Στη Βιτόρια ο Ολυμπιακός έδειξε πόσο ψηλά μπορεί να πάει η επίθεσή του όταν το παιχνίδι ανοίξει. Στο Κάουνας έδειξε κάτι ίσως πιο πολύτιμο για μια ομάδα που κουβαλά τον τίτλο της πρωταθλήτριας Ευρώπης: ότι μπορεί να κερδίσει ακόμη κι όταν το ματς δεν της δίνει σχεδόν τίποτα εύκολο.
Το 91-93 απέναντι στη Ζαλγκίρις δεν ήταν μια βραδιά επιθετικής κυριαρχίας. Ήταν ένα παιχνίδι με 21 αλλαγές προβαδίσματος, στο οποίο καμία ομάδα δεν ξέφυγε περισσότερο από επτά πόντους, ο Ολυμπιακός ξεκίνησε με 0/12 τρίποντα, έχασε καθαρά τη μάχη της αποτελεσματικότητας από τα 6,75 και βρέθηκε να απαντά κατοχή με κατοχή μέσα σε μια κατάμεστη Ζαλγκίριο Αρένα.
Κι όμως, έβαλε 93 πόντους και έφυγε με το δεύτερο διπλό του σε δύο αγωνιστικές.
Αυτό ακριβώς είναι που κάνει το Κάουνας πιο ενδιαφέρον από ένα ακόμη «ο Φουρνιέ έβαλε τα μεγάλα σουτ». Γιατί τα μεγάλα σουτ ήρθαν στο τέλος. Μέχρι να φτάσει εκεί, ο Ολυμπιακός είχε ήδη βρει άλλους τρόπους να κρατηθεί όρθιος.
Το -21 που έγινε +2
Αν πρέπει να κρατήσουμε έναν αριθμό που εξηγεί το παιχνίδι, βρίσκεται ξανά στην κατανομή των πόντων. Η Ζαλγκίρις είχε 12/26 τρίποντα, ο Ολυμπιακός μόλις 5/20. Οι Λιθουανοί πήραν δηλαδή 36 πόντους από τα 6,75 έναντι 15 των Ερυθρόλευκων.
Με απλά λόγια, +21 για τη Ζαλγκίρις από το τρίποντο. Και όμως οι Λιθουανοί έχασαν γιατί το τρίποντο δεν ήταν και δεν θα γίνει ποτέ αντίδοτο για κάθε μπασκετική ασθένεια. Ο Ολυμπιακός πήρε 56 πόντους από δίποντα έναντι 50 και, κυρίως, 22 από βολές έναντι μόλις 5. Άρα από δίποντα και γραμμή πήρε συνολικά +23.
Αυτό δεν είναι απλώς ένα ωραίο αριθμητικό παιχνίδι. Για δεύτερη συνεχόμενη αγωνιστική δείχνει ότι ο Ολυμπιακός δεν χρειάζεται να κερδίσει τη μάχη του τριπόντου για να νικήσει τον αγώνα. Μπορεί να δημιουργήσει επιθετικό πλεονέκτημα αλλού: στη ρακέτα, στις επαφές, στις δεύτερες κατοχές και στην πίεση που ασκεί πάνω στην άμυνα.
Για 23 λεπτά δεν είχε βάλει τρίποντο – και ήταν ακόμη εκεί
Ίσως το πιο δυνατό στιγμιότυπο όλου του ματς να μην είναι κάποιο από τα μεγάλα τρίποντα του Φουρνιέ στο τέλος. Ο Ολυμπιακός χρειάστηκε 23 λεπτά και 14 δευτερόλεπτα για να βάλει το πρώτο του τρίποντο. Είχε ξεκινήσει με το εξοργιστικό 0/12. Και όταν ο Τάισον Γουόρντ σηκώθηκε και ευστόχησε για πρώτη φορά από τα 6,75, το σκορ έγινε 52-52.
Σκεφτείτε το λιγάκι: ο Ολυμπιακός είχε παίξει περισσότερο από μισό αγώνα μέσα στο Κάουνας, χωρίς ούτε ένα εύστοχο τρίποντο, και παρ’ όλα αυτά είχε το ματς σε απόσταση αναπνοής.
Αυτό λέει πολύ περισσότερα για τη δομή της επίθεσής του από ένα βράδυ με 15 τρίποντα. Γιατί όταν το μακρινό σουτ εξαφανίζεται εντελώς και η επίθεση εξακολουθεί να παράγει, σημαίνει ότι υπάρχουν δρόμοι διαφυγής.
Ο Γουόρντ έβαλε αμέσως και δεύτερο τρίποντο, ο Μοντέρο πρόσθεσε καλάθι και το 52-46 της Ζαλγκίρις μετατράπηκε σε 52-57 με σερί 0-11. Η ομάδα που είχε φτάσει στο 0/12 από μακριά δεν πανικοβλήθηκε. Συνέχισε να επιτίθεται μέχρι το παιχνίδι να της επιστρέψει αυτό που για 23 λεπτά της αρνιόταν.
Η προηγμένη στατιστική εξηγεί πώς άντεξε
Η Ζαλγκίρις είχε καλύτερο αποτελεσματικό ποσοστό εντός πεδιάς: περίπου 61,4% eFG, έναντι 57,3% του Ολυμπιακού. Αυτό είναι απολύτως λογικό όταν η μία ομάδα βάζει 12 τρίποντα και η άλλη πέντε. Κι όμως, στο πραγματικό ποσοστό ευστοχίας, που συνυπολογίζει και τις βολές, οι δύο ομάδες βρέθηκαν σχεδόν απόλυτα ίσες: περίπου 62,6% TS και για τις δύο. Εκεί κρύβεται όλο το παιχνίδι.
Ο Ολυμπιακός δεν μπορούσε να συναγωνιστεί τη Ζαλγκίρις στην αξία που έπαιρνε από το τρίποντο, αλλά το 28/42 στα δίποντα, δηλαδή 66,7%, και οι 28 εκτελεσμένες βολές άλλαξαν την εξίσωση.
Η διαφορά στη συχνότητα των βολών ήταν τεράστια. Οι Ερυθρόλευκοι εκτέλεσαν βολές σε αναλογία περίπου 45% των προσπαθειών τους εντός πεδιάς, ενώ η Ζαλγκίρις μόλις στο 8,6%. Δεν είναι μόνο οι 22 πόντοι από τη γραμμή. Είναι η απόδειξη ότι ο Ολυμπιακός έβαζε διαρκώς την άμυνα σε κατάσταση απόφασης και επαφής.
Στους υπόλοιπους βασικούς δείκτες, η Ζαλγκίρις ήταν καλύτερη στο ποσοστό επιθετικού ριμπάουντ, περίπου 42,4% έναντι 36,7%, όμως ο Ολυμπιακός προστάτευσε καλύτερα την μπάλα: περίπου 15,9% ποσοστό λαθών έναντι 19% των Λιθουανών.
Ακόμη πιο χαρακτηριστικά, οι Πειραιώτες πήραν 20 πόντους από λάθη αντιπάλου έναντι 13 και 16 πόντους δεύτερης ευκαιρίας έναντι 11, παρότι η Ζαλγκίρις είχε περισσότερα επιθετικά ριμπάουντ, 14 έναντι 11.
Δηλαδή δεν κέρδισαν απαραίτητα περισσότερες έξτρα κατοχές. Τις αξιοποίησαν καλύτερα.
Ο ίδιος αριθμός με τη Βιτόρια δεν μπορεί να περάσει απαρατήρητος
Και εδώ προκύπτει ίσως το πιο ενδιαφέρον εύρημα για το ξεκίνημα της σεζόν.
Στη Βιτόρια ο Ολυμπιακός είχε 28/42 δίποντα.
Στο Κάουνας είχε ξανά 28/42 δίποντα.
Στη Βιτόρια εκτέλεσε 28 βολές.
Στο Κάουνας εκτέλεσε ξανά 28 βολές.
Αυτό δύσκολα μπορεί να θεωρηθεί απλώς μια στατιστική παραξενιά. Είναι δύο εντελώς διαφορετικά παιχνίδια, με διαφορετικό ρυθμό και εξέλιξη, αλλά η επιθετική βάση ήταν σχεδόν φωτοτυπία.
Σε δύο εκτός έδρας αγώνες ο Ολυμπιακός έχει συνολικά 56/84 δίποντα, ακριβώς 66,7%, και 56 εκτελεσμένες βολές. Αντίθετα έχει μόλις 13/42 τρίποντα, 31%. Και είναι στο 2-0 και θέλει να τριτώσει το καλό στην Μπολόνια, κόντρα σε μια ομάδα που πάντα βρίσκει κίνητρα όταν υποδέχεται τους Πειραιώτες.
Υπάρχει και κάτι ακόμη πιο ακραίο: οι αντίπαλοί του έχουν πάρει συνολικά 45 περισσότερους πόντους από τρίποντα στις δύο πρώτες αγωνιστικές. Ο πρωταθλητής Ευρώπης όμως έχει απαντήσει με +64 από δίποντα και βολές. Το συνολικό αποτέλεσμα είναι +19 πόντοι και δύο διπλά. Αν κάτι αρχίζει να μοιάζει με τάση, είναι αυτό. Μόνο που όταν χαλαρώσουν τα χέρια θα έρθουν και τα τρίποντα. Τότε είναι που θα μιλάμε για πραγματική μηχανή καταστροφής…
Ο Μοντέρο κρατάει το τιμόνι, αλλάζει τον ρυθμό και απογειώνει
Ο Γιαν Μοντέρο τελείωσε με 15 πόντους, 7 ασίστ, 3 ριμπάουντ και +9, το καλύτερο +/- του Ολυμπιακού, σε 27:20. Το boxscore όμως λέει μόνο τη μισή αλήθεια για τον απίθανο Δομινικανό.
Στην τέταρτη περίοδο πέτυχε 9 από τους 15 πόντους του και μοίρασε τέσσερις από τις επτά ασίστ του. Όταν η Ζαλγκίρις πήγε στο 71-68 και το γήπεδο άρχισε να σπρώχνει τους γηπεδούχους, ο Ολυμπιακός δεν απάντησε με μια ατομική έκρηξη κάποιου σταρ. Απάντησε με μια πεντάδα Μοντέρο, Γουόρντ, Φουρνιέ, Εντιάι και Χολ που έτρεξε 8-0 και έκανε το 71-76.
Ο Μοντέρο έβαλε το καλάθι και τη βολή για την ισοφάριση, έκλεψε, δημιούργησε, έδωσε την πάσα στον Εντιάι για το 71-74 και στο τέλος ήταν αυτός που πήγε στη γραμμή στα 15 δευτερόλεπτα και έκανε το 88-92. Εδώ λοιπόν αρχίζει να φαίνεται κάτι περισσότερο από το ταλέντο.
Στη Βιτόρια ο Μοντέρο είχε αλλάξει το τέμπο του αγώνα. Στο Κάουνας χρειάστηκε να κάνει κάτι δυσκολότερο: να βάλει τάξη στο χάος. Δεν έβαλε τρίποντο, είχε 0/3. Δεν είχε κάποιο εξωπραγματικό βράδυ ευστοχίας. Κι όμως ήταν ο παίκτης με τη μεγαλύτερη θετική επίδραση στο σκορ όσο βρισκόταν στο παρκέ. Αυτό είναι ακόμη πιο σημαντικό για τον Μπαρτζώκα από ένα παιχνίδι 20 πόντων. Και ίσως και ο ίδιος να μην μπορεί να πιστέψει ότι ένα παιδί 23 ετών που ήρθε… χτες, μπορεί να καθοδηγήσει την ομάδα του με τόσο ώριμο τρόπο.
Ο Φουρνιέ πήρε τις μπάλες που ζυγίζουν περισσότερο
Ο Εβάν Φουρνιέ είχε 19 πόντους σε μόλις 20:09, με 4/7 δίποντα, 2/5 τρίποντα και 5/6 βολές. Το πραγματικό ποσοστό ευστοχίας του βρέθηκε περίπου στο 65%, αλλά κανένας προηγμένος δείκτης δεν μπορεί να περιγράψει μόνος του τη σημασία των τελευταίων 93 δευτερολέπτων.
Με 1:45 στο ρολό η Ζαλγκίρις πήγε στο 84-82. Στα 1:33 ο Φουρνιέ έβαλε τρίποντο για το 84-85. Στα 54 δευτερόλεπτα ο Μπράουν έκανε το 88-87. Δέκα δευτερόλεπτα αργότερα, ο Φουρνιέ ξανασηκώθηκε για το 88-90. Μέχρι να… γυρίσει το μάτι του, ο Εβάν είχε 0/3 τρίποντα. Τι σημασία έχουν όμως τόσο αδιάφορες λεπτομέρειες όταν είσαι ο πιο καθοριστικός παίκτης της Ευρώπης τη στιγμή που μιλάμε;
Αυτό είναι το σημείο όπου οι αριθμοί χρειάζονται και λίγη ψυχή. Γιατί ο μεγάλος παίκτης δεν είναι εκείνος που βάζει μόνο όταν έχει ήδη βρει ρυθμό. Είναι κι εκείνος που μπορεί να έχει χάσει τα προηγούμενα τρία και να ζητήσει την τέταρτη μπάλα σαν να μην έχει συμβεί τίποτα.
Ο Φουρνιέ έβαλε επτά από τους τελευταίους εννέα πόντους του Ολυμπιακού από το 1:33 και μετά, αν συνυπολογίσουμε και την τελευταία βολή του. Στο Κάουνας δεν ήταν απλώς παραγωγικός. Ήταν παρών όταν το ματς αποφάσισε να ζητήσει προσωπικότητες. Και όταν πέφτουν όλα τα χαρτιά πάνω στο τραπέζι, εκείνος που την είχε μεγαλύτερη (την προσωπικότητα) θα ήταν αναπόφευκτα ο νικητής…
Ο Σάσα έπαιξε σαν να μην υπάρχει τρίποντο
Ο Βεζένκοφ είχε 18 πόντους, 8 ριμπάουντ και PIR 26, με 8/10 δίποντα και χωρίς ούτε μία προσπάθεια για τρίποντο.
Το έχουμε ήδη δει στο ξεκίνημα της σεζόν και πλέον γίνεται ακόμη πιο παράξενο: ο καλύτερος παίκτης της περσινής EuroLeague συνεχίζει να παράγει σαν σταρ χωρίς να χρησιμοποιεί σχεδόν καθόλου ένα από τα ισχυρότερα όπλα του.Στο τελευταίο τετράλεπτο, όμως, το σημαντικό δεν ήταν η στατιστική του οικονομία. Ήταν ότι κάθε φορά που το ματς έγερνε προς τη Ζαλγκίρις, βρισκόταν στη σωστή θέση.
Στο 3:00 έκανε το 79-80.
Στο 1:06 το 86-87.
Και μετά τη χαμένη τελευταία βολή του Φουρνιέ ήταν αυτός που πήρε το επιθετικό ριμπάουντ και τελείωσε ουσιαστικά το παιχνίδι.
Σε έναν αγώνα που άλλαζε… ιδιοκτήτη διαρκώς, ο Βεζένκοφ δεν χρειάστηκε να ζητήσει την μπάλα σε κάθε κατοχή. Χρειάστηκε να εμφανίζεται στα σημεία όπου το παιχνίδι άνοιγε για μισό δευτερόλεπτο. Αυτό κάνει καλύτερα από όλους στην Ευρώπη, αυτό τον κάνει πραγματικό MVP της EuroLeague από το 2023 μέχρι σήμερα.
Γουόρντ και Εντιάι: οι δύο λεπτομέρειες που δεν ήταν καθόλου λεπτομέρειες
Ο Γουόρντ έβαλε 10 πόντους με 2/3 τρίποντα, αλλά τα δύο εύστοχα ήρθαν ακριβώς τη στιγμή που ο Ολυμπιακός κινδύνευε να αρχίσει να αισθάνεται ότι το καλάθι από μακριά είχε κλείσει. Μετέτρεψε το 0/12 σε δύο συνεχόμενες εύστοχες εκτελέσεις και άλλαξε μέσα σε λιγότερο από ένα λεπτό όλη την ψυχολογία του τρίτου δεκαλέπτου.
Ο Εντιάι, από την άλλη, είχε 9 πόντους με 3/3 δίποντα, δύο κλεψίματα και σημαντικές αμυντικές παρουσίες στην τέταρτη περίοδο. Δεν χρειάστηκε να ζητήσει πολλές κατοχές. Έδωσε όμως ακριβώς εκείνο που χρειαζόταν η πεντάδα γύρω από τον Μοντέρο: μήκος, ενέργεια, πίεση στην μπάλα και τελείωμα όταν δημιουργήθηκε το πλεονέκτημα.
Όλα τα παραπάνω εξηγούν γιατί οι 46 από τους 93 πόντους του Ολυμπιακού ήρθαν από τον πάγκο, δηλαδή οι μισοί παρά έναν. Και αυτό δεν είναι απλώς σημαντικό για μια ομάδα που θέλει να μην εξαρτάται από ένα συγκεκριμένο βράδυ του Ντόρσεϊ ή του Βεζένκοφ, είναι θεμελιώδες.
Οι μικρές ενδείξεις θνητότητας που θα κρατήσουν τον Ολυμπιακό σε εγρήγορση
Ο Ολυμπιακός κέρδισε, αλλά δεν έπαιξε καλή άμυνα για 40 λεπτά. Η Ζαλγκίρις τελείωσε με 61,4% eFG, είχε 25 ασίστ, πήρε 14 επιθετικά ριμπάουντ και έβαλε 28 πόντους στην τέταρτη περίοδο. Ο Στέρλινγκ Μπράουν έφτασε στους 20 με 4/6 τρίποντα, ο Τουμπέλις στους 19 και ο Βαλαντσιούνας, πέρα από τους 11 πόντους, μοίρασε επτά ασίστ. Αυτά δεν είναι ασήμαντα, ούτε και πρωτοφανή φέτος.
Η άμυνα του Ολυμπιακού εξακολουθεί να δίνει δεύτερες ευκαιρίες και να επιτρέπει στον αντίπαλο να βρει πολλές σωστές αποφάσεις. Το Κάουνας δεν κερδήθηκε επειδή οι Ερυθρόλευκοι έσβησαν τη Ζαλγκίρις. Κερδήθηκε επειδή, όταν η άμυνα δεν επαρκούσε, η επίθεση συνέχισε να βρίσκει απαντήσεις και στις κρίσιμες κατοχές ήρθαν επιτέλους και οι απαιτούμενες άμυνες.
Αυτό είναι και το σημείο που πρέπει να κρατήσει ο Μπαρτζώκας. Οι 93 πόντοι εκτός έδρας μπορεί να κρύψουν πολλά. Οι 91 που δέχθηκε η ομάδα του όμως δεν πρέπει να κρυφτούν πίσω από το αποτέλεσμα. Η πραγματική αναζήτηση χημείας περνάει πρώτα και κύρια μέσα από την άμυνα. Αλλά σε ποια προπόνηση να τη βελτιώσεις όταν ετοιμάζεσαι να παίξεις το 7ο ματς σε κάτι λιγότερο από 7 24ωρα; Για την ακρίβεια, ένα ματς κάθε 23,7 ώρες…
Οκτώ αλλαγές προβαδίσματος σε 153 δευτερόλεπτα
Το ματς στο τέλος έπαψε να είναι παιχνίδι συστημάτων και έγινε παιχνίδι νεύρων. Από το 3:17 μέχρι το 0:44, δηλαδή μέσα σε δύο λεπτά και 33 δευτερόλεπτα, το προβάδισμα άλλαξε χέρια οκτώ φορές. Κατά σειρά με:
Μπράουν.
Βεζένκοφ.
Τουμπέλις.
Φουρνιέ.
Βαλαντσιούνας.
Βεζένκοφ ξανά.
Μπράουν ξανά.
Φουρνιέ ξανά.
Αυτό συνέβησαν στο Κάουνας. Ο Ολυμπιακός δεν ήταν μια ομάδα που κυριάρχησε και στη συνέχεια έκανε διαχείριση. Πάνω απ’ όλα ήταν μια ομάδα που έφαγε κάθε χτύπημα και απάντησε με ακόμα μεγαλύτερη αγριάδα στο επόμενο. Και ίσως αυτό να είναι πιο πολύτιμο από μια άνετη νίκη τον Σεπτέμβριο. Γιατί αυτό δεν είναι σύμπτωμα της μιας βραδιάς αλλά στοιχείο χαρακτήρα. Από αυτά που στο τέλος Μαΐου σε κάνουν να δακρύζεις από υπερηφάνεια.
Το μεγαλύτερο μήνυμα των δύο πρώτων αγωνιστικών
Ο Ολυμπιακός έχει πλέον παρά έναν 200 πόντους σε δύο εκτός έδρας παιχνίδια και δύο νίκες, ενώ σουτάρει μόλις 31% από το τρίποντο (16ος στους 20!). Δεν είναι λογικό να πιστέψει κανείς ότι θα συνεχίσει όλη τη σεζόν με 13/42 τρίποντα. Θα έρθουν βραδιές με πολύ μεγαλύτερη ευστοχία. Το ενδιαφέρον είναι τι θα συμβεί όταν έρθουν.
Γιατί αυτή τη στιγμή ο Ολυμπιακός έχει βρει τρόπο να σκοράρει χωρίς να περιμένει το αξιόπιστο τρίποντο να τον σώσει. Έχει 66,7% στα δίποντα σε δύο αγώνες, πηγαίνει στη γραμμή με τεράστια συχνότητα, παίρνει παραγωγή από τον πάγκο και διαθέτει διαφορετικούς δημιουργούς για διαφορετικά είδη παιχνιδιού.
Ο ΜακΙντάιρ μπορεί να οργανώσει — είχε έξι ασίστ ήδη από την πρώτη περίοδο στο Κάουνας. Ο Μοντέρο μπορεί να επιταχύνει ή να διαχειριστεί το χάος. Ο Φουρνιέ μπορεί να πάρει την πιο βαριά εκτέλεση. Ο Βεζένκοφ μπορεί να σκοράρει χωρίς να απαιτεί την κατοχή. Οι Γουόρντ και Εντιάι μπορούν να δώσουν τα πράγματα που δεν θα γίνουν πρώτο θέμα στα ΜΜΕ.
Στη Βιτόρια ο Ολυμπιακός έμοιαζε με οδοστρωτήρα. Στο Κάουνας δεν ήταν και μάλλον δεν θα μπορούσε να είναι έτσι κι αλλιώς. Και ίσως γι’ αυτό η δεύτερη νίκη να λέει περισσότερα, όπως και κάθε επόμενη νίκη.
Διότι οι μεγάλες ομάδες δεν φαίνονται τέτοιες μόνο όταν όλα λειτουργούν. Αποδεικνύονται τέτοιες και όταν το τρίποντο δεν μπαίνει, ο αντίπαλος βάζει μεγάλα σουτ, το γήπεδο βράζει, το προβάδισμα αλλάζει οκτώ φορές σε δυόμισι λεπτά και η τελευταία κατοχή μοιάζει να ζυγίζει περισσότερο από ολόκληρο το προηγούμενο παιχνίδι.
Ο Ολυμπιακός έφυγε από τη Λιθουανία νικητής όχι επειδή έπαιξε τέλεια, αλλά επειδή όταν το παιχνίδι απαίτησε χαρακτήρα, διέθετε περισσότερους από έναν παίκτες πρόθυμους να σηκώσουν το βάρος του. Και όπως είπαμε και πιο πάνω, διέθετε αυτόν που την είχε μεγαλύτερη. Την προσωπικότητα…



