Την πρόθεσή του να συμμετάσχει σε μια τριμερή συνάντηση με τον Πρόεδρο της Κίνας Σι Τζινπίνγκ και τον Πρόεδρο των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ εξέφρασε ο πρόεδρος της Ρωσίας Βλαντίμιρ Πούτιν, ξεκαθαρίζοντας ωστόσο ότι θα πρέπει πρώτα να συμφωνηθεί η ατζέντα των συνομιλιών.
Το Κρεμλίνο είχε αναφέρει στις αρχές Σεπτεμβρίου ότι μια τέτοια συνάντηση θα μπορούσε να πραγματοποιηθεί στο περιθώριο της επόμενης συνόδου κορυφής του Οικονομικού Φόρουμ Ασίας-Ειρηνικού, η οποία θα διεξαχθεί τον Νοέμβριο στη Σεντζέν της Κίνας.
Στην ίδια ομιλία, ο Ρώσος πρόεδρος απέρριψε την πρόταση για αμοιβαία διακοπή των πληγμάτων με πυραύλους και μη επανδρωμένα αεροσκάφη μεγάλου βεληνεκούς μεταξύ Ρωσίας και Ουκρανίας. Οι επιθέσεις αυτού του τύπου αυξάνονται από μήνα σε μήνα, με το Κίεβο και την Ουάσινγκτον να έχουν εισηγηθεί την αναστολή τους.
«Μας λένε: εκείνοι θα σταματήσουν τα πλήγματα στα διυλιστήριά σας και εσείς θα σταματήσετε τα πλήγματα στα πλοία τους. Είναι απλώς γελοίο», δήλωσε ο Πούτιν. Όταν ρωτήθηκε εκ νέου ποια είναι η ρωσική απάντηση σε αυτήν την πρόταση απάντησε λακωνικά: «Όχι».
Η Ρωσία και η Ουκρανία πολλαπλασιάζουν τα πλήγματα μεγάλου βεληνεκούς, στοχεύοντας ολοένα και συχνότερα πολιτικές υποδομές. Η Μόσχα πλήττει αποθήκες, βενζινάδικα, εμπορικά κέντρα, πλοία που αποπλέουν από ουκρανικά λιμάνια στη Μαύρη Θάλασσα και, πιο πρόσφατα, τηλεφωνικά κέντρα και κέντρα ψηφιακών δεδομένων.
Το Κίεβο, από την πλευρά του, επιλέγει κυρίως διυλιστήρια και αποθήκες πετρελαίου, αποθήκες καταστημάτων ηλεκτρονικού εμπορίου, καθώς και φορτηγά πλοία στη Μαύρη Θάλασσα.
Σύμφωνα με τον Πούτιν, τα ουκρανικά πλήγματα στα ρωσικά διυλιστήρια προκάλεσαν απώλειες περίπου 1% του ΑΕΠ της Ρωσίας, ενώ δημιούργησαν έλλειψη καυσίμων κατά τη διάρκεια του φετινού καλοκαιριού.
Παράλληλα, τα ρωσικά πλήγματα στην Ουκρανία οδήγησαν στην αναστολή λειτουργίας του χαλυβουργικού τομέα της χώρας και έπληξαν τις εξαγωγές αγροτικών προϊόντων, οι οποίες αποτελούν βασικό πυλώνα της ουκρανικής οικονομίας.
Η Ουκρανία ανησυχεί και για τον επερχόμενο χειμώνα, καθώς πρόκειται για μια κρίσιμη περίοδο κατά την οποία η Ρωσία θα μπορούσε να πλήξει εκ νέου τις ενεργειακές υποδομές της, όπως έκανε και το 2025.
Αναφερόμενος στις σχέσεις με την Ιαπωνία, ο Πούτιν δήλωσε ότι η Μόσχα ανησυχεί για τη στρατιωτικοποίηση του Τόκιο, αλλά εξακολουθεί να ενδιαφέρεται για μια σχέση συνεργασίας. Όπως είπε, ορισμένες ιαπωνικές εταιρείες συνεχίζουν να δραστηριοποιούνται στη Ρωσία και ο ίδιος τις στηρίζει.
Οι σχέσεις της Ρωσίας με την Ιαπωνία επιδεινώθηκαν μετά την έναρξη του πολέμου στην Ουκρανία, ενώ το Τόκιο έχει επιβάλει εκτεταμένες κυρώσεις στη Μόσχα.

