Η εκτίναξη των αποδόσεων των μακροπρόθεσμων ομολόγων στις αναπτυγμένες οικονομίες, σε επίπεδα που παραπέμπουν στην περίοδο 2007-2009, επαναφέρει τη συζήτηση για το κατά πόσο η σημερινή ενεργειακή και πληθωριστική κρίση μπορεί να εξελιχθεί σε μια νέα χρηματοπιστωτική κρίση.
Η σημερινή συγκυρία, πάντως, παρουσιάζει σημαντικές διαφορές σε σχέση με εκείνη της προηγούμενης μεγάλης κρίσης. Τα δημοσιονομικά ελλείμματα στις ΗΠΑ, τη Γαλλία, την Ιταλία και το ΗΒ παραμένουν ιδιαίτερα υψηλά, την ώρα που εντείνονται οι πολιτικές πιέσεις για μέτρα στήριξης απέναντι στις επιπτώσεις της ενεργειακής κρίσης. Παράλληλα, το δημόσιο χρέος χωρών όπως οι ΗΠΑ, η Ιταλία και η Γαλλία βρίσκεται σε πολύ υψηλότερα επίπεδα από εκείνα του 2007-2009.
Το ετήσιο κόστος εξυπηρέτησης του δημόσιου χρέους των αναπτυγμένων οικονομιών έχει ήδη ξεπεράσει τα 3 τρισ. δολάρια. Εάν τα επιτόκια συνεχίσουν να αυξάνονται ή παραμείνουν για μεγάλο χρονικό διάστημα στα σημερινά επίπεδα, το κόστος αυτό θα διογκωθεί ακόμη περισσότερο, με άμεσο κίνδυνο να ακολουθήσουν περικοπές κοινωνικών δαπανών.
Η ενεργειακή κρίση και η έκρηξη του πληθωρισμού, καθώς το αυξημένο ενεργειακό κόστος μεταφέρεται σε ολόκληρη την οικονομία, υποχρεώνουν τις κεντρικές τράπεζες να κινούνται σε αυξήσεις επιτοκίων. Την ίδια στιγμή, οι επενδύσεις στην τεχνητή νοημοσύνη στηρίζουν την αναπτυξιακή πορεία, στερώντας όμως κεφάλαια από άλλους κλάδους και από τη χρηματοδότηση των δημοσιονομικών ελλειμμάτων.
Για το επόμενο διάστημα εκτιμάται ότι η ΕΕ, η Ιαπωνία και το ΗΒ θα καταγράψουν ρυθμό ανάπτυξης άνω του 1%, έναντι 2% των ΗΠΑ. Η εικόνα εμφανίζεται πιο θετική, ιδιαίτερα για τις ΗΠΑ, το 2027.
Η κρίση του 2007-2009 ήταν η πρώτη μεταπολεμική κρίση που ξεκίνησε από τη Μέκκα του παγκόσμιου καπιταλισμού. Αφετηρία της αποτέλεσε, το καλοκαίρι του 2007, η αγορά στεγαστικών δανείων χαμηλής εξασφάλισης στις ΗΠΑ. Η κρίση εξαπλώθηκε γρήγορα στην ΕΕ, συμπαρασύροντας αρχικά την Ελλάδα και στη συνέχεια την Ιρλανδία, την Πορτογαλία, την Ισπανία και, τέλος, την Κύπρο.
Βασική αιτία της ήταν οι επιταγές της συναίνεσης της Ουάσιγκτον, που προέκρινε την πλήρη απελευθέρωση των αγορών και την ελαχιστοποίηση της εποπτείας στον χρηματοπιστωτικό τομέα. Οι αναπτυγμένες οικονομίες βυθίστηκαν στην ύφεση, η ανεργία αυξήθηκε και ορισμένες χώρες βρέθηκαν αντιμέτωπες με τις συνέπειες του αποπληθωρισμού.
Η προηγούμενη κρίση εκδηλώθηκε ενώ οι ρυθμοί ανάπτυξης των αναπτυγμένων οικονομιών ήταν ικανοποιητικοί. Στη διετία 2006-2007 κυριαρχούσε η αντίληψη ότι η ανάπτυξη θα αποτελούσε μόνιμο χαρακτηριστικό, με τα οικονομικά μεγέθη να εμφανίζουν περιορισμένη μεταβλητότητα, καθώς οι αγορές θεωρούνταν ικανές να αυτορυθμίζονται.
Η πραγματικότητα διέψευσε αυτές τις εκτιμήσεις. Κυβερνήσεις αναπτυγμένων χωρών, ακόμη και εκείνες που κινούνταν στη λογική του οικονομικού φιλελευθερισμού, αναγκάστηκαν να παρέμβουν, προχωρώντας ακόμη και σε κρατικοποιήσεις, προκειμένου να σταθεροποιήσουν τον τραπεζικό τομέα και να περιορίσουν τις συνέπειες της ύφεσης και της εκτόξευσης της ανεργίας. Οι κεντρικές τράπεζες μείωσαν τα επιτόκια και διεύρυναν τα χαρτοφυλάκιά τους, αγοράζοντας κρατικά και επιχειρηματικά ομόλογα.
Η Ελλάδα, παρά τις διακηρύξεις της κυβέρνησης της ΝΔ περί θωρακισμένης οικονομίας, βρέθηκε αντιμέτωπη με κρίση αξιοπιστίας. Σε αυτή συνέβαλαν τα πλαστά στατιστικά στοιχεία που έστελνε η κυβέρνηση της ΝΔ στη Eurostat για τα δημοσιονομικά, η εκτίναξη του δημόσιου χρέους στο 128% του ΑΕΠ, καθώς και τα αρνητικά χαρακτηριστικά του ως προς τη διάρκεια αποπληρωμής και το κόστος εξυπηρέτησης. Παράλληλα, η χώρα εμφάνιζε τεράστιο έλλειμμα στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών, το οποίο το 2008 έφτασε στο 14,5% του ΑΕΠ.
Στην παρούσα συγκυρία η Ελλάδα ευνοείται από τα διαρθρωτικά χαρακτηριστικά του δημόσιου χρέους της. Ωστόσο, το χρέος παραμένει το υψηλότερο στην ΕΕ και εξακολουθεί να είναι υψηλότερο από εκείνο του 2009.
Εάν, όμως, εκδηλωθεί μια νέα κρίση, για παράδειγμα από το σκάσιμο της φούσκας της τεχνητής νοημοσύνης, η ελληνική οικονομία θα βρεθεί εκτεθειμένη. Το μεγάλο έλλειμμα στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών μπορεί να οδηγήσει σε επιβράδυνση της ανάπτυξης.
Το ΠΑΣΟΚ έχει καταλογίσει στην κυβέρνηση ότι δεν αξιοποίησε με τον正确ό τρόπο τους πόρους του ΤΑΑ, ώστε να ενισχύσει την ανθεκτικότητα, τη δυναμικότητα και τη συμπεριληπτικότητα της οικονομίας.
Το κρίσιμο ερώτημα, σε περίπτωση μιας νέας παγκόσμιας κρίσης, είναι αν η ελληνική οικονομία θα καταφέρει να επιδείξει ανθεκτικότητα. Αν η απάντηση είναι αρνητική, τα πιο ευάλωτα κοινωνικά στρώματα θα βρεθούν αντιμέτωπα με ακόμη μεγαλύτερη επιδείνωση του βιοτικού τους επιπέδου.
Ο Φίλιππος Σαχινίδης είναι πρώην υπουργός Οικονομικών

