Η Ελλάδα μεγάλωσε, η Γερμανία μικραίνει: Η ιστορικά πρωτοφανής πτώση ενός θηρίου που έπαψε να τρομάζει

Share

Η εθνική απέδειξε ότι δεν ήταν σύμπτωση η νίκη στη Γερμανία - Τα σοβαρά θέματα που αντιμετωπίζει η Μανσάφτ, η απουσία ταλέντου και η παρατεταμένη πτώση που έχει εξήγηση

Υπήρχε μια εποχή κατά την οποία δύο διαδοχικά παιχνίδια της Ελλάδας απέναντι στη Γερμανία θα ξεκινούσαν από μια σχεδόν αυτονόητη παραδοχή: οτιδήποτε περισσότερο από μια αξιοπρεπή ήττα θα αποτελούσε επιτυχία και οποιοδήποτε θετικό αποτέλεσμα θα έπρεπε να αντιμετωπιστεί ως υπέρβαση. Μέσα σε επτά ημέρες του 2026, αυτή η λογική έμοιαζε ξαφνικά ξεπερασμένη.

Η Ελλάδα πήγε στο Άουγκσμπουργκ, νίκησε 1-0 και κατέγραψε την πρώτη επιτυχία της απέναντι στη Γερμανία έπειτα από σχεδόν 66 χρόνια αναμονής. Μία εβδομάδα αργότερα την υποδέχθηκε στη Θεσσαλονίκη, έμεινε ξανά αήττητη και ολοκλήρωσε 180 λεπτά απέναντί της χωρίς να δεχθεί γκολ.

Ο Γιούργκεν Κλοπ χρησιμοποίησε δύο εντελώς διαφορετικές αρχικές ενδεκάδες στα δύο παιχνίδια, αλλά ούτε η πρώτη ούτε η δεύτερη κατάφεραν να βρουν λύσεις απέναντι στην ελληνική ομάδα. Και κάπου εκεί γεννιέται το ερώτημα που αξίζει περισσότερο από οποιοδήποτε επιμέρους αγωνιστικό συμπέρασμα: πόσο μεγάλωσε η Ελλάδα και πόσο έχει μικρύνει η Γερμανία;

Γιατί αν απομονωθούν τα δύο παιχνίδια του Nations League, μπορεί κάποιος να μιλήσει για μια κακή εβδομάδα, για το rotation του Κλοπ ή για μια περίοδο δοκιμών. Αν όμως ανοίξει το κάδρο και χωρέσει μέσα του ολόκληρη η τελευταία δεκαετία, τότε η εικόνα γίνεται πολύ πιο δύσκολο να αγνοηθεί.

Από το «Θαύμα της Βέρνης» γεννήθηκε ένας ποδοσφαιρικός νόμος

Για να αντιληφθεί κανείς το μέγεθος της σημερινής γερμανικής πτώσης, πρέπει να επιστρέψει πολύ πίσω, στο σημείο από το οποίο ουσιαστικά ξεκίνησε ο σύγχρονος μύθος της Mannschaft.

Στις 4 Ιουλίου 1954, στο Βάνκντορφ της Βέρνης, η Δυτική Γερμανία νίκησε 3-2 τη μεγάλη Ουγγαρία του Φέρεντς Πούσκας και κατέκτησε το πρώτο Παγκόσμιο Κύπελλο της ιστορίας της. Το περίφημο «Θαύμα της Βέρνης» δεν αντιμετωπίστηκε ποτέ ως μια απλή ποδοσφαιρική έκπληξη. Έγινε ορόσημο για μια ολόκληρη χώρα και ταυτόχρονα η απαρχή μιας ποδοσφαιρικής ταυτότητας που θα άντεχε για δεκαετίες.

Από εκείνο το σημείο και μετά χτίστηκε η ιδέα ότι η Γερμανία μπορεί να μην έχει πάντοτε την πιο θεαματική ομάδα, μπορεί να μη διαθέτει πάντα τους πιο λαμπερούς ποδοσφαιριστές, όμως στο τέλος θα βρίσκεται εκεί όπου κρίνονται οι τίτλοι.

Για περισσότερα από 60 χρόνια αυτή η αντίληψη δεν ήταν απλώς στερεότυπο. Ήταν σχεδόν μαθηματική πραγματικότητα.

Όταν το παράξενο ήταν να μη φτάσει η Γερμανία στους «4»

Από το 1954 και μετά, η γερμανική παρουσία στις τελευταίες φάσεις των μεγάλων διοργανώσεων απέκτησε μια συνέπεια που ελάχιστες εθνικές ομάδες στην ιστορία πλησίασαν.

Παγκόσμια πρωταθλήτρια το 1954, τέταρτη το 1958, φιναλίστ το 1966, τρίτη το 1970, πρωταθλήτρια Ευρώπης το 1972 και ξανά παγκόσμια πρωταθλήτρια το 1974. Ακολούθησαν τελικοί, τίτλοι και διαρκείς παρουσίες στις τελευταίες φάσεις των EURO και των Μουντιάλ.

Η επανενωμένη Γερμανία συνέχισε στο ίδιο μοτίβο. Τελικός στο EURO 1992, κατάκτηση το 1996, τελικός Μουντιάλ το 2002 και στη συνέχεια μια εντυπωσιακή σειρά έξι συνεχόμενων μεγάλων διοργανώσεων στις οποίες έφτασε τουλάχιστον μέχρι την τελική τετράδα: Μουντιάλ 2006, EURO 2008, Μουντιάλ 2010, EURO 2012, Μουντιάλ 2014 και EURO 2016.

Μέσα σε αυτή την περίοδο βρίσκεται φυσικά και η κορύφωση του 2014, όταν η Γερμανία κατέκτησε το Παγκόσμιο Κύπελλο στη Βραζιλία και έμοιαζε να έχει δημιουργήσει το τέλειο ποδοσφαιρικό μοντέλο.

Η τελευταία παρουσία της σε τελική τετράδα μεγάλης διοργάνωσης ήρθε δύο χρόνια αργότερα, στον ημιτελικό του EURO 2016.

Από τότε δεν επέστρεψε ποτέ.

Από εξαίρεση σε κανονικότητα

Το Μουντιάλ του 2018 θεωρήθηκε αρχικά ένα ιστορικό ατύχημα. Η εν ενεργεία παγκόσμια πρωταθλήτρια αποκλείστηκε από τη φάση των ομίλων και το σοκ ήταν τόσο μεγάλο ώστε το αποτέλεσμα έμοιαζε περισσότερο με ανωμαλία παρά με προειδοποίηση.

Υπήρχε τότε η σχεδόν αυτονόητη πεποίθηση ότι η Γερμανία θα κάνει αυτό που συνήθιζε πάντα: θα αναγνωρίσει το λάθος, θα διορθώσει το μοντέλο της και θα επιστρέψει.

Στο EURO 2020, που διεξήχθη το 2021, αποκλείστηκε στους «16». Στο Μουντιάλ του 2022 ακολούθησε ένας δεύτερος συνεχόμενος αποκλεισμός από τους ομίλους, κάτι που πριν από μερικά χρόνια θα φάνταζε σχεδόν αδιανόητο.

Το EURO 2024, μάλιστα μέσα στη Γερμανία, παρουσιάστηκε ως ευκαιρία επανεκκίνησης. Η ομάδα του Γιούλιαν Νάγκελσμαν έδειξε καλύτερη εικόνα, όμως η πορεία σταμάτησε στα προημιτελικά. Για αρκετές εθνικές ομάδες μια τέτοια παρουσία θα θεωρούνταν επιτυχία. Για τη Γερμανία και μάλιστα σε διοργάνωση που φιλοξενούσε η ίδια, ήταν ακόμη μία αποτυχία σε σχέση με το δικό της ιστορικό μέτρο.

Το 2026 ακολούθησε ένας ακόμη πρόωρος αποκλεισμός στο Μουντιάλ και πλέον η συζήτηση δεν μπορούσε να περιοριστεί σε μία κακή γενιά ή μία λανθασμένη επιλογή προπονητή. Το 2018 μπορούσε να χαρακτηριστεί ατύχημα. Το 2022 κρίση. Όταν όμως το ίδιο μοτίβο συνεχίζεται για μια δεκαετία, τότε μιλάμε για ολόκληρη εποχή.

Ένα κενό που δεν είχε υπάρξει μετά το 1954

Εδώ βρίσκεται το στοιχείο που αποτυπώνει με τον πιο καθαρό τρόπο πόσο ασυνήθιστη είναι η σημερινή κατάσταση.

Η τελευταία γερμανική παρουσία στους τέσσερις ενός EURO ή Μουντιάλ ήταν το 2016. Η επόμενη μεγάλη διοργάνωση είναι το EURO του 2028. Επομένως, ακόμη κι αν η Γερμανία φτάσει μέχρι τα ημιτελικά εκείνης της διοργάνωσης, θα έχουν μεσολαβήσει τουλάχιστον δώδεκα χρόνια ανάμεσα σε δύο παρουσίες της στην τελική τετράδα.

Τόσο μεγάλο διάστημα δεν έχει υπάρξει ξανά από το 1954 και το «Θαύμα της Βέρνης», το σημείο δηλαδή από το οποίο αρχίζει ουσιαστικά η σύγχρονη ποδοσφαιρική εποχή της Γερμανίας.

Ακόμη και στις προηγούμενες μεγάλες κρίσεις της, η επιστροφή ερχόταν πολύ γρηγορότερα. Τώρα η Mannschaft βιώνει ένα ιστορικά πρωτοφανές διάστημα μακριά από τις τελευταίες φάσεις των δύο σημαντικότερων διοργανώσεων.

Δεν πρόκειται συνεπώς για την εντύπωση ότι «η Γερμανία δεν είναι όπως παλιά». Οι ίδιες οι επιδόσεις επιβεβαιώνουν ότι κάτι πολύ βαθύτερο έχει αλλάξει.

Η χώρα που ήξερε να ξαναχτίζεται

Η σημερινή κρίση γίνεται ακόμη πιο παράδοξη επειδή η Γερμανία ήταν κάποτε το παγκόσμιο υπόδειγμα ποδοσφαιρικής αυτοκριτικής.

Μετά την αποτυχία στο EURO 2000, το γερμανικό ποδόσφαιρο παραδέχθηκε ότι είχε μείνει πίσω. Οι ακαδημίες αναδιοργανώθηκαν, οι επαγγελματικοί σύλλογοι υποχρεώθηκαν να επενδύσουν περισσότερο στην ανάπτυξη νέων και δημιουργήθηκε ένα εκτεταμένο δίκτυο εντοπισμού και εκπαίδευσης ταλέντων.

Τα αποτελέσματα χρειάστηκαν χρόνο, αλλά υπήρξαν εντυπωσιακά. Λαμ, Σβάινσταϊγκερ, Νόιερ, Μίλερ, Οζίλ, Κρόος, Χούμελς, Μπόατενγκ, Κεντίρα και μια ολόκληρη γενιά ποδοσφαιριστών δημιούργησαν μια Εθνική που συνδύαζε την παραδοσιακή γερμανική αποτελεσματικότητα με τεχνική ποιότητα και ένα πολύ πιο μοντέρνο παιχνίδι.

Το 2014 ήταν η απόλυτη δικαίωση αυτού του μοντέλου. Και ίσως ακριβώς εκεί να κρυβόταν η αρχή του επόμενου προβλήματος.

Όταν η επιτυχία μετατρέπεται σε συνταγή

Οι επιτυχημένες ποδοσφαιρικές χώρες αντιμετωπίζουν συχνά έναν ύπουλο κίνδυνο: προσπαθούν να αναπαράγουν εκείνο που μόλις κέρδισε, αντί να προετοιμαστούν για όσα θα απαιτήσει η επόμενη εποχή.

Η γερμανική εκπαίδευση έγινε εξαιρετικά οργανωμένη, επιστημονική και τακτικά προηγμένη. Σταδιακά, όμως, άρχισε μέσα στην ίδια τη Γερμανία μια διαφορετική συζήτηση. Μήπως η οργάνωση είχε γίνει υπερβολική; Μήπως τα παιδιά διδάσκονταν πολύ νωρίς τι πρέπει να κάνουν και πολύ λιγότερο πώς να βρίσκουν μόνα τους μια λύση;

Η κριτική αφορούσε την υπερβολική έμφαση στην τακτική, στην ομαδική λειτουργία και στην αποφυγή του λάθους. Αντίθετα, άρχισε να αναζητείται ξανά περισσότερη ελευθερία, περισσότερο ένας εναντίον ενός, περισσότερη πρωτοβουλία και κάτι από εκείνο το αυθόρμητο «ποδόσφαιρο του δρόμου» που δεν μπορεί να δημιουργηθεί αποκλειστικά μέσα από προπονητικά εγχειρίδια.

Το ενδιαφέρον είναι ότι η ίδια η Γερμανία έχει αρχίσει τα τελευταία χρόνια να αλλάζει ξανά τη φιλοσοφία της προς αυτή την κατεύθυνση. Και όταν ένα τόσο οργανωμένο ποδοσφαιρικό σύστημα αισθάνεται την ανάγκη να ανατρέψει μέρος όσων έκανε επί χρόνια, σημαίνει ότι το πρόβλημα έχει αναγνωριστεί.

«Παράγουμε μόνο οκτάρια»

Μια από τις πιο χαρακτηριστικές κριτικές που έχουν ακουστεί στο εσωτερικό του γερμανικού ποδοσφαίρου είναι ότι το σύστημα έφτασε να παράγει υπερβολικά πολλούς παίκτες παρόμοιου προφίλ.

Η φράση ότι η Γερμανία «παράγει μόνο οκτάρια» είναι ασφαλώς σχηματική, αλλά περιγράφει ένα πραγματικό ζήτημα. Πολλοί τεχνικά καλοί, τακτικά εκπαιδευμένοι και πολυλειτουργικοί μέσοι, όχι όμως αντίστοιχη παραγωγή εξειδικευμένων ποδοσφαιριστών σε κάθε θέση.

Η συζήτηση για το κλασικό εννιάρι κρατά χρόνια. Η θέση του δεξιού μπακ δημιουργεί επαναλαμβανόμενα προβλήματα, ενώ ο Κίμιχ μετακινήθηκε πολλές φορές ανάμεσα στην άμυνα και στο κέντρο ανάλογα με τις ανάγκες. Η σταθερότητα στα στόπερ χάθηκε, ενώ η αποχώρηση ενός παίκτη σαν τον Τόνι Κρόος αποκάλυψε πόσο δύσκολο είναι ακόμη και για τη Γερμανία να αντικαταστήσει έναν ποδοσφαιριστή που μπορούσε να ελέγξει ολόκληρο τον ρυθμό ενός αγώνα.

Η χώρα εξακολουθεί να παράγει πολλούς καλούς ποδοσφαιριστές. Αυτό που δεν παράγει με την ίδια συνέπεια είναι όλους τους διαφορετικούς τύπους παικτών που χρειάζεται μια ολοκληρωμένη εθνική ομάδα.

Το πρόβλημα βρίσκεται και στη μετάβαση προς τους άνδρες

Υπάρχει και μια δεύτερη πλευρά που κάνει την κατάσταση πιο σύνθετη. Οι γερμανικές μικρές εθνικές εξακολουθούν να παρουσιάζουν ταλέντο και να έχουν επιτυχίες, γεγονός που δείχνει ότι η πρώτη ύλη δεν έχει εξαφανιστεί.

Το πρόβλημα βρίσκεται συχνά στο επόμενο βήμα. Στη μετάβαση από την ακαδημία στην πρώτη ομάδα, από το ποδόσφαιρο νέων στο πραγματικό επαγγελματικό επίπεδο.

Ένα παιδί μπορεί να εντοπιστεί στα 14 ή στα 15, να εκπαιδευτεί με τις καλύτερες δυνατές προδιαγραφές και στα 18 να βρεθεί αντιμέτωπο με έναν σύλλογο που χρειάζεται άμεσα αποτελέσματα. Σε αυτό το περιβάλλον, ένας έτοιμος 24χρονος ποδοσφαιριστής από την παγκόσμια αγορά αποτελεί συχνά ασφαλέστερη επιλογή από έναν νεαρό Γερμανό που χρειάζεται χρόνο και λάθη για να εξελιχθεί.

Έτσι προκύπτει ένα παράδοξο: μια χώρα με εξαιρετικές ακαδημίες μπορεί να δυσκολεύεται να μετατρέψει την ποιότητα των ακαδημιών της σε αντίστοιχο αριθμό ολοκληρωμένων διεθνών ποδοσφαιριστών.

Η Bundesliga έγινε παγκόσμια, όχι απαραίτητα πιο χρήσιμη για την Εθνική

Η Bundesliga παραμένει ένα από τα ισχυρότερα πρωταθλήματα στον κόσμο και αυτό από μόνο του αποτελεί πλεονέκτημα για το γερμανικό ποδόσφαιρο. Ταυτόχρονα, όμως, είναι ένα πρωτάθλημα ολοένα πιο διεθνοποιημένο, στο οποίο οι ομάδες αναζητούν ποδοσφαιριστές από ολόκληρο τον κόσμο.

Αυτό ενισχύει το προϊόν, την ποιότητα και τον ανταγωνισμό. Δεν σημαίνει όμως αυτομάτως ότι βοηθά με τον ίδιο τρόπο την Εθνική ομάδα.

Όσο λιγότερο εύκολο είναι για έναν νεαρό Γερμανό να πάρει πραγματικό χρόνο συμμετοχής, τόσο περισσότερο καθυστερεί η μετάβαση από το «ταλέντο» στον ολοκληρωμένο ποδοσφαιριστή. Και το γερμανικό ποδόσφαιρο έχει πλέον αρχίσει να αντιμετωπίζει ανοιχτά αυτή τη μετάβαση ως ένα από τα βασικά προβλήματα του συστήματος.

Δεν αρκεί να βρίσκεις και να εκπαιδεύεις τους καλούς παίκτες. Πρέπει κάποια στιγμή να τους αφήνεις και να παίζουν.

Οι προπονητές άλλαξαν, το μοτίβο όχι

Ο Γιόαχιμ Λεβ έμεινε για πολλά χρόνια και πλήρωσε τελικά την αδυναμία να ανανεώσει εγκαίρως τον κύκλο της γενιάς του 2014. Ο Χάνσι Φλικ ήρθε με το κύρος των τεράστιων επιτυχιών του στην Μπάγερν, όμως ούτε εκείνος κατάφερε να επαναφέρει τη σταθερότητα.

Ο Γιούλιαν Νάγκελσμαν έδωσε νέα πνοή, άλλαξε την ατμόσφαιρα και στο EURO 2024 δημιούργησε την εντύπωση ότι η Γερμανία ίσως ξαναβρίσκει τον δρόμο της. Η βελτίωση όμως δεν μεταφράστηκε σε μεγάλη επιτυχία και η συνέχεια έδειξε ότι τα βαθύτερα προβλήματα δεν είχαν εξαφανιστεί.

Τώρα η ευθύνη βρίσκεται στον Γιούργκεν Κλοπ, έναν προπονητή που μπορεί να δώσει ένταση, πίστη, σαφή αγωνιστική ταυτότητα και συναισθηματική σύνδεση σε μια ομάδα όπως ελάχιστοι.

Το πρόβλημα είναι ότι ένας κορυφαίος προπονητής μπορεί να βελτιώσει την Εθνική Γερμανίας. Δεν μπορεί μέσα σε μερικούς μήνες να διορθώσει μόνος του όλες τις αδυναμίες που δημιουργήθηκαν σε βάθος δεκαετίας.

Οι 22 διαφορετικοί βασικοί και ο ελληνικός γρίφος

Τα δύο παιχνίδια με την Ελλάδα ήταν χαρακτηριστικά της περιόδου δοκιμών του Κλοπ. Ο Γερμανός τεχνικός άλλαξε ολόκληρη την ενδεκάδα από τη μία αναμέτρηση στην άλλη, χρησιμοποιώντας συνολικά 22 διαφορετικούς βασικούς.

Η επιλογή αυτή ασφαλώς επηρεάζει τη συνοχή και δεν επιτρέπει να συγκρίνει κανείς τις δύο ενδεκάδες σαν δύο πλήρως μονταρισμένες εκδοχές της ίδιας ομάδας. Παρ’ όλα αυτά, το αποτέλεσμα είναι εντυπωσιακό: δύο εντελώς διαφορετικά σύνολα, απέναντι στον ίδιο αντίπαλο, και ούτε ένα γκολ σε 180 λεπτά.

Αυτό καθιστά πολύ πιο δύσκολη την εύκολη δικαιολογία μιας απλώς κακής βραδιάς. Ο Κλοπ αναζήτησε διαφορετικούς δρόμους, διαφορετικά πρόσωπα και διαφορετικά χαρακτηριστικά. Κανένας δεν αποδείχθηκε αρκετός για να ξεκλειδώσει την Ελλάδα.

Και μετά το δεύτερο παιχνίδι ο ίδιος παραδέχθηκε κάτι που πριν από μερικά χρόνια ίσως ακουγόταν υπερβολικό: η Ελλάδα δεν ανήκει πλέον στις μικρές ποδοσφαιρικές χώρες.

Η Ελλάδα είναι ο καθρέφτης, όχι η αιτία

Τα δύο παιχνίδια του Nations League δεν δημιούργησαν τη γερμανική κρίση. Απλώς την έφεραν ξανά στην επιφάνεια.

Η Ελλάδα είναι σήμερα καλύτερη, πιο γεμάτη ποιοτικά και πολύ περισσότερο σίγουρη για τον εαυτό της. Η νέα γενιά δεν αντιμετωπίζει το όνομα «Γερμανία» με το δέος που το αντιμετώπιζαν παλαιότερες ελληνικές ομάδες και αυτό αποτελεί δική της κατάκτηση.

Την ίδια στιγμή, όμως, η Γερμανία δεν διαθέτει πλέον εκείνη την αύρα που έκανε τον αντίπαλο να αισθάνεται ότι έπρεπε να κάνει το τέλειο παιχνίδι μόνο και μόνο για να ελπίζει. Δεν το προκάλεσε η Ελλάδα αυτό. Το προκάλεσαν χρόνια επαναλαμβανόμενων αποτυχιών.

Τα παιχνίδια με την Εθνική του Γιοβάνοβιτς απλώς πρόσφεραν έναν πολύ καθαρό καθρέφτη: από τη μία μια ομάδα που ανεβαίνει και από την άλλη μια ιστορική δύναμη που ακόμη ψάχνει τον τρόπο να σταματήσει την υποχώρησή της.

Το θηρίο εξακολουθεί να έχει δόντια

Το εντυπωσιακό στην περίπτωση της Γερμανίας είναι ότι δεν πρόκειται για μια ποδοσφαιρική χώρα που ξέμεινε από ταλέντο.

Ποδοσφαιριστές όπως ο Μουσιάλα και ο Βιρτς θα μπορούσαν να παίξουν σε οποιαδήποτε εθνική ομάδα στον κόσμο, ενώ πίσω τους εξακολουθεί να υπάρχει μια τεράστια δεξαμενή παικτών. Οι γερμανικοί σύλλογοι παραμένουν ανταγωνιστικοί στο κορυφαίο επίπεδο και οι υποδομές της χώρας παραμένουν εξαιρετικές.

Ακριβώς γι’ αυτό η παρατεταμένη πτώση είναι τόσο ενδιαφέρουσα.

Όταν μια μικρή ποδοσφαιρική χώρα χάνει μια σπουδαία γενιά, η εξήγηση μπορεί να είναι απλή. Όταν μια χώρα με περισσότερους από 80 εκατομμύρια κατοίκους, τεράστιους οικονομικούς πόρους, ένα από τα ισχυρότερα πρωταθλήματα του κόσμου και δεκάδες υπερσύγχρονες ακαδημίες περνά τουλάχιστον δώδεκα χρόνια χωρίς παρουσία στους τέσσερις ενός EURO ή Μουντιάλ, τότε δεν μπορείς να μιλάς μόνο για κακή τύχη.

Δεν έχει εξαφανιστεί το υλικό. Κάπου στη διαδρομή από το ταλέντο μέχρι τη δημιουργία μιας πραγματικά μεγάλης Εθνικής, η περίφημη γερμανική μηχανή σταμάτησε να λειτουργεί με την παλιά ακρίβεια.

Το ζητούμενο δεν είναι να ξαναφτιαχτεί η Γερμανία του 2014

Η μεγαλύτερη παγίδα για τη νέα εποχή θα ήταν η προσπάθεια αναπαραγωγής του παρελθόντος.

Η ομάδα του 2014 δεν μπορεί να ξανακατασκευαστεί. Προέκυψε από συγκεκριμένες μεταρρυθμίσεις, συγκεκριμένες προσωπικότητες και μια μοναδική συγκυρία στην οποία πολλές διαφορετικές γενιές ωρίμασαν την κατάλληλη στιγμή.

Ο Κλοπ πρέπει να δημιουργήσει μια νέα γερμανική ταυτότητα με τους ποδοσφαιριστές που υπάρχουν σήμερα. Όχι να αναζητήσει τον επόμενο Κρόος, τον επόμενο Λαμ ή τον επόμενο Κλόζε, αλλά να βρει πώς θα αξιοποιήσει διαφορετικά χαρακτηριστικά και θα ξαναδώσει στη Mannschaft αυτό που έχασε περισσότερο από οτιδήποτε άλλο: την αίσθηση ότι γνωρίζει ακριβώς ποια είναι.

Οι αλλαγές στην ανάπτυξη των νέων, η προσπάθεια να δοθεί μεγαλύτερη ελευθερία στα παιδιά και η αναζήτηση καλύτερης μετάβασης προς το επαγγελματικό επίπεδο δείχνουν ότι η Γερμανία έχει αρχίσει να αντιλαμβάνεται πως το πρόβλημα δεν λύνεται μόνο στον πάγκο της Εθνικής.

Μόνο που τέτοιες αλλαγές χρειάζονται χρόνια για να αποδώσουν.

Η Ελλάδα μεγάλωσε, η Γερμανία μικραίνει

Για δεκαετίες, πριν από κάθε μεγάλη διοργάνωση, η ερώτηση δεν ήταν αν η Γερμανία μπορούσε να φτάσει μακριά. Ήταν ποιος θα μπορούσε να τη σταματήσει.

Σήμερα η ερώτηση έχει αντιστραφεί. Πότε θα ξαναφτάσει η ίδια εκεί που κάποτε θεωρούσε περίπου αυτονόητο ότι ανήκει;

Ακόμη κι αν η απάντηση δοθεί στο EURO 2028, θα έχουν περάσει τουλάχιστον δώδεκα χρόνια από την τελευταία γερμανική παρουσία στους τέσσερις μεγάλης διοργάνωσης. Για μια χώρα που μετά το «Θαύμα της Βέρνης» μετέτρεψε τη διάρκεια στην κορυφή σε βασικό κομμάτι της ποδοσφαιρικής της ταυτότητας, αυτό αποτελεί ιστορικά πρωτοφανές διάστημα.

Υπάρχει επομένως κάτι σχεδόν συμβολικό στο γεγονός ότι η Ελλάδα ήταν εκείνη που πρόσφερε την τελευταία αφορμή για αυτή τη συζήτηση. Η χώρα που περίμενε σχεδόν 66 χρόνια για να νικήσει τη Γερμανία, το έκανε τελικά σε μια εποχή κατά την οποία η ίδια δείχνει να ανεβαίνει και ο ιστορικός αντίπαλος βρίσκεται στην πιο παρατεταμένη αγωνιστική πτώση της μεταπολεμικής ιστορίας του.

Αυτό δεν αφαιρεί τίποτα από την ελληνική επιτυχία. Αντίθετα, δείχνει ότι η Ελλάδα είχε την ποιότητα και την αυτοπεποίθηση να αντιληφθεί πως μια παλιά απόσταση είχε μικρύνει και να συμπεριφερθεί αναλόγως.

Ο Κλοπ το παραδέχθηκε μετά από δύο παιχνίδια στα οποία δοκίμασε 22 διαφορετικούς βασικούς χωρίς να βρει γκολ: η Ελλάδα δεν ανήκει πλέον στις μικρές ποδοσφαιρικές χώρες.

Και ίσως αυτή η φράση να συνοψίζει καλύτερα από οτιδήποτε άλλο ολόκληρη την ιστορία. Η Ελλάδα μεγάλωσε αρκετά ώστε να μη φοβάται πια τη Γερμανία.

Και η Γερμανία μικραίνει εδώ και αρκετά χρόνια ώστε όλο και περισσότεροι αντίπαλοι να έχουν αρχίσει να μην τη φοβούνται.

ΟΙ ΑΘΛΗΤΙΚΕΣ ΜΕΤΑΔΟΣΕΙΣ ΤΗΣ ΗΜΕΡΑΣ - ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ ΤΗΛΕΟΡΑΣΗΣ
ΟΙ ΑΘΛΗΤΙΚΕΣ ΜΕΤΑΔΟΣΕΙΣ ΤΗΣ ΗΜΕΡΑΣ