Δυο ματς Σάββατο – Τρίτη, δύο νίκες. Αν το δεις ξερά, ο ΠΑΟΚ έχει κάνει τη δουλειά του. Αν όμως αφήσεις στην άκρη το κάθε αποτέλεσμα και κοιτάξεις τον τρόπο με τον οποίο έφτασε σε αυτό, η εικόνα είναι αρκετά πιο σύνθετη. Μετά το αγχωτικό πέρασμα από τη Μύκονο στην πρεμιέρα της GBL, ο Δικέφαλος χρειάστηκε ξανά τις τελευταίες κατοχές για να φύγει όρθιος από το Σαράγεβο, επικρατώντας με 75-72 μιας Μπόσνα που διαθέτει μαχητικότητα και ενέργεια, αλλά δύσκολα μοιάζει με ομάδα που θα ξεχωρίσει στο υψηλό επίπεδο της διοργάνωσης.
Αυτό ακριβώς είναι που γεννά και την πρώτη γκρίνια. Δεν είναι ότι ο ΠΑΟΚ δεν κερδίζει. Είναι ότι, με το υλικό που διαθέτει και τις απαιτήσεις που έχουν δημιουργηθεί γύρω του, περιμένεις να αρχίσει κάποια στιγμή να επιβάλει ο ίδιος τους όρους του παιχνιδιού και όχι να ψάχνει κάθε φορά τον τρόπο να σωθεί στο τέλος. Στο Σαράγεβο υπήρχαν μάλιστα αρκετές στιγμές στις οποίες η διαφορά ποιότητας φαινόταν καθαρά. Υπήρχαν όμως και άλλες τόσες στις οποίες ο ΠΑΟΚ φρόντιζε μόνος του να τη σβήνει.
Ο αγώνας τού έδειχνε πού να χτυπήσει και εκείνος επέμενε αλλού
Το πιο χαρακτηριστικό στοιχείο του παιχνιδιού βρίσκεται στο προφίλ των σουτ. Ο ΠΑΟΚ τελείωσε με 22/32 δίποντα και 7/32 τρίποντα. Πρόκειται για δύο αριθμούς που από μόνοι τους περιγράφουν ένα μεγάλο μέρος της βραδιάς.
Κάθε φορά που ο Δικέφαλος έβαζε την μπάλα μέσα στη γραμμή των 6,75 μ., έβρισκε πολύ πιο εύκολα καλές εκτελέσεις. Το μέγεθος, η αθλητικότητα και η ποιότητά του δημιουργούσαν προβλήματα στη Μπόσνα, ειδικά κοντά στο καλάθι. Παρ’ όλα αυτά, οι μισές προσπάθειες του ΠΑΟΚ ήταν τρίποντα. Δεν είναι λάθος να παίρνεις ελεύθερα σουτ επειδή έχεις αστοχήσει στα προηγούμενα. Το λάθος είναι να μην προσαρμόζεσαι σε αυτό που σου δείχνει το ίδιο το παιχνίδι.
Ο ΠΑΟΚ είχε ξεκάθαρο πλεονέκτημα όταν έπαιζε κάθετα, όταν έβαζε την μπάλα χαμηλά και όταν ανάγκαζε την άμυνα να μαζευτεί. Κι όμως, υπήρχαν μεγάλα διαστήματα στα οποία η επίθεση γινόταν υπερβολικά περιφερειακή, με διαδοχικά τρίποντα που δεν έμπαιναν και χωρίς να έχει προηγηθεί η πίεση προς το καλάθι που θα μπορούσε να τα κάνει πραγματικά καλά σουτ.
Ακόμη και το τελευταίο δεκάλεπτο είναι χαρακτηριστικό. Ο ΠΑΟΚ δεν έβαλε τρίποντο, αλλά κέρδισε την περίοδο και μαζί το ματς. Γιατί; Επειδή βρήκε πόντους με διεισδύσεις, δίποντα και βολές. Η λύση ήταν μπροστά του σε όλο το παιχνίδι. Απλώς άργησε να την υπηρετήσει σταθερά.
Το ανησυχητικό είναι ότι δημιούργησε τις προϋποθέσεις για εύκολη νίκη
Ο ΠΑΟΚ δεν έχασε τη μάχη της κατοχής. Το αντίθετο. Έκανε μόλις 9 λάθη, ανάγκασε τη Μπόσνα σε 14 και είχε 9 κλεψίματα. Δηλαδή κατόρθωσε αυτό που συνήθως ζητά ένας προπονητής από μια ομάδα που θέλει να ελέγξει εκτός έδρας παιχνίδι: προστάτευσε την μπάλα και ταυτόχρονα δημιούργησε έξτρα κατοχές μέσα από την άμυνά του.
Κανονικά, αυτή η διαφορά θα έπρεπε να ανοίξει το ματς. Δεν το άνοιξε. Και ίσως αυτό είναι το μεγαλύτερο καμπανάκι από όλα. Ο ΠΑΟΚ δεν βρέθηκε να κυνηγά ή να ζορίζεται επειδή η Μπόσνα έκανε κάτι εξωπραγματικό. Ούτε επειδή ο αντίπαλος τον έπνιξε τακτικά. Ο Δικέφαλος είχε αρκετές κατοχές, είχε κλεψίματα, είχε επιθετικά ριμπάουντ, είχε παίκτες που μπορούσαν να τελειώσουν φάσεις. Κι όμως, στα τελευταία δευτερόλεπτα το παιχνίδι ήταν ακόμη ανοικτό.
Αυτό δείχνει ότι αυτή τη στιγμή ο ΠΑΟΚ δεν έχει μάθει ακόμη να μετατρέπει τα καλά διαστήματά του σε απόσταση ασφαλείας. Παίρνει ένα μικρό πλεονέκτημα, το χάνει, ξαναβρίσκει λύσεις, μπλέκει πάλι. Δεν έχει την αγωνιστική συνέχεια που κάνει τον αντίπαλο να αισθάνεται ότι από κάποιο σημείο και μετά το ματς του ξεφεύγει.
Η Μπόσνα δεν χρειαζόταν να παίξει καλά για να σκοράρει
Το τρίτο δεκάλεπτο ήταν το χειρότερο κομμάτι της βραδιάς του ΠΑΟΚ. Το 40-35 του ημιχρόνου έγινε 61-59 υπέρ της Μπόσνα, με τους γηπεδούχους να σκοράρουν 26 πόντους στην περίοδο. Και μεγάλο μέρος αυτής της παραγωγής δεν ήρθε μέσα από κάποια εντυπωσιακή επιθετική λειτουργία. Ήρθε από τη γραμμή.
Συνολικά η Μπόσνα εκτέλεσε 27 βολές, ενώ ο ΠΑΟΚ μόλις 12. Αυτό ήταν δώρο για έναν αντίπαλο που δεν μπορούσε να δημιουργεί σταθερά καλές εκτελέσεις στο πέντε εναντίον πέντε. Ο ΠΑΟΚ τού έδωσε έναν πολύ απλούστερο τρόπο να μείνει ζωντανός: επαφές, φάουλ, βολές, σταμάτημα του ρυθμού.
Όταν διαθέτεις περισσότερη ποιότητα, το τελευταίο πράγμα που θέλεις είναι να ισοπεδώσεις τη διαφορά δίνοντας στον αντίπαλο εύκολους πόντους χωρίς καν να χρειάζεται να βάλει δύσκολο σουτ. Αυτό ακριβώς συνέβη για μεγάλο διάστημα στο Σαράγεβο.
Και όταν έβγαζε άμυνα, συχνά δεν έπαιρνε την μπάλα
Το άλλο στοιχείο που κράτησε τη Μπόσνα μέσα στο παιχνίδι ήταν το επιθετικό ριμπάουντ. Οι Βόσνιοι πήραν 12. Δεν είναι απλώς ένας αριθμός στο boxscore. Είναι 12 κατοχές στις οποίες ο ΠΑΟΚ είχε κάνει το δύσκολο κομμάτι – είχε αναγκάσει τον αντίπαλο να αστοχήσει – αλλά δεν ολοκλήρωσε τη δουλειά.
Ειδικά ο Πέρι έβαλε μεγάλη πίεση σε αυτόν τον τομέα, κερδίζοντας επανειλημμένα δεύτερες ευκαιρίες για την ομάδα του. Και εδώ βρίσκεται ένα από τα προβλήματα που ο Τρινκιέρι θα θέλει να διορθώσει γρήγορα. Μια ομάδα που φιλοδοξεί να παίξει σε υψηλό επίπεδο δεν μπορεί να μετρά την άμυνα μέχρι το σουτ του αντιπάλου. Η κατοχή τελειώνει όταν εξασφαλιστεί το ριμπάουντ.
Ο ΠΑΟΚ υπήρχαν στιγμές που αμυνόταν καλά για 20 δευτερόλεπτα και μέσα σε ένα δευτερόλεπτο πετούσε όλη αυτή τη δουλειά.
Η περίπτωση Όσμαν λέει σχεδόν όλη την ιστορία
Ο Τσεντί Όσμαν τελείωσε το παιχνίδι με 17 πόντους και ήταν πρώτος σκόρερ του ΠΑΟΚ. Αν κάποιος έμενε μόνο σε αυτό, θα μπορούσε εύκολα να θεωρήσει ότι έκανε μια καλή εμφάνιση. Ο ίδιος όμως μετά το τέλος δεν προσπάθησε να ωραιοποιήσει τίποτα. Είπε ότι έκανε ένα χάλια ματς.
Και είχε λόγο που το είπε. Ο Όσμαν είχε 6/8 δίποντα και 0/7 τρίποντα. Όταν επιτιθόταν προς το καλάθι, η Μπόσνα δεν είχε εύκολη απάντηση. Είχε μέγεθος, δύναμη, μπορούσε να τελειώσει τη φάση ή να κερδίσει επαφή. Κι όμως συνέχισε να δοκιμάζει από μακριά σε μια βραδιά που το σουτ απλώς δεν υπήρχε.
Η αυτοκριτική του έχει αξία ακριβώς επειδή δείχνει ότι δεν ξεγελάστηκε από τους 17 πόντους ούτε από τη νίκη. Και ίσως αυτό είναι το πιο αισιόδοξο στοιχείο της βραδιάς, γιατί ένας παίκτης αυτού του επιπέδου καταλαβαίνει πολύ καλά τη διαφορά ανάμεσα στο «έβαλα πόντους» και στο «έπαιξα καλά».
Η γκρίνια δεν αφορά το 2/2, αλλά την εικόνα
Δεν χρειάζεται ούτε καταστροφολογία ούτε βιαστικές ετυμηγορίες. Είναι αρχές Οκτωβρίου, η ομάδα έχει αλλάξει πολύ, υπάρχουν νέοι ρόλοι, νέες ισορροπίες και αρκετοί παίκτες που πρέπει ακόμη να μάθουν πώς θα συνυπάρξουν. Το σημαντικό είναι ότι ο ΠΑΟΚ κερδίζει όσο ψάχνεται.
Από την άλλη, δεν μπορεί κανείς να αγνοήσει ότι το ίδιο συναίσθημα έμεινε και από τα δύο πρώτα επίσημα παιχνίδια. Στη Μύκονο νίκησε με την ψυχή στο στόμα και στο Σαράγεβο συνέβη ξανά. Και στις δύο περιπτώσεις το ατομικό ταλέντο ήταν αρκετό για να βρει λύσεις όταν το ματς στράβωσε. Αυτό είναι θετικό, αλλά μέχρι στιγμής το σύνολο δεν έχει δείξει ότι μπορεί να επιβάλει σταθερά τη διαφορά ποιότητας που υπάρχει στο χαρτί.
Ο ΠΑΟΚ έχει σκόρερ, έχει δημιουργία, έχει μέγεθος, έχει βάθος και διαθέτει παίκτες που σε αυτό το επίπεδο μπορούν να αποφασίσουν μόνοι τους ένα παιχνίδι. Το επόμενο βήμα είναι δυσκολότερο: να πάψει να χρειάζεται κάθε φορά κάποιον να το αποφασίσει, να αρχίσει να ελέγχει τα παιχνίδια, να διαβάζει καλύτερα τι του δίνει ο αντίπαλος, να μη χαρίζει βολές και δεύτερες επιθέσεις και, κυρίως, να μην αφήνει ομάδες που υστερούν σε ποιότητα να πιστεύουν μέχρι το τελευταίο λεπτό ότι μπορούν να τον κερδίσουν. Γιατί το 2/2 είναι ασφαλώς θετικό. Η εικόνα, ακόμη όχι.

