Ήταν 1 μετά τα μεσάνυχτα, όταν ο Ντέντι Σίμχι έφτασε στο κιμπούτς Ρεΐμ και αντίκρισε τον 20χρονο γιο του, Γκάι, νεκρό. Τον αγκάλιασε, τον φίλησε και τον φώναζε: «Γκάι, Γκάι». Τρία χρόνια μετά την επίθεση της Χαμάς στο Ισραήλ, στις 7 Οκτωβρίου 2023, ο πρώην επικεφαλής των Ισραηλινών Υπηρεσιών Πυροσβεστικής και απόστρατος των Ισραηλινών Ενόπλων Δυνάμεων ανακαλεί τις δραματικές στιγμές που έζησε.
«Οταν βρήκα τη σορό του, λειτουργούσα ως στρατηγός και όχι ως πατέρας», σχολιάζει στα «ΝΕΑ», περιγράφοντας την ψυχραιμία που χρειάστηκε να επιδείξει, ακόμη και μπροστά στον νεκρό γιο του.
Ο Γκάι είχε μεταβεί με δέκα φίλους του στο μουσικό φεστιβάλ Nova. Στις 6:29 το πρωί, η Χαμάς εκτόξευσε πυραύλους και ο νεαρός, που είχε γεννηθεί στο κιμπούτς Ρεΐμ και γνώριζε καλά την περιοχή, πρότεινε στους φίλους του να κατευθυνθούν εκεί, όπου υπήρχαν προστατευμένα δωμάτια.
Αφού έβαλε τους φίλους του σε ένα από αυτά, ο Γκάι βγήκε ξανά έξω, χωρίς όπλο, αναζητώντας άλλους νέους που είχαν διαφύγει από το φεστιβάλ. Κατάφερε να συγκεντρώσει συνολικά περίπου τριάντα ανθρώπους στα προστατευμένα δωμάτια, ενώ ο ίδιος έμεινε έξω και κρατούσε την πόρτα.
Τότε έφτασαν πέντε τρομοκράτες. Ο πρώτος μπήκε στο δωμάτιο και ο Γκάι όρμησε πάνω του με γυμνά χέρια, πνίγοντάς τον μέχρι θανάτου. Έναν δεύτερο τρομοκράτη πυροβόλησαν οι φίλοι του. Ο τρίτος, βλέποντας τους δύο νεκρούς, πέταξε χειροβομβίδες μέσα στο δωμάτιο.
Ο Γκάι τραυματίστηκε σοβαρά, κατάφερε να διαφύγει από το παράθυρο, όμως ένας ακόμη τρομοκράτης τον πυροβόλησε στην κοιλιά. «Νομίζω σκοτώθηκε γύρω στις 9 το πρωί», λέει ο πατέρας του.
Την ώρα που ο Γκάι έδινε τη μάχη του, ο πατέρας του βρισκόταν στον δήμο Γκεντέρα. Είχε σπεύσει να βοηθήσει τον δήμαρχο, καθώς η Χαμάς εκτόξευε ρουκέτες προς κάθε κατεύθυνση, και παρέμεινε στο κέντρο επιχειρήσεων μέχρι τις 3 το μεσημέρι.
Όταν άρχισαν να φτάνουν οι πληροφορίες από τον νότο, κατάλαβε ότι κάτι είχε συμβεί στον γιο του. Προσπάθησε να επικοινωνήσει με τους φίλους του και, περίπου στις 4 το απόγευμα, τηλεφώνησε στα αδέλφια του: «Νομίζω ότι ο μικρότερος αδελφός σας έπεσε στη μάχη». Στη συνέχεια πήγαν να το ανακοινώσουν στη μητέρα του και άρχισαν να αναζητούν τη σορό του.
Πέντε ώρες μετά, ο στρατός μπήκε στο κιμπούτς, σκότωσε όλους τους τρομοκράτες και απελευθέρωσε τους φίλους του Γκάι. Όλοι τηλεφώνησαν στις οικογένειές τους, εκτός από εκείνον. Ένας από τους φίλους του είπε στον Ντέντι Σίμχι ότι είχε δει τον Γκάι ανάμεσα στα δύο δωμάτια και πως είχε πυροβοληθεί. «Ετσι άρχισα να καταλαβαίνω ότι κάτι είχε συμβεί. Και τότε ένας από τους φίλους του μού είπε ότι είδε τον Γκάι ανάμεσα στα δύο δωμάτια. Και ότι είχε πυροβοληθεί. Εκανα μερικά τηλεφωνήματα και κατάλαβα».
Η είδηση της επίθεσης είχε φτάσει στον Ντέντι Σίμχι από τον ίδιο τον γιο του, στις 7:43 το πρωί. «Πατέρα, είμαι στο κιμπούτς, υπάρχουν τρομοκράτες εδώ, έχουμε μόνο ένα τουφέκι», του είπε ο Γκάι. Ο πατέρας του τού ζήτησε να κλειστεί στο προστατευμένο δωμάτιο και να περιμένει, βέβαιος ότι ο στρατός θα έφτανε μέσα σε λίγα λεπτά. «Δυστυχώς, όμως, αυτό δεν συνέβη».
Ο Γκάι υπηρετούσε σε ειδική μονάδα μάχης και παρέμενε ψύχραιμος. Η οικογένειά του είχε συνηθίσει να αντιμετωπίζει την απειλή τρομοκρατικών επιθέσεων, όχι όμως μια επίθεση τέτοιας κλίμακας. «Δεν φανταζόμασταν ποτέ ότι θα μπορούσε να μας συμβεί κάτι τέτοιο. Δυστυχώς συνέβη, ήταν μια σφαγή και μια καταστροφή για τον στρατό», αναφέρει ο Ντέντι Σίμχι.
Δύο ημέρες μετά, έγινε η κηδεία του Γκάι. «Ο γιος μας έσωσε τη ζωή τριάντα ανθρώπων. Ολοι τους ήρθαν στην κηδεία», λέει ο πατέρας του.
Καθώς πλησιάζει η επέτειος, η οικογένεια εξακολουθεί να βιώνει βαθιά θλίψη για την απώλεια ενός νέου που θεωρεί μοναδικό. Ο Ντέντι Σίμχι δηλώνει πως προσπαθεί να μεταφέρει παντού το μήνυμα της ενότητας και της δύναμης απέναντι στους εχθρούς του Ισραήλ, χωρίς όμως να υιοθετεί συμπεριφορές «νταή» απέναντι στους γείτονες.
«Αλλά πιστεύω ότι μετά την 7η Οκτωβρίου όλοι οι γείτονές μας καταλαβαίνουν ότι το Ισραήλ είναι υπερδύναμη. Κάτι σαν την 7η Οκτωβρίου δεν πρόκειται να επιτρέψουμε να ξανασυμβεί. Ηταν δικό μας λάθος. Και πρόκειται να το διορθώσουμε».

