Η Ευρώπη μπαίνει στον χειμώνα με τα αποθέματα φυσικού αερίου σε χαμηλά επίπεδα για την εποχή και τις τιμές ενέργειας να παραμένουν υψηλές, ενώ οι κυβερνήσεις των κρατών-μελών αναζητούν τρόπους για να περιορίσουν το κόστος για νοικοκυριά και επιχειρήσεις.
Σε αυτό το περιβάλλον, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή εξετάζει το ενδεχόμενο επιβολής ενός πανευρωπαϊκού φόρου στα υπερκέρδη των ενεργειακών εταιρειών. Τα έσοδα από ένα τέτοιο μέτρο θα μπορούσαν να διατεθούν για τη στήριξη των καταναλωτών και τη χρηματοδότηση νέων παρεμβάσεων.
Σύμφωνα με πηγές που επικαλείται το Bloomberg, η Κομισιόν ενημέρωσε τους υπουργούς Οικονομικών της ΕΕ ότι θα μελετήσει τόσο τη δυνατότητα εφαρμογής του φόρου όσο και τις οικονομικές επιπτώσεις του.
Η συζήτηση αναμένεται να βρεθεί στο επίκεντρο της συνόδου κορυφής των Ευρωπαίων ηγετών στις Βρυξέλλες την επόμενη εβδομάδα, καθώς η μείωση του ενεργειακού κόστους αποτελεί βασική προτεραιότητα.
Η πρωτοβουλία έρχεται έπειτα από πιέσεις αρκετών κρατών-μελών. Σε επιστολή που είχαν αποστείλει νωρίτερα μέσα στη χρονιά, η Γερμανία, η Πορτογαλία, η Ισπανία, η Αυστρία, η Ιταλία και η Πολωνία είχαν καλέσει την ΕΕ να καταθέσει σχετική πρόταση.
Ο Γερμανός υπουργός Οικονομικών Λαρς Κλίνγκμπαϊλ δήλωσε ότι η Γαλλία δεν είναι αντίθετη στην επιβολή φόρου στα υπερκέρδη των ενεργειακών εταιρειών.
«Βλέπουμε πώς τα διυλιστήρια και οι πετρελαϊκές εταιρείες επωφελούνται από αυτή την κρίση, ενώ τελικά το βάρος το επωμίζονται οι καταναλωτές», τόνισε, υπογραμμίζοντας την πολιτική διάσταση της συζήτησης.
Από την πλευρά του, ο Ευρωπαίος επίτροπος για το Κλίμα Βόπλκε Χούκστρα δήλωσε στους δημοσιογράφους ότι η Ευρωπαϊκή Επιτροπή πρέπει να εξετάσει «όλο το φάσμα των πιθανών λύσεων».
Παράλληλα, αναγνώρισε πως ένας τέτοιος φόρος ενέχει επιπλοκές, καθώς αρκετά κράτη-μέλη εξακολουθούν να διαφωνούν με την ιδέα. Το ενδεχόμενο ενός ενιαίου ευρωπαϊκού φόρου απαιτεί, άλλωστε, πολιτική και νομική έγκριση στην ΕΕ.
Οι ανησυχίες εντείνονται λόγω της εικόνας στην αγορά φυσικού αερίου. Εκτιμήσεις κάνουν λόγο για πιθανό έλλειμμα έως και 14 δισ. κυβικά μέτρα τον φετινό χειμώνα, ποσότητα που αντιστοιχεί περίπου στο 7% της συνολικής ζήτησης της ΕΕ.
Τα αποθέματα έχουν υποχωρήσει σε χαμηλά επίπεδα για την εποχή, με τις αποθήκες να βρίσκονται λίγο πάνω από το 70%, στο χαμηλότερο σημείο για την αντίστοιχη περίοδο από το 2011.
Σε περίπτωση έντονου ψύχους, η Ευρώπη ενδέχεται να χρειαστεί να καλύψει μέρος του κενού μέσω εισαγωγών υγροποιημένου φυσικού αερίου (LNG). Οι διαθέσιμες ποσότητες στη διεθνή αγορά είναι περιορισμένες, ενώ οι τιμές παραμένουν υψηλές.
Την ίδια ώρα, η επικείμενη απαγόρευση μακροπρόθεσμων συμβολαίων για ρωσικό LNG στην ΕΕ, που αναμένεται να τεθεί σε ισχύ τον Ιανουάριο, περιορίζει ακόμη περισσότερο τα περιθώρια ελιγμών της ευρωπαϊκής αγοράς.
Το ρωσικό φυσικό αέριο λειτουργούσε ως σημαντικό «μαξιλάρι» για την κάλυψη των εποχικών διακυμάνσεων της ζήτησης, ειδικά τον χειμώνα. Η απώλεια αυτών των ποσοτήτων αναμένεται να αυξήσει την πίεση στην αγορά.
Παράλληλα, η ζήτηση φυσικού αερίου στην Ευρώπη έχει αυξηθεί τα τελευταία δύο χρόνια, ενώ οι εισαγωγές παραμένουν στάσιμες. Ως αποτέλεσμα, οι χώρες εξαρτώνται περισσότερο από τα αποθέματα που συγκεντρώνουν πριν από την έναρξη της χειμερινής περιόδου.
Η Ευρώπη στρέφεται κυρίως στις ΗΠΑ για την προμήθεια LNG, όμως οι αμερικανικές δυνατότητες παραγωγής βρίσκονται κοντά στα όριά τους. Η εισαγωγή επιπλέον ποσοτήτων θα μπορούσε να αυξήσει αισθητά το κόστος για τους Ευρωπαίους καταναλωτές.
Την ίδια στιγμή, αναμένεται να ενταθεί ο ανταγωνισμός με άλλες περιοχές, όπως η Ασία, για την προσέλκυση φορτίων LNG. Η εξέλιξη αυτή ενδέχεται να επιβαρύνει ακόμη περισσότερο τις τιμές.
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η φορολόγηση των υπερκερδών αποκτά και δημοσιονομική διάσταση. Οι κυβερνήσεις αναζητούν πόρους για επιδοτήσεις και μέτρα στήριξης, χωρίς να επιβαρύνουν περαιτέρω τα δημόσια οικονομικά.
Η Κομισιόν καλείται, ωστόσο, να ισορροπήσει ανάμεσα στην ανάγκη εξασφάλισης χρημάτων για την προστασία των καταναλωτών και στην αποφυγή μέτρων που θα μπορούσαν να περιορίσουν τις επενδύσεις στον ενεργειακό τομέα ή να προκαλέσουν στρεβλώσεις στην αγορά.
Καθώς ο χειμώνας πλησιάζει, το βασικό ερώτημα για τις ευρωπαϊκές κυβερνήσεις παραμένει πώς θα εξασφαλιστούν επαρκείς ποσότητες ενέργειας και ποιος θα αναλάβει το κόστος της νέας ενεργειακής κρίσης.

