεί στα πρόθυρα της καταστροφής για να παρουσιάσει την καλύτερη εκδοχή του εαυτού του.
Αυτή όμως είναι η αγωνιστική πλευρά της συζήτησης, εκείνη που θα απασχολήσει το προπονητικό επιτελείο όταν καταλαγιάσει ο ενθουσιασμός. Για τους ανθρώπους που παρακολούθησαν τη βραδιά της Roig Arena, αλλά και για ολόκληρο τον κόσμο του Ολυμπιακού, εκείνο που συνέβη ξεπερνά τα συνηθισμένα όρια μιας νίκης στην κανονική περίοδο της EuroLeague.
Διότι ο πρωταθλητής Ευρώπης δεν γύρισε απλώς από το -28 επειδή διέθετε την ποιότητα του Φουρνιέ, το ταλέντο του Μοντέρο ή την εμπειρία του Παπανικολάου. Γύρισε επειδή κατάφερε, ενώ βρισκόταν σχεδόν ολοκληρωτικά χαμένος μέσα στο παιχνίδι, να ανακτήσει τη συλλογική του λειτουργία και να μετατρέψει την αγωνιστική του κατάρρευση σε μια από τις σπουδαιότερες αμυντικές και πνευματικές αντιδράσεις που έχουμε δει στην ιστορία της διοργάνωσης. Και δεν βάζουμε στην εξίσωση τη διαιτησία που προσπάθησε να διαδραματίσει καθοριστικό ρόλο στο αποτέλεσμα. Δηλαδή να το αλλοιώσει, με αποφάσεις και non call που έστειλαν τον Μπαρτζώκα έξαλλο στα αποδυτήρια.
Αυτή πάντως είναι η μεγάλη διαφορά ανάμεσα σε μια ομάδα που πραγματοποιεί μια εντυπωσιακή ανατροπή και σε μια ομάδα που δημιουργεί ένα ιστορικό γεγονός. Η πρώτη μπορεί να χρειάζεται μια βραδιά σπάνιας ευστοχίας, η δεύτερη οφείλει να αλλάξει τον ίδιο τον τρόπο με τον οποίο παίζεται το παιχνίδι, αναγκάζοντας τον αντίπαλό της να χάσει όλα εκείνα που μέχρι πριν από λίγη ώρα τον έκαναν κυρίαρχο.
Στη Βαλένθια ο Ολυμπιακός έκανε ακριβώς αυτό. Πήρε μια αναμέτρηση που στο 62-34 έμοιαζε οριστικά χαμένη, έσβησε σταδιακά τα επιθετικά πλεονεκτήματα των Ισπανών, επέστρεψε με προσωπικότητα και αποφασιστικότητα και στην παράταση δεν τους επέτρεψε να πετύχουν ούτε ένα καλάθι εντός παιδιάς.
Κάπως έτσι γράφονται οι βραδιές που δεν ξεχνιούνται: όχι επειδή κάποιος αρνήθηκε απλώς να παραδεχθεί την ήττα, αλλά επειδή βρήκε τον τρόπο να της αλλάξει τη μορφή, μέχρι να την εξαφανίσει από το παρκέ.
Και στη Roig Arena, μπροστά σε περισσότερους από 13.000 θεατές που πίστεψαν ότι η ομάδα τους θα νικούσε τον πρωταθλητή Ευρώπης, ο Ολυμπιακός δεν πρόσθεσε απλώς μία ακόμη νίκη στη φετινή του πορεία. Πρόσθεσε ένα ακόμη κεφάλαιο στην τρισένδοξη ιστορία του. Από εκείνα που δεν μετριούνται μόνο με πόντους, αλλά με τη βεβαιότητα ότι ο Θρύλος, ακόμη και όταν όλα μοιάζουν χαμένα, μπορεί να κάνει ολόκληρη την Ευρώπη να παρακολουθεί αποσβολωμένη όσα συμβαίνουν στο παρκέ. Το περιβόητο refuse to lose που κάποτε τον έκανε ένα από τα πιο αγαπητά μπασκετικά brands σε ολόκληρη την Ευρώπη…


