Νέα ερωτήματα για τον τρόπο με τον οποίο η Κίμπερλι Γκίλφοϊλ αξιοποίησε τις πολιτικές της διασυνδέσεις προκύπτουν από εκατοντάδες μηνύματα, ηλεκτρονικές επιστολές και έγγραφα που εξέτασε η Wall Street Journal. Στο επίκεντρο βρίσκεται η σχέση της με τον Ερικ Ντίτερς, πρώην υποψήφιο για το Κογκρέσο από το Κεντάκι, ο οποίος ζητούσε τη βοήθειά της για προσωπικές φορολογικές και νομικές υποθέσεις.
Λίγες ημέρες πριν από την ακρόαση για την επικύρωση του διορισμού της ως πρέσβειρας των ΗΠΑ στην Ελλάδα, η Γκίλφοϊλ ζήτησε από τον Ντίτερς να καταβάλει 100.000 δολάρια στην American Express, ποσό που, όπως του είπε, χρωστούσε στην εταιρεία. Παράλληλα, ήθελε η πληρωμή να γίνει με τρόπο που να μην αφήνει ίχνη.
«Δε θα εμφανιστεί πουθενά αν μεταβιβάσεις τα χρήματα στην American Express», έγραψε μέσω της εφαρμογής Signal, σύμφωνα με τα μηνύματα που εξέτασε η Journal. «Σε παρακαλώ», πρόσθεσε.
Η Γκίλφοϊλ είχε προσφερθεί, σύμφωνα με τον Ντίτερς και την αλληλογραφία τους, να χρησιμοποιήσει την επιρροή της στην κυβέρνηση του Ντόναλντ Τραμπ για να τον βοηθήσει. Του είχε υποσχεθεί, όπως υποστηρίζει ο ίδιος, ότι οι πληρωμές του προς εκείνη θα μπορούσαν να φτάσουν έως και το 1 εκατ. δολάρια, εφόσον πετύχαινε τους στόχους του.
Ως πρώην αρραβωνιαστικιά του Ντόναλντ Τραμπ Τζούνιορ, η Γκίλφοϊλ προώθησε στον Ντίτερς μηνύματα που είχε στείλει στον νέο επικεφαλής της Υπηρεσίας Εσωτερικών Εσόδων (IRS), Μπίλι Λονγκ, ενώ τον ενημέρωνε και για τις προσπάθειές της να ασκήσει πιέσεις στο υπουργείο Δικαιοσύνης για λογαριασμό του.
Στις 3 Ιουλίου 2025, λίγες ημέρες πριν από την ακρόαση της 9ης Ιουλίου, του έστειλε PDF με οδηγίες πληρωμής λογαριασμού της American Express. «Αγάπη μου, σε παρακαλώ, πρέπει να το τακτοποιήσεις σήμερα για μένα», έγραψε, επισυνάπτοντας emoji με ενωμένες παλάμες. «Μπορείς απλώς να το στείλεις εδώ», πρόσθεσε.
Ο Ντίτερς τελικά δεν έκανε την πληρωμή, λέγοντας ότι κάτι τέτοιο θα του κόστιζε τον γάμο του. «Δυστυχώς δεν μπορώ να σου μεταφέρω τα 100.000 δολάρια, που χρειάζεσαι επειγόντως», της έγραψε. «Δεν μπορώ να το κάνω αυτό χωρίς να πάρω διαζύγιο».
«Σε παίρνω τηλέφωνο εδώ και πάνω από μία εβδομάδα συνεχώς», απάντησε η Γκίλφοϊλ. «Θα μπορούσες να είσαι εδώ και να συναντάς τον Μπίλι Λονγκ».
Η ανταλλαγή αυτή αποτελεί μέρος μιας πολύμηνης επικοινωνίας, η οποία, σύμφωνα με τη Journal, αποκαλύπτει τις προσπάθειες της Γκίλφοϊλ να παρέμβει σε υποθέσεις του Ντίτερς, ενώ ταυτόχρονα ανησυχούσε για το ενδεχόμενο να δημοσιοποιηθούν οι επαφές τους.
«Ερικ, πραγματικά θα ήθελα να σταματήσεις να τα καταγράφεις όλα αυτά», του έγραψε σε μία από τις συνομιλίες. Τον Ιανουάριο του 2025, λίγες εβδομάδες μετά τον διορισμό της, του παραπονέθηκε επειδή είχε μιλήσει σε παραγωγό του podcast της για τη μεταξύ τους οικονομική συμφωνία.
«Είναι απίστευτο, όταν έχουμε μια ιδιωτική συμφωνία μεταξύ μας και βάζεις τώρα σε κοινοποίηση έναν παραγωγό μιλώντας για χρήματα», είπε. «Μην πεις ότι έχουμε οποιαδήποτε συμφωνία».
Και πρόσθεσε: «Τι εφιάλτης. Κυριολεκτικά εξαιτίας του θα χάσω το αξίωμα της πρέσβειρας. Σταμάτα να γράφεις».
Την περασμένη εβδομάδα, η Γκίλφοϊλ βρέθηκε στο στόχαστρο Δημοκρατικών βουλευτών στις επιτροπές Εξωτερικών Υποθέσεων της Γερουσίας και της Βουλής των Αντιπροσώπων. Οι βουλευτές ζήτησαν από το υπουργείο Εξωτερικών να εξετάσει τη συμπεριφορά της, επικαλούμενοι και προηγούμενη έρευνα της Journal σχετικά με την προώθηση από την ίδια μιας ελληνικής εταιρείας, ο λομπίστας της οποίας ταξίδεψε μαζί της σε συναντήσεις με κυβερνήσεις σε ολόκληρα τα Βαλκάνια.
Ο Τζέσι Μπινόλ, δικηγόρος της Γκίλφοϊλ, δήλωσε ότι η πρέσβειρα αμφισβητεί τη γνησιότητα των μηνυμάτων, χωρίς να δώσει περισσότερες λεπτομέρειες. Ανέφερε ακόμη ότι είχε πληρωθεί για να μιλήσει σε εκδηλώσεις πριν από τον διορισμό της και ότι «της οφειλόταν ένα υπόλοιπο για τα ταξίδια και τη στήριξη αυτών των πατριωτικών εκδηλώσεων».
Ο Ντίτερς, από την πλευρά του, δήλωσε ότι δε χρωστούσε τίποτα στην Γκίλφοϊλ. Εκπρόσωπος της αμερικανικής πρεσβείας δήλωσε: «Η πορεία της Γκίλφοϊλ, εντός και εκτός δημόσιας υπηρεσίας, καθοδηγείται από βαθιές και σταθερές αξίες. Υποβλήθηκε σε πλήρη έλεγχο από τη διακομματική Επιτροπή Εξωτερικών Σχέσεων της Γερουσίας και πήρε την έγκριση της Γερουσίας των ΗΠΑ. Η πρέσβειρα παραμένει προσηλωμένη στην εκπροσώπηση του αμερικανικού λαού με αφοσίωση και ακεραιότητα».
Σε συνέντευξη Τύπου στην Αθήνα την Τετάρτη, ο υπουργός Εξωτερικών Μάρκο Ρούμπιο επαίνεσε την Γκίλφοϊλ, η οποία καθόταν μπροστά από το βήμα. «Αρκεί να πω ότι η πρεσβεία μας κάνει εξαιρετική δουλειά», είπε. «Η πρεσβείρα μας είναι μια πολύ δυναμική πρέσβειρα».
Ο Ντίτερς, 63 ετών, είναι δικηγόρος και πρώην συνιδιοκτήτης της Snappy Tomato Pizza, μιας περιφερειακής αλυσίδας εστιατορίων. Έχει θέσει ανεπιτυχώς υποψηφιότητα για το Κογκρέσο και για κυβερνήτης, ενώ στο παρελθόν παρουσίαζε πρωινή ραδιοφωνική εκπομπή σε σταθμό AM στο Οχάιο.
Υποστήριζε το κίνημα του Τραμπ και ενίσχυσε την προεκλογική εκστρατεία του το 2016, όταν ο σημερινός Πρόεδρος των ΗΠΑ θεωρούνταν ακόμη πολιτικό αουτσάιντερ. Του άρεσε να λέει: «Τραμπ σήμερα, Τραμπ αύριο, Τραμπ για πάντα».
Στα τοπικά μέσα ενημέρωσης είχε το παρατσούκλι «το Μπουλντόγκ της αίθουσας του δικαστηρίου», όμως αντιμετώπισε και ο ίδιος νομικά προβλήματα. Το 2020 του απαγορεύτηκε η είσοδος σε δικαστήριο της κομητείας Χάμιλτον στο Οχάιο, αφού είχε απειλήσει μέσω των μέσων κοινωνικής δικτύωσης ότι θα του βάλει φωτιά.
Ο Δικηγορικός Σύλλογος του Κεντάκι του επέβαλε ποινή αναστολής δύο φορές, επικαλούμενος επιθετικές δικαστικές πρακτικές, ψευδείς δηλώσεις σε δικαστικές διαδικασίες και την κατάθεση αβάσιμων αγωγών. Όταν το Ανώτατο Δικαστήριο του Κεντάκι εξέταζε εάν θα του επέτρεπε να επιστρέψει στο δικηγορικό σώμα, ο Ντίτερς χαρακτήρισε μέλη του δικηγορικού συλλόγου «αστεία ανθρώπινα σκουπίδια».
Σε απόφαση του 2021, με την οποία αρνήθηκε να τον επαναφέρει στο δικηγορικό σώμα, ο πρόεδρος του δικαστηρίου έγραψε: «Ο τρόπος άσκησης της δικηγορίας από τον Ντίτερς δε διέπεται από το Σύνταγμα, το κράτος δικαίου ή τη δικονομία. Είναι αναρχία».
«Αυτοί οι κανόνες που γράφτηκαν από τα μεγάλα δικηγορικά γραφεία για να πλήξουν ανθρώπους σαν εμένα — να πάνε να γαμηθούν», είπε ο Ντίτερς στη Journal, υποστηρίζοντας ότι έχει αποσυρθεί από τη δικηγορία. «Είμαι ένας παράνομος του νόμου».
Οι επαφές του με την Γκίλφοϊλ ξεκίνησαν το 2020, όταν διοργάνωσε στο Κεντάκι το Freedom Fest, μια εκδήλωση που δημιουργήθηκε ως απάντηση στις ιατρικές εντολές και τα μέτρα που επιβλήθηκαν λόγω της Covid-19. Όπως είπε, της κατέβαλε τα επόμενα χρόνια 300.000 δολάρια για να μιλήσει στην εκδήλωση.
Ανέφερε επίσης ότι πλήρωσε 200.000 δολάρια ως αμοιβή για ομιλία στον Τραμπ Τζούνιορ και 100.000 δολάρια στον Ερικ Τραμπ. Σύμφωνα με τα αρχεία της Ομοσπονδιακής Εκλογικής Επιτροπής, έδωσε ακόμη 125.000 δολάρια σε επιτροπή πολιτικής δράσης που στήριζε τον Πρόεδρο των ΗΠΑ το 2022.
Τον Σεπτέμβριο του 2024, η Γκίλφοϊλ και ο Τραμπ Τζούνιορ ήταν προγραμματισμένο να μιλήσουν στην εκδήλωση του Ντίτερς στο Κεντάκι. Ο Τραμπ Τζούνιορ ταξίδευε με ξεχωριστό αεροσκάφος και προσγειώθηκε σε ιδιωτικό αεροδρόμιο, περίπου μισή ώρα μακριά από το κύριο αεροδρόμιο του Σινσινάτι, όπου είχε φτάσει η Γκίλφοϊλ.
Ο Ντίτερς παρέλαβε την Γκίλφοϊλ και διέσχισε βιαστικά το νότιο Οχάιο, ώστε να προλάβει να συναντήσει τον γιο του Προέδρου των ΗΠΑ. Σε κάποια στιγμή, μάλιστα, κατέβηκε με το αυτοκίνητο μια χορταριασμένη πλαγιά, αφού έχασε μια έξοδο. Ο ίδιος είπε ότι η Γκίλφοϊλ τού έδωσε το παρατσούκλι «Τζέισον Στέιθαμ», από το όνομα του αστέρα του Χόλιγουντ.
Μετά τη νίκη του Τραμπ στις εκλογές εκείνο το φθινόπωρο, ο Ντίτερς άρχισε να ζητά τη βοήθεια της Γκίλφοϊλ σε μια σειρά υποθέσεων. Ήθελε το υπουργείο Δικαιοσύνης να ζητήσει την έκδοση του Αμπουμπακάρ Ατίκ Ντουράνι, γιατρού από το Οχάιο που είχε διαφύγει στο Πακιστάν, αφού κατηγορήθηκε ότι εξαπατούσε ασφαλιστικές εταιρείες πραγματοποιώντας περιττές χειρουργικές επεμβάσεις στη σπονδυλική στήλη, μεταξύ άλλων και σε παιδιά.
Ο Ντίτερς, ο οποίος λέει ότι συμβουλεύει δικηγόρους που εκπροσωπούν εκατοντάδες πρώην ασθενείς του Ντουράνι, υποστήριξε ότι το υπουργείο Δικαιοσύνης, υπό τον Τραμπ, θα μπορούσε να πιέσει το Πακιστάν για τον εντοπισμό και την έκδοση του γιατρού.
Παράλληλα, επιδίωκε να συναντήσει τον νέο επίτροπο της IRS, Μπίλι Λονγκ, για φορολογική έρευνα που αφορούσε εκπτώσεις φόρου τις οποίες είχε δηλώσει. Η IRS εξέταζε έκπτωση που είχε δηλώσει ο Ντίτερς το 2020, σχετικά με την πώληση του μεριδίου του στην οικογενειακή επιχείρηση. Ο ίδιος θεωρούσε ότι η έρευνα είχε πολιτικά κίνητρα.
Η υπόθεση τον έφερε σε σύγκρουση με την MedPro Group, την ασφαλιστική εταιρεία του Ντουράνι για περιπτώσεις ιατρικής αμέλειας. Η εταιρεία υποστήριξε ότι δε φέρει ευθύνη για περιπτώσεις δόλου και, σε αγωγή της, κατηγόρησε τον Ντίτερς για «ένα υπολογισμένο σχέδιο απόσπασης χρημάτων» από την ασφαλιστική εταιρεία, «αρχικά μέσω καταχρηστικών δικαστικών διαδικασιών και τελικά μέσω απροκάλυπτου εκβιασμού, με απειλές βίας και δολοφονίας και με εκβιασμό του διευθύνοντος συμβούλου της εταιρείας».
Ο Ντίτερς αρνήθηκε τις κατηγορίες, χαρακτηρίζοντάς τες «την πιο γελοία μαλακία αγωγή όλων των εποχών». Είπε ότι ζήτησε από την Γκίλφοϊλ να παρακινήσει το υπουργείο Δικαιοσύνης να ξεκινήσει έρευνα εις βάρος της MedPro.
Της είπε επίσης ότι θα της έδινε 1 εκατ. δολάρια αν τον βοηθούσε να εξασφαλίσει μια συνέντευξη στην εκπομπή του πρώην παρουσιαστή του Fox News Τάκερ Κάρλσον, όπου ήλπιζε να παρουσιάσει την υπόθεσή του.
Η Γκίλφοϊλ τον διαβεβαίωσε ότι προσπαθούσε να τον φέρει σε επαφή με τον Κάρλσον. «Θα πρέπει να έχουμε νέα μέχρι το τέλος της εβδομάδας», έγραψε τον Δεκέμβριο του 2024. Μηνύματα που εξέτασε η Journal δείχνουν ότι επικοινώνησε με ανθρώπους από τον κύκλο του Κάρλσον, όμως η προσπάθεια δεν προχώρησε.
Ο Κάρλσον δήλωσε στη Journal ότι δεν είχε ακούσει ποτέ για τον Ντίτερς και ότι δεν έχει επαφές με την Γκίλφοϊλ, η οποία δεν έχει κανέναν ρόλο στην επιλογή των καλεσμένων του: «1 εκατομμύριο δολάρια για μια εμφάνιση σε podcast; Δεν είναι αυτή η πρέσβειρα στην Ελλάδα; Αυτό είναι εντελώς τρελό».
Ο δικηγόρος της Γκίλφοϊλ, Μπινόλ, δήλωσε: «Η πρέσβειρα Γκίλφοϊλ δεν θα ζητήσει ποτέ συγγνώμη επειδή προσφέρθηκε να βοηθήσει να φωτιστεί μια υπόθεση στην οποία 1.000 παιδιά υποβλήθηκαν σε περιττές, επεμβατικές και εξουθενωτικές χειρουργικές επεμβάσεις στα χέρια αυτού του ανθρώπου».
Ο Ντίτερς και ένας ντόπιος κιθαρίστας είχαν γράψει επίσης ένα τραγούδι με τίτλο «Kentucky Outlaw» και ήθελαν η Γκίλφοϊλ να δώσει τους στίχους στον τραγουδιστή της κάντρι-ραπ Κιντ Ροκ: «Είναι ένας παράνομος του Κεντάκι / Πολεμά το σύστημα και αρνείται να λυγίσει».
Οι επαφές της Γκίλφοϊλ με τον Ντίτερς έγιναν συχνότερες τους μήνες μετά τον διορισμό της ως πρέσβειρας στην Ελλάδα, τον Δεκέμβριο του 2024. Η ίδια υποσχόταν να ασκήσει πιέσεις σε κορυφαίους αξιωματούχους της κυβέρνησης Τραμπ, από τον διευθυντή του FBI Κας Πατέλ μέχρι την πρώην υπουργό Δικαιοσύνης Παμ Μπόντι.
«Κάθε υπουργός, ξέρεις, Άμυνας, Μεταφορών, Οικονομικών, Εμπορίου, ο επίτροπος της IRS, όλοι μου απαντούν αμέσως», έγραψε, προτού προσθέσει τον διευθυντή του FBI, γράφοντας λάθος το όνομά του: «Α, ναι, ξεχνάω τον cash Patel (σ.σ. το όνομα του γράφεται Kash Patel, ενώ cash στα αγγλικά σημαίνει ρευστό χρήμα)».
Εκπρόσωπος του FBI δήλωσε ότι η Γκίλφοϊλ δεν άσκησε πιέσεις στον Πατέλ. Οι άλλες υπηρεσίες δεν απάντησαν σε αιτήματα για σχόλιο.
Τον ίδιο μήνα που ο Λονγκ επικυρώθηκε ως επίτροπος της IRS, η Γκίλφοϊλ τού έστειλε συγχαρητήριο σημείωμα, επισυνάπτοντας επιστολή του Ντίτερς για τη φορολογική του διαφορά.
«Ο Ντον Τζούνιορ κι εγώ είμαστε πολύ κοντά με τον Ερικ Ντίτερς και γνωρίζω ότι σας έστειλε επιστολή», έγραψε. «Ελπίζω, παρά το πόσο απασχολημένος είστε, ότι θα μπορούσατε να διαθέσετε λίγο χρόνο και προσοχή σε αυτό».
Δύο ημέρες αργότερα, ο Ντίτερς της έστειλε φωτογραφία ενός τυπωμένου υπομνήματος. «Σου έχω πληρώσει 300.000 δολάρια όλα αυτά τα χρόνια», έγραψε. «Μέχρι σήμερα, δεν έχω λάβει ούτε μία χάρη. Δεν είμαι αφελής ούτε κορόιδο. Θέλω να δω αποτελέσματα».
Η Γκίλφοϊλ του απάντησε να «σταματήσει να καταγράφει όλα αυτά. Είναι πραγματικά επικίνδυνο». «Απλώς τηλεφώνησέ μου στο Signal», έγραψε.
Για τον Λονγκ, διαβεβαίωσε τον Ντίτερς ότι θα τηλεφωνούσε την επόμενη ημέρα. «Του έγραψα ένα πολύ ωραίο μήνυμα. Του είπα πόσο σημαντικό ήταν ότι είσαι κοντά μου και στον Ντον».
«Επίσης, πολύ ιδιωτικά», συνέχισε, «αν γράψεις email ή μήνυμα γι’ αυτό, θα σε σκοτώσω, γιατί σε αγαπώ αλλά είσαι εκτός ελέγχου».
Αργότερα τού έστειλε ενημέρωση ότι ο Λονγκ είχε απαντήσει. «ΜΠΟΥΜ», πρόσθεσε.
Ο Λονγκ είναι πλέον πρέσβης των ΗΠΑ στην Ισλανδία. Αξιωματούχοι της αμερικανικής πρεσβείας στην Ισλανδία παρέπεμψαν τους δημοσιογράφους στο γραφείο Τύπου του υπουργείου Εξωτερικών, το οποίο δεν απάντησε σε αίτημα για σχόλιο.
Η Γκίλφοϊλ είχε αρχίσει να βγαίνει με τον Τραμπ Τζούνιορ στα μέσα της πρώτης θητείας του πατέρα του και εξελίχθηκε σε μία από τις πιο ένθερμες υπερασπίστριες του Προέδρου των ΗΠΑ. Μετά την ήττα του Τραμπ το 2020, επιχείρησε να μετατρέψει την ιδιότητά της ως εμβληματικής μορφής του MAGA σε επικερδή επιχειρηματική δραστηριότητα.
Δοκίμασε την τύχη της σε προϊόντα περιποίησης μαλλιών και αρώματα, δημιούργησε ιατρικό κέντρο αισθητικής, ίδρυσε εταιρεία πολιτικών συμβούλων και αναζήτησε εργασία στις δημόσιες σχέσεις.
Το 2022 λάνσαρε την American Dream, την οποία χαρακτήριζε πολυτελή μάρκα βότκας και σαμπάνιας. Σε δείπνο που οργάνωσε για καλεσμένους του Μαρ-α-Λάγκο, οι παρευρισκόμενοι διαπίστωσαν κατά τη διάρκεια της βραδιάς ότι επρόκειτο για παρουσίαση επενδυτικής πρότασης.
Τον Μάρτιο του 2024, η American Dream επιχείρησε να συγκεντρώσει 2 εκατ. δολάρια από επενδυτές, σύμφωνα με παρουσίαση που είδε η Journal. Το σχέδιο προέβλεπε έσοδα 75 εκατ. δολαρίων μέσα σε τρία χρόνια, όμως αργότερα η εταιρεία διαλύθηκε.
Ο δικηγόρος της είχε δηλώσει στη Journal ότι «ο ισχυρισμός πως το δείπνο της American Dream ήταν «παρουσίαση προς υποψήφιους επενδυτές»» ήταν ψευδής.
Σύμφωνα με ανθρώπους που γνώριζαν την κατάσταση, ο Πρόεδρος των ΗΠΑ εκνευρίστηκε με την Γκίλφοϊλ επειδή ζητούσε από μέλη του Μαρ-α-Λάγκο να επενδύσουν στις εταιρείες της. Κάποια στιγμή, ένας από τους ανθρώπους αυτούς ανέφερε ότι ο Τραμπ παραπονέθηκε πως η Γκίλφοϊλ υποτίθεται ότι συγκέντρωνε χρήματα για εκείνον, αλλά αντ’ αυτού βρισκόταν στη λέσχη του και συγκέντρωνε χρήματα για τον εαυτό της.
Καθώς πλησίαζε η ακρόαση για την επικύρωση του διορισμού της το 2025, η Γκίλφοϊλ παραπονιόταν σε φίλους ότι δεν είχε χρήματα. Στη δήλωση οικονομικών συμφερόντων που υπέβαλε τον Φεβρουάριο του 2025, δήλωσε υποχρεώσεις που περιλάμβαναν δάνειο για σκάφος αξίας μεταξύ 100.000 και 250.000 δολαρίων και στεγαστικό δάνειο αξίας μεταξύ 1 και 5 εκατ. δολαρίων.
Δήλωσε ακόμη περιουσιακά στοιχεία, μεταξύ των οποίων ένα ιατρικό κέντρο αισθητικής και μια νέα εταιρεία βότκας, καθένα από τα οποία αποτιμούνταν μεταξύ 1 και 5 εκατ. δολαρίων. Παράλληλα, ανέφερε έσοδα σχεδόν 800.000 δολαρίων από το podcast της.
Ήθελε να πουλήσει την έπαυλη στη Φλόριντα που είχε αγοράσει μαζί με τον Τραμπ Τζούνιορ έναντι 9,7 εκατ. δολαρίων, όμως δεν μπορούσε να βρει αγοραστή στην τιμή των 30 εκατ. δολαρίων που ζητούσε. Ο Τραμπ Τζούνιορ εξαγόρασε φέτος το μερίδιό της στο σπίτι έναντι 7,6 εκατ. δολαρίων.
Τον περασμένο Μάρτιο, όταν ο Ντίτερς τη ρώτησε πότε θα μετακόμιζε στην Ελλάδα, η Γκίλφοϊλ τού ζήτησε να σταματήσει να ρωτά. «Έχω ένα σωρό γ… πράγματα να κάνω μέχρι τότε και πρέπει να βγάλω χρήματα», έγραψε, σύμφωνα με μήνυμα που εξέτασε η Journal.
Αργότερα εκείνη την άνοιξη άρχισε να ζητά πρόσθετες πληρωμές από τον Ντίτερς. Σύμφωνα με τον ίδιο, του ζήτησε να συντάξει επιστολή στην οποία θα ανέφερε ότι της όφειλε δύο αναδρομικές πληρωμές των 50.000 δολαρίων για συμβουλευτικές υπηρεσίες.
«Ανησυχούσε για τη νομιμότητα και ανησυχούσε για το πώς θα φαινόταν», είπε ο Ντίτερς.
Σε επιστολή της 11ης Ιουνίου 2025, την οποία εξέτασε η Journal, ο Ντίτερς έγραψε ότι η συμβουλευτική του εταιρεία όφειλε στην Γκίλφοϊλ 50.000 δολάρια «πριν τη νέα σας θέση» και ότι επιθυμούσε να συνεχίσει να συνεργάζεται μαζί της μέχρι την επικύρωση του διορισμού της.
«Εκτιμούμε την προθυμία σας να μας παρέχετε την εμπειρία και την καθοδήγηση σας σε ζητήματα στα οποία διαθέτετε μοναδική τεχνογνωσία και μπορείτε να μας βοηθήσετε», έγραψε.
Ο Ντίτερς υποστηρίζει ότι η Γκίλφοϊλ τού είχε πει πως, αν έβρισκε τα χρήματα για την American Express, «θα είμαι η Τραμπική σου σύμμαχος μέχρι τέλους, για πάντα». Ο ίδιος, ωστόσο, είπε: «Δεν έκανε ποτέ τίποτα για μένα».
Η επικοινωνία τους εντάθηκε μέχρι την κρίσιμη ημερομηνία της ακρόασης, με την Γκίλφοϊλ να ζητά από τον Ντίτερς να μην αναφέρει σε μηνύματα χρήματα ή πληρωμές. Η ίδια γνώριζε ότι, εάν οι συνομιλίες τους έβγαιναν στη δημοσιότητα, θα μπορούσαν να δημιουργήσουν σοβαρό πρόβλημα για τη θέση της ως πρέσβειρας.

