Σε πρόωρες εκλογές οδηγείται η Ισπανία, με τον Πέδρο Σάντσεθ να ανακοινώνει το πρωί της Δευτέρας (5/10) ότι οι κάλπες θα στηθούν στις 29 Νοεμβρίου. Η απόφαση ήρθε μετά την απόρριψη από τη Βουλή των μέτρων που είχε προτείνει η κυβέρνησή του για την αντιμετώπιση της στεγαστικής κρίσης, η οποία έχει προκαλέσει μαζικές διαδηλώσεις και έντονη κοινωνική οργή.
Η στεγαστική κρίση, το κόστος ζωής και οι μισθοί έχουν μετατραπεί στα κυρίαρχα ζητήματα της ισπανικής πολιτικής ατζέντας. Παράλληλα, η μετανάστευση εξακολουθεί να προκαλεί αντιδράσεις, καθώς η κυβέρνηση διαχειρίζεται ακόμη τις συνέπειες από την άφιξη δεκάδων χιλιάδων μεταναστών στην αφρικανική θύλακα Θέουτα τον Ιούλιο.
Χιλιάδες πολίτες διαδήλωσαν το περασμένο Σαββατοκύριακο, σε κινητοποιήσεις που κάλυψαν ολόκληρο το πολιτικό φάσμα. Στη Μαδρίτη παραμένουν κατασκηνωμένες αριστερές οργανώσεις, ενώ ακροδεξιοί διαδηλωτές φέρονται να χαιρέτησαν ναζιστικά.
Η ένταση κλιμακώθηκε μετά την έξωση, τον Σεπτέμβριο, μιας 87χρονης ανάπηρης γυναίκας από το σπίτι στο οποίο ζούσε επί 70 χρόνια. Η υπόθεση επανέφερε στο προσκήνιο τις καταγγελίες για τις υπέρογκες αυξήσεις των ενοικίων και την έλλειψη κατοικιών, κυρίως στις τουριστικές περιοχές.
Η κυβέρνηση Σάντσεθ επιχείρησε την περασμένη εβδομάδα να περάσει δέσμη μέτρων για την προστασία των ενοικιαστών. Μεταξύ άλλων, προέβλεπε αναστολή των εξώσεων ευάλωτων νοικοκυριών έως το 2030, αύξηση της φορολογίας για τα διαμερίσματα που διατίθενται σε τουριστικές μισθώσεις, διετή παράταση των μισθώσεων που λήγουν πριν από το 2028 και περιορισμό των αγορών οικιστικών ακινήτων από επενδυτικά funds.
Τα νομοσχέδια καταψηφίστηκαν με τη σύμπραξη του κεντροδεξιού Λαϊκού Κόμματος, του ακροδεξιού Vox και του υπέρ της ανεξαρτησίας κόμματος «Μαζί για την Καταλονία». Η εξέλιξη αυτή ενίσχυσε την πολιτική πίεση στον πρωθυπουργό, ο οποίος ηγείται εύθραυστης αριστερής συμμαχίας.
Ο Πέδρο Σάντσεθ, επικεφαλής του Ισπανικού Σοσιαλιστικού Εργατικού Κόμματος, βρίσκεται στην πρωθυπουργία από το 2018. Η κυβέρνηση που σχηματίστηκε τον Νοέμβριο του 2023 εξαρτάται από μικρότερα περιφερειακά κόμματα, γεγονός που δυσκολεύει την προώθηση μεταρρυθμίσεων. Το κοινοβουλευτικό αδιέξοδο έχει αφήσει, μάλιστα, την Ισπανία χωρίς εγκεκριμένο προϋπολογισμό για περισσότερα από τρία χρόνια.
Η δημοτικότητα του Σάντσεθ έχει πληγεί και από έρευνα για φερόμενη κατάχρηση κονδυλίων από το Σοσιαλιστικό Κόμμα, καθώς και από έρευνα διαφθοράς σε βάρος του συμμάχου του και πρώην πρωθυπουργού Χοσέ Λουίς Ροδρίγκεθ Θαπατέρο. Ο τελευταίος αρνείται κάθε παρανομία.
Παρά τις πολιτικές δυσκολίες, οι οικονομικοί δείκτες της Ισπανίας παραμένουν ισχυροί. Η οικονομία αναπτύχθηκε κατά 0,7% το δεύτερο τρίμηνο του έτους, ξεπερνώντας τον μέσο όρο της ευρωζώνης, ενώ ο τουρισμός και οι επενδύσεις εμφανίζουν δυναμική. Ωστόσο, η οικονομική ανάπτυξη δεν έχει περιορίσει τη δυσαρέσκεια των πολιτών.
Οι δημοσκοπήσεις του Politico δίνουν το Λαϊκό Κόμμα στην πρώτη θέση της πρόθεσης ψήφου, ενώ αναλυτές της Teneo εκτιμούν ότι ένας δεξιός συνασπισμός PP και Vox θα μπορούσε να εξασφαλίσει κοινοβουλευτική πλειοψηφία.
Ο Carsten Nickel, διευθύνων σύμβουλος της Consello, σημείωσε ότι οι εκλογές θα έπρεπε να διεξαχθούν πριν από τον Αύγουστο του 2027 και, ως εκ τούτου, η προκήρυξή τους θεωρούνταν αναμενόμενη. Κατά την εκτίμησή του, ο Σάντσεθ επιχειρεί να αξιοποιήσει τη στεγαστική κρίση για να συσπειρώσει το κεντροαριστερό ακροατήριο, σε ένα ζήτημα που παραδοσιακά κινητοποιεί την Αριστερά.
Η στρατηγική αυτή, ωστόσο, ενέχει κινδύνους. Όπως επισημαίνουν οι αναλυτές της Teneo, η κυβέρνηση μπορεί να κατηγορηθεί ότι, έπειτα από περισσότερα από οκτώ χρόνια στην εξουσία, δεν αντιμετώπισε επαρκώς τη στεγαστική κρίση και να χρεωθεί η ίδια την αποτυχία.
Την ίδια ώρα, η δημόσια συζήτηση έχει στραφεί το τελευταίο δίμηνο και στη μεταναστευτική κρίση στη Θέουτα, με την κυβέρνηση να δέχεται κριτική για τον τρόπο διαχείρισής της. Παρ’ όλα αυτά, η στέγαση παραμένει μείζον ζήτημα για τους ψηφοφόρους και διαθέτει δυναμική που μπορεί να κινητοποιήσει την Κεντροαριστερή βάση.
Σε διεθνές επίπεδο, ο Σάντσεθ έχει προκαλέσει αντιδράσεις, καθώς φέτος αναδείχθηκε σε έναν από τους εντονότερους επικριτές της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής στη Μέση Ανατολή. Η προειδοποίησή του «να μην επαναλάβουμε τα λάθη του παρελθόντος» και η άρνησή του να είναι «συνένοχος σε κάτι που είναι κακό για τον κόσμο» θεωρήθηκαν από ορισμένους παράδειγμα ευρωπαϊκής αντίστασης απέναντι σε μια επιθετική αμερικανική διοίκηση.
Ο Πρόεδρος των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ, από την άλλη πλευρά, επιτέθηκε στον Σάντσεθ και στην ισπανική κυβέρνηση, κατηγορώντας την Ισπανία ότι θέτει «σε κίνδυνο αμερικανικές ζωές» και δεν ανταποκρίνεται στις υποχρεώσεις της για τις δαπάνες του ΝΑΤΟ. Ο Τραμπ απείλησε ακόμη και με διακοπή των εμπορικών και διπλωματικών σχέσεων με τη Μαδρίτη.
Ο Ισπανός πρωθυπουργός, έντονος επικριτής και του πολέμου του Ισραήλ στη Γάζα, συνέχισε να ασκεί κριτική στον Λευκό Οίκο. Αναφερόμενος στην τότε συμφωνία κατάπαυσης πυρός ΗΠΑ-Ιράν, δήλωσε ότι δεν θα «χειροκροτήσει αυτούς που βάζουν φωτιά στον κόσμο μόνο και μόνο επειδή εμφανίζονται με έναν κουβά».
Σύμφωνα με τον Carsten Nickel, μια νέα κεντροδεξιά κυβέρνηση θα δημιουργούσε ερωτήματα για τους επενδυτές, μεταξύ άλλων σχετικά με τη στάση της Ισπανίας στις δαπάνες του ΝΑΤΟ και τις εμπορικές σχέσεις με τις ΗΠΑ.
Ανοιχτό θα έμενε επίσης το ενδεχόμενο αλλαγής της ισπανικής στάσης στην ΕΕ απέναντι στην Κίνα, με εγκατάλειψη της πιο ήπιας προσέγγισης που ακολουθεί η κυβέρνηση του Πρωθυπουργού Πέδρο Σάντσεθ. Η Γαλλία και η Γερμανία έχουν ήδη ευθυγραμμιστεί ως προς την ανησυχία τους για τον ανταγωνισμό της Κίνας σε κρίσιμους τομείς, όπως η αυτοκινητοβιομηχανία.
Μια αντίστοιχη στροφή της Ισπανίας, προειδοποιεί ο Nickel, θα μπορούσε να οδηγήσει σε «επικίνδυνη κατάσταση ανταπόδοσης, τομέα προς τομέα» μεταξύ Κίνας και ΕΕ.
Με πληροφορίες από CNBC

