Με ιδιαίτερη προσοχή συνεχίζονται οι υποθαλάσσιες εργασίες για την επέκταση της 6ης προβλήτας στο λιμάνι της Θεσσαλονίκης, καθώς στον βυθό έχουν εντοπιστεί μεταλλικά αντικείμενα που ενδέχεται να συνδέονται με μη εκραγέντα πυρομαχικά.
Τα ευρήματα δεν είναι ορατά, καθώς βρίσκονται θαμμένα στον πυθμένα και αποκαλύπτονται μόνο κατά τη διάρκεια των εκσκαφών. Ο ΟΛΘ διαβεβαιώνει ότι δεν υπάρχει άμεσος κίνδυνος, επισημαίνει όμως πως η διαχείριση των αντικειμένων απαιτεί αυξημένη προσοχή και ειδικό σχεδιασμό.
Ο διευθυντής του Έργου Επέκτασης της Προβλήτας 6 του Οργανισμού Λιμένος Θεσσαλονίκης (ΟΛΘ ΑΕ), Δημήτρης Μουτσάκης, μιλώντας στο ΑΠΕ-ΜΠΕ, υπογράμμισε ότι «δεν υπάρχει κίνδυνος, όπως δεν υπήρχε και τα προηγούμενα χρόνια», σημειώνοντας παράλληλα ότι ο μεγάλος αριθμός των πιθανών ευρημάτων μεταβάλλει τα δεδομένα για την εκτέλεση των εργασιών.
«Αντιμετωπίζουμε το ζήτημα με ψυχραιμία, δεν υπάρχει κίνδυνος, όπως δεν υπήρχε και τα προηγούμενα χρόνια. Ωστόσο, η ασφάλεια των εργαζομένων στη διαδικασία της εκσκαφής είναι αδιαπραγμάτευτη», ανέφερε ο κ. Μουτσάκης.
Ο ΟΛΘ αναμένει την τεχνική πρόταση του αναδόχου για τον ασφαλή τρόπο διαχείρισης των ευρημάτων, αλλά και την αποτίμηση των πιθανών επιπτώσεων στο χρονοδιάγραμμα και στο κόστος του έργου. Όπως σημείωσε ο κ. Μουτσάκης, οι εκσκαφές μπορούν να συνεχιστούν, ωστόσο ορισμένα δεδομένα έχουν πλέον αλλάξει.
Παράλληλα, τόνισε ότι είναι απαραίτητη η άμεση συνδρομή της Πολιτείας, καθώς πρόκειται για ζήτημα που ξεπερνά τις αρμοδιότητες του ΟΛΘ. Η έγκαιρη αντιμετώπιση θεωρείται κρίσιμη για την πορεία ενός έργου στρατηγικής σημασίας για το λιμάνι της Θεσσαλονίκης και συνολικά για την οικονομία της Βόρειας Ελλάδας.
Η επέκταση της 6ης προβλήτας αποτελεί το μεγαλύτερο λιμενικό έργο που βρίσκεται σήμερα σε εξέλιξη στη χώρα. Το εργοτάξιο λειτουργεί σε 24ωρη βάση, επτά ημέρες την εβδομάδα, ενώ η κατασκευή και τοποθέτηση των caissons προχωρά με ρυθμό περίπου τριών τον μήνα.
Σημαντικές πληροφορίες για τα αντικείμενα στον βυθό παρέχει η μαγνητική έρευνα, την οποία πραγματοποιούν γεωφυσικοί του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης. Ο καθηγητής του Τομέα Γεωφυσικής του Τμήματος Γεωλογίας του ΑΠΘ, Παναγιώτης Τσούρλος, εξηγεί στο ΑΠΕ-ΜΠΕ ότι πρόκειται για την πιο συνηθισμένη και ενδεδειγμένη μέθοδο εντοπισμού θαμμένων μεταλλικών αντικειμένων.
Ένα ισχυρό σήμα μπορεί να οφείλεται σε μεγάλη ποσότητα μεταλλικών υλικών. Η μέθοδος, ωστόσο, μπορεί να δείξει ότι υπάρχουν μεταλλικά αντικείμενα, δεν μπορεί όμως από μόνη της να αποδείξει αν πρόκειται για βόμβες.
Ο ομότιμος καθηγητής Εφαρμοσμένης Γεωφυσικής του ΑΠΘ, Γρηγόρης Τσόκας, αναφέρει ότι η μαγνητική έρευνα μπορεί να προσδιορίσει με ακρίβεια τη θέση των μεταλλικών αντικειμένων στον βυθό και, υπό συγκεκριμένες συνθήκες, να δώσει εκτιμήσεις για το μέγεθος και το βάθος τους.
Η διαδικασία πραγματοποιείται με μαγνητόμετρα που σέρνονται πίσω από σκάφη. Δεν είναι, όμως, δυνατή η πλήρης απεικόνιση ενός αντικειμένου μόνο με τη συγκεκριμένη μέθοδο. Για τον λόγο αυτό μπορεί να συνδυαστεί με άλλες τεχνικές, όπως ο ηχοβολισμός, χωρίς να εξασφαλίζεται απόλυτη βεβαιότητα για τη φύση των ευρημάτων.
Η οριστική ταυτοποίηση απαιτεί εκσκαφή και εξέταση των αντικειμένων από ειδικούς πυροτεχνουργούς.
Το ιστορικό παρελθόν του λιμανιού δημιουργεί εύλογες εκτιμήσεις για την προέλευση των μεταλλικών ευρημάτων. Ο αναπληρωτής καθηγητής του Τμήματος Ιστορίας και Αρχαιολογίας του ΑΠΘ, Στράτος Δορδανάς, εκτιμά ότι είναι πιθανό να πρόκειται για βόμβες που απορρίφθηκαν στην περιοχή από τους Γερμανούς κατά την αποχώρησή τους από τη Θεσσαλονίκη, στα τέλη Οκτωβρίου του 1944.
Σύμφωνα με την ιστορική εκτίμηση, οι γερμανικές δυνάμεις, μην μπορώντας να μεταφέρουν όλο το πολεμικό υλικό κατά την αποχώρησή τους, προχώρησαν στην καταστροφή και απόρριψή του σε θάλασσες και λίμνες, ώστε να μην περιέλθει στα χέρια των Ελλήνων και των Συμμάχων.
Ο ιστορικός Ευάγγελος Χεκίμογλου επισημαίνει ότι η περιοχή είχε δεχθεί σημαντικούς βομβαρδισμούς πριν από την αποχώρηση των Γερμανών. Τον Οκτώβριο του 1944, Αμερικανοί και Βρετανοί βομβάρδισαν το λιμάνι της Θεσσαλονίκης, με στόχο να εμποδίσουν τη χρήση του από τις γερμανικές δυνάμεις.
Σύμφωνα με τον κ. Χεκίμογλου, από τους βομβαρδισμούς καταστράφηκε περίπου το 80% του λιμανιού, γεγονός που σημαίνει ότι μεγάλος αριθμός βομβών πρέπει να κατέληξε στη θάλασσα. Το λιμάνι είχε δεχθεί βομβαρδισμούς και από τις ιταλικές δυνάμεις, το 1941 και το 1942.
Κατά την αποχώρησή τους, οι Γερμανοί ολοκλήρωσαν τις καταστροφές, ανατινάζοντας τα κρηπιδώματα και ναρκοθετώντας το λιμάνι, προκειμένου να εμποδίσουν την είσοδο πλοίων.
Ωστόσο, ο ίδιος εκτιμά ότι τα αντικείμενα που εντοπίστηκαν σήμερα δύσκολα θα μπορούσαν να είναι νάρκες. Όπως εξηγεί, μετά την απελευθέρωση είχε πραγματοποιηθεί επιχείρηση αποναρκοθέτησης από το Πολεμικό Ναυτικό, ενώ, εάν παρέμεναν ενεργές νάρκες στην περιοχή, θα ήταν πιθανό να είχε σημειωθεί κάποιο περιστατικό έκρηξης κατά τις οκτώ δεκαετίες που μεσολάβησαν.
Δεν είναι, πάντως, η πρώτη φορά που εντοπίζεται στη Θεσσαλονίκη πολεμικό υλικό από την περίοδο του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου. Τον Φεβρουάριο του 2017 είχε βρεθεί βόμβα στο Κορδελιό, κατά τη διάρκεια εργασιών εκσκαφής για την επέκταση υπόγειων δεξαμενών σε πρατήριο υγρών καυσίμων.
Η βόμβα απομακρύνθηκε και εξουδετερώθηκε από τον στρατό, ενώ για την επιχείρηση είχε προηγηθεί η απομάκρυνση περίπου 72.000 κατοίκων από τη ζώνη εκκένωσης.
Τα caissons είναι μεγάλες κατασκευές από οπλισμένο σκυρόδεμα, οι οποίες, στα λιμενικά έργα, ποντίζονται στη θάλασσα και χρησιμοποιούνται ως βασικό δομικό στοιχείο κρηπιδωμάτων ή άλλων λιμενικών κατασκευών.

