Αλαζόνες δεν εμφανίζονται μόνο στα μεγάλα σαλόνια, ούτε κατοικούν αποκλειστικά στις κορυφές της εξουσίας. Κυκλοφορούν παντού, στις παρέες, στα τηλεοπτικά παράθυρα, στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης και, κυρίως, μέσα μας. Άλλωστε, ο Έλλην μπορεί να ζήσει χωρίς αγάπη, αλλά δυσκολεύεται αφάνταστα να ζήσει χωρίς έπαινο. Κι αν αργήσεις να του πεις κάτι δοξαστικό, θα αναλάβει ο ίδιος να επαινέσει τον εαυτό του. Μια κάποια αυτάρκεια στον συγκεκριμένο τομέα την έχουμε.
Οι φιλικές προσφωνήσεις «μεγάλε», «αρχηγέ», «παίχτη», «ηγέτη» και τα συναφή φανερώνουν αυτήν ακριβώς την έλξη προς το μεγαλείο. Μπορεί βέβαια να εκφέρονται παιγνιωδώς, όμως ακόμα κι έτσι χαρίζουν στον προσφωνούμενο μια μικρή δόση ευφορίας. Η παρατήρηση της κ. Ντόρας περί αλαζονείας, λοιπόν, κομίζει γλαύκα, καθώς οι αλαζόνες περισσεύουν και η κάλαμος –μάλλον δωρεάν– διατίθεται σε όλες τις κοινωνικές τάξεις, ιδιαίτερα εκεί όπου δεν υπάρχει κανένα πραγματικό μεγαλείο για να υποστηριχθεί.
Το Ιντερνετ, βέβαια, έδωσε φωνή και αυτοπεποίθηση σε αρκετούς ανθρώπους που παρέμεναν σιωπηλοί και περιθωριοποιημένοι, κινδυνεύοντας να χάσουν την αίσθηση του «εγώ». Την ίδια στιγμή, όμως, κατασκεύασε και πλήθος αγέρωχων Ναπολέοντων. Ένας σιδεράς μπορεί πλέον να αισθάνεται ισότιμος με πιλότο καταδιωκτικού, αρκεί να διαθέτει δικό του λογαριασμό στο Φέισμπουκ, να συγκεντρώνει μερικά λάικ και να απολαμβάνει τη φτωχή δόξα του Διαδικτύου.
Το φαινόμενο γίνεται ακόμη πιο θεαματικό στους πρωτοκλασάτους, αλλά και σε όσους απλώς φιλοδοξούν να καταταγούν σε αυτή την κατηγορία. Ο Τσίπρας πετάει το μεγαλειώδες «Ή εμείς ή κανείς» και μας αφήνει άφωνους με την κρίση μετριοφροσύνης που τον διακατέχει. Η κβαντική παιδίατρος δηλώνει πως, αν δεν εκλεγεί, «θα φύγει από την Ελλάδα», προκαλώντας –υποτίθεται– πανικό σε ολόκληρη τη χώρα. Τι θα απογίνει, άλλωστε, η Βενετιά χωρίς βελόνι; Η χώρα μπορεί να έζησε χωρίς Ελευθέριο Βενιζέλο και χωρίς Κωνσταντίνο Καραμανλή, αλλά χωρίς Καρυστιανού είναι αδύνατον να επιβιώσει.
Ας αφιππεύσουμε, λοιπόν, κυρίες και κύριοι. Δεν είναι εύκολο, το γνωρίζουμε. Η σύγχρονη ψυχανάλυση επιμένει πως η αυτοεικόνα προκαλεί πολλά από τα προβλήματα του υποκειμένου: άλλοτε ως σύνδρομο μεγαλείου, άλλοτε ως αυτοκρατορικό σύνδρομο και άλλοτε ως σύνδρομο του Σωτήρος. Ένα τυμπανιαίο «εγώ», φουσκωμένο με την τρόμπα της οίησης, της αυταρέσκειας και του παραληρηματικού ναρκισσισμού.
Στην ίδια παθογένεια ανήκει και η πίστη ότι θα νικήσουμε τη φύση με μαντζούνια, ότι θα παραμείνουμε νέοι μέχρι τα εκατόν τριάντα ή ότι δεν πρόκειται να πεθάνουμε ποτέ. Είναι η ίδια παράνοια που έχει φτάσει στην Ύβριν. Δεν αρκεί να είσαι άνθρωπος· θέλεις να είσαι κάτι παραπάνω από θεός, κατά Ζαμπέτα: ημίθεος. Πτωχαλαζών, σύμφωνα με τους ηθικολόγους. Υπερόπτης, κομπαστής, καυχησιάρης. Κι ας σήμαινε αρχικά η λέξη «αλαζών» «περιπλανώμενος, αγύρτης, απατεώνας».
Υπάρχει, βέβαια, και η γνωστή δικαιολογία: «αν δεν παινέψεις το σπίτι σου, θα πέσει να σε πλακώσει». Έτσι, στο γυαλί βλέπουμε ανθρώπους να αυτοεπαινούνται ασταμάτητα, ακόμη και μέσα από τα ελαττώματά τους. «Ήμουνα αλκοολικός», «ήμουνα εθισμένος» ή «καζινόβιος» – δηλαδή, ένας αξιολάτρευτος αλήτης. Η αυτοεπαινετική «κατάκριση» είναι ίσως η πιο διαδεδομένη μέθοδος αυτοπροβολής. Κι αν επαναλαμβάνεις κάτι διαρκώς, στο τέλος το πιστεύεις κι εσύ ο ίδιος. Αυτό, άλλωστε, είναι που μετράει περισσότερο.
Η αλαζονεία, πάντως, δεν αποτελεί αποκλειστικά ελληνικό προνόμιο. Οι αρχαίοι Σπαρτιάτες, όταν κάποια σύμμαχος πόλη ζητούσε στρατιωτική βοήθεια, έστελναν έναν μόνο στρατιώτη. Ίσως πίστευαν ότι άξιζε για χίλιους, ίσως θεωρούσαν πως το ζήτημα ήταν θέμα ψυχολογίας και υποβολής, ίσως –το πιθανότερο– νόμιζαν ότι έστελναν έναν Ρόμποκοπ. Κάπως έτσι εμπνεύστηκαν και οι κατοπινοί αμερικανοί σκηνοθέτες, που βάζουν έναν ήρωα, όχι μόνο της MARVEL, να εξολοθρεύει με μια σφεντόνα διακόσιους αντιπάλους.
Υπάρχουν, όμως, και οι χρήσιμες πλευρές της υπεραυτοπεποίθησης. Πώς αποφασίσαμε να πολεμήσουμε στον Μαραθώνα; Πώς νικήσαμε; Πώς έφτασε ο Μέγας Αλέξανδρος στην Ινδική και στο Αφγανιστάν, ξεκινώντας από την Πέλλα με μόλις 50.000 στρατιώτες και μάλιστα χωρίς τον Ρέμο; Μέσα στη στρέβλωση των πραγμάτων, η μεγαλομανία και η αμετροέπεια μπορούν να λειτουργήσουν ως μανδύας της απόγνωσης. Όπως έλεγε και ο Ναπολέων, «ένα στράτευμα είναι τόσο ισχυρό, όσο ισχυρό φαίνεται» – ή όσο νομίζει πως είναι.
Έτσι είναι, μέγιστε. Είμαστε όλοι σπουδαίοι και ανεπανάληπτοι. «Ή εμείς ή κανείς». «Μπρος εμείς και δεν γ…ς». Όλοι δικοί μας είμαστε. Ο Μποστ το είπε καλύτερα: «Ας αφήσουμε τους εγωισμούς να δούμε λίγο τον εαυτό μας». Είμαστε περιούσιοι και μισάλληλοι – έτσι, «μισάλληλους», μας έλεγαν οι Βυζαντινοί: ανθρώπους που μισούν ο ένας τον άλλον. Κατά μόνας υπερόπτες και πονηροί, σαν την αλώπηκα, όλοι μαζί όμως με μια σταθερή ροπή προς τον γκρεμό. Το είχε δογματίσει και ο Σόλων: «Ελλήνων μεν έκαστος αλώπεκος ίχνεσι βαίνει, σύμπαντες δε ομού χαύνος ένεστι νους».
«Κανείς ιππέας δεν λυπάται το λουλουδάκι του αγρού».

