Υπάρχουν αριθμοί που περιγράφουν ένα καλό ξεκίνημα και υπάρχουν αριθμοί που σε αναγκάζουν να τους κοιτάξεις δεύτερη φορά, σχεδόν για να βεβαιωθείς ότι δεν έχει γίνει κάποιο λάθος. Ο Σάσα Βεζένκοφ, στις δύο πρώτες αγωνιστικές της EuroLeague, έχει πετύχει 40 πόντους έχοντας αστοχήσει μόλις σε τέσσερα σουτ εντός πεδιάς και σε μία βολή: δυο έχασε στο Κάουνας κόντρα στη Ζαλγκίρις (8/10 δίποντα) και άλλα δυο (8/9 δίποντα, 0/1 τρίποντο) στη θριαμβευτική πρεμιέρα της Βιτόρια.
Αυτό ίσως είναι το πιο εντυπωσιακό στοιχείο απ’ όλα. Ο περσινός MVP της Ευρωλίγκας έχει επιχειρήσει 20 σουτ, έχει βάλει τα 16, έχει 8/9 βολές και έχει φτάσει στους 40 πόντους χωρίς να έχει ευστοχήσει ούτε μία φορά πίσω από τα 6,75. Δεν πρόκειται δηλαδή για ένα εκρηκτικό διήμερο που στηρίχθηκε σε 7/10 ή 8/12 τρίποντα, ούτε για έναν σκόρερ που χρειάστηκε μεγάλο όγκο προσπαθειών για να γεμίσει τη στατιστική του.
Η πρώτη εικόνα είναι σχεδόν εξωπραγματική:
16/19 δίποντα.
0/1 τρίποντο.
8/9 βολές.
40 πόντοι σε 43:40.
Και κυρίως: μόλις τέσσερα άστοχα σουτ για να παραχθούν 40 πόντοι.
Αυτό δεν είναι απλώς ευστοχία. Είναι επιθετική οικονομία σε επίπεδο που δύσκολα συναντάται ακόμη και αν το δείγμα είναι τόσο μικρό.
#14 · Φόργουορντ · 31 ετών
Σάσα Βεζένκοφ›
Ολυμπιακός EuroLeague · 2026/27
20ΠΟΝΤΟΙ6.5ΡΙΜΠΑΟΥΝΤ1ΑΣΙΣΤ
Το 80% στα σουτ είναι μόνο η αρχή της ιστορίας
Ο Βεζένκοφ σουτάρει συνολικά 16/20 εντός πεδιάς, δηλαδή 80%, ενώ το πραγματικό ποσοστό ευστοχίας του (True Shooting) φτάνει περίπου στο 83,5%. Σε αναγωγή 36 λεπτών παράγει περίπου 33 πόντους, ενώ το PIR του αντιστοιχεί σε περισσότερες από 46 μονάδες ανά 36 λεπτά.
Οι αριθμοί προφανώς δεν είναι βιώσιμοι σε βάθος μιας ολόκληρης σεζόν. Κανείς δεν περιμένει ότι θα συνεχίσει να βάζει το 84,2% των διπόντων του ή ότι θα κρατήσει True Shooting πάνω από 80%. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι πρέπει να αντιμετωπιστούν ως μια απλή συγκυρία δύο καλών βραδιών, γιατί πίσω από τα ποσοστά υπάρχει κάτι πολύ πιο ενδιαφέρον: ο τύπος των εκτελέσεων που παίρνει.
Από τα 20 σουτ του Βεζένκοφ, τα 19 είναι δίποντα. Το 95% των προσπαθειών του μέχρι στιγμής βρίσκεται μέσα από τη γραμμή των 6,75 και μόλις μία φορά έχει σηκωθεί για τρίποντο.
Για έναν παίκτη που αποτελεί διαχρονικά απειλή από την περιφέρεια, αυτό είναι σχεδόν παράδοξο. Και ακριβώς γι’ αυτό αξίζει περισσότερο από οποιοδήποτε 4/7 ή 5/8 από το τρίποντο.
Η πιο τρελή σχέση του πρώτου «διημέρου»: 40 πόντοι σε μόλις 20 σουτ
Οι 40 πόντοι σε 20 προσπάθειες εντός πεδιάς είναι ίσως ο πιο εύκολος τρόπος να καταλάβει κανείς πόσο ακραία είναι η οικονομία του. Φυσικά, μέρος της παραγωγής προέρχεται από τις εννέα βολές, γι’ αυτό και το True Shooting είναι καταλληλότερο μέτρο, όμως η ουσία δεν αλλάζει: ο Βεζένκοφ παράγει τεράστιο αριθμό πόντων χωρίς να καταναλώνει αντίστοιχα μεγάλο αριθμό κατοχών.
Αν υπολογίσουμε τις κατοχές που τελειώνουν ουσιαστικά με δική του εκτέλεση, μαζί με τις βολές, η παραγωγή του κινείται περίπου στους 1,67 πόντους ανά τέτοια κατοχή. Πρόκειται για αριθμό σχεδόν παράλογο, αλλά ακόμη πιο ενδιαφέρον είναι ότι δεν προκύπτει από σουτ υψηλού βαθμού δυσκολίας.
Δεν βλέπουμε έναν παίκτη να βάζει συνεχόμενα τρίποντα πάνω σε άμυνα. Δεν βλέπουμε πολλά pull-up σουτ, προσωπικές φάσεις ή κατοχές στις οποίες πρέπει να δημιουργήσει τα πάντα μόνος του. Βλέπουμε έναν παίκτη που φτάνει στις σωστές θέσεις την κατάλληλη στιγμή και τελειώνει φάσεις εξαιρετικά υψηλής αξίας. Σπανιότερα δε, να εκτελεί από τα 4-5 μέτρα με άνεση και ευκολία λέι απ.
Το τρίποντο που δεν παίρνει παραμένει κομμάτι της επίθεσης
Εδώ βρίσκεται ίσως το πιο ενδιαφέρον μπασκετικό στοιχείο της υπόθεσης. Το γεγονός ότι ο Βεζένκοφ έχει επιχειρήσει μόλις ένα τρίποντο δεν σημαίνει ότι το περιφερειακό του σουτ δεν επηρεάζει την άμυνα· σημαίνει μάλλον το αντίθετο.
Η φήμη του ως σουτέρ υποχρεώνει τον προσωπικό του αντίπαλο να μένει κοντά του. Δεν μπορεί να βυθιστεί εύκολα στη ρακέτα, δεν μπορεί να χαλαρώσει στις περιστροφές και πρέπει να παρακολουθεί συνεχώς τη θέση του Βεζένκοφ ακόμη και όταν εκείνος δεν αγγίζει την μπάλα. Κυρίως όταν δεν αγγίζει την μπάλα.
Και εκεί αρχίζει η πραγματική δύναμη του παιχνιδιού του.
Δεν χρειάζεται να μείνει ακίνητος στη γωνία.
Δεν χρειάζεται να περιμένει πάσα για τρίποντο.
Δεν χρειάζεται να πάρει την μπάλα και να δημιουργήσει από στάση.
Μπορεί να κόψει προς το καλάθι, να κινηθεί πίσω από την άμυνα, να τρέξει πρώτος στον αιφνιδιασμό, να γεμίσει τον ελεύθερο χώρο όταν ο προσωπικός του αντίπαλος πάει για βοήθεια ή να ακολουθήσει μια διείσδυση για επιθετικό ριμπάουντ.
Αυτό είναι το σημαντικό: το άνοιγμα του γηπέδου δεν λειτουργεί μόνο όταν τελικά εκτελείς το τρίποντο. Λειτουργεί και όταν η απειλή του σουτ τραβά την άμυνα προς τα έξω και δημιουργεί χώρο ώστε ένας τόσο ιδιοφυής παίκτης χωρίς την μπάλα να χτυπήσει αλλού.
Τα 16/19 δίποντα δεν είναι μόνο «ζεστό χέρι»
Το 84,2% στα δίποντα ασφαλώς θα πέσει. Το ενδιαφέρον όμως δεν είναι αν θα συνεχίσει να βάζει οκτώ στα δέκα, αλλά αν ο Ολυμπιακός θα συνεχίσει να του εξασφαλίζει εκτελέσεις από τις περιοχές όπου η αποτελεσματικότητά του είναι πολύ μεγαλύτερη.
Και εδώ η κουβέντα ξεφεύγει από τον ίδιο τον Βεζένκοφ και αφορά συνολικά τον τρόπο παιχνιδιού του Ολυμπιακού. Αν οι χειριστές μπορούν να δημιουργούν το πρώτο πλεονέκτημα γρηγορότερα, αν η μπάλα μετακινείται πριν προλάβει να σταθεροποιηθεί η άμυνα και αν οι ψηλοί τραβούν παίκτες προς τη στεφάνη, τότε ο Βεζένκοφ μετατρέπεται σε έναν ιδανικό τελικό αποδέκτη της καλής ομαδικής λειτουργίας.
Γιατί δεν χρειάζεται να του δοθεί η μπάλα για να «παίξει ένας εναντίον ενός». Χρειάζεται απλώς η άμυνα να αναγκαστεί να μετακινηθεί μία φορά περισσότερο απ’ όσο θα ήθελε.
Μία βοήθεια.
Μία περιστροφή.
Ένα καθυστερημένο βήμα.
Ένα λάθος στην αλλαγή.
Ο Βεζένκοφ ζει από αυτά τα κλάσματα του δευτερολέπτου και αυτή τη στιγμή ο Ολυμπιακός φαίνεται να του προσφέρει πολύ περισσότερα τέτοια παρά στατικά σουτ από την περιφέρεια.
Οι 13 φορές που πήρε το ριμπάουντ έχουν επίσης σημασία
Στις δύο πρώτες αγωνιστικές έχει ακόμη 13 ριμπάουντ, εκ των οποίων τέσσερα επιθετικά. Δεν είναι λεπτομέρεια, γιατί τα δύο επιθετικά ριμπάουντ ανά αγώνα δημιουργούν επιπλέον κατοχές και, κυρίως, αποτελούν ακόμη μία μορφή παραγωγής που δεν απαιτεί σχεδιασμένο σύστημα για τον ίδιο.
Αυτή είναι ίσως η κοινή γραμμή σε όλο το παιχνίδι του. Ο Βεζένκοφ μπορεί να παράγει χωρίς να ζητά διαρκώς την μπάλα, χωρίς να σταματά τη ροή της επίθεσης και χωρίς η ομάδα να χρειάζεται να του παραχωρεί διαδοχικές προσωπικές κατοχές.
Γι’ αυτό και οι 20 πόντοι σε μόλις 21:50 συμμετοχής κατά μέσο όρο έχουν ιδιαίτερη βαρύτητα. Βάζει σχεδόν έναν πόντο για κάθε λεπτό που βρίσκεται στο παρκέ, έχοντας ταυτόχρονα 6,5 ριμπάουντ και συνολικό μέσο PIR 28.
Ο Βεζένκοφ γίνεται ίσως το καλύτερο θερμόμετρο της επίθεσης
Υπάρχει μια ενδιαφέρουσα σκέψη εδώ: ο Βεζένκοφ μπορεί να αποτελέσει έναν από τους καλύτερους δείκτες για το πόσο καλά λειτουργεί ο Ολυμπιακός επιθετικά. Όσο περισσότερα καλάθια βρίσκει από κίνηση, κοψίματα, αιφνιδιασμό και δεύτερες ευκαιρίες, τόσο πιθανότερο είναι ότι πριν φτάσει η μπάλα σε εκείνον έχουν ήδη γίνει σωστά δύο ή τρία πράγματα.
Έχει δημιουργηθεί το πρώτο ρήγμα. Η άμυνα έχει μετακινηθεί. Οι αποστάσεις έχουν διατηρηθεί. Κάποιος συμπαίκτης έχει τραβήξει βοήθεια.
Και τότε ο Βεζένκοφ δεν χρειάζεται να διορθώσει μια κακή επίθεση. Αρκεί να ολοκληρώσει μια καλή.
Αυτό έχει τεράστια αξία για τον Γιώργο Μπαρτζώκα, γιατί η ιδανική εκδοχή του Βεζένκοφ δεν είναι εκείνη στην οποία παίρνει 18 ή 20 προσπάθειες κάθε βράδυ. Είναι εκείνη στην οποία μπορεί να φτάσει στους 20 ή 25 πόντους με 10-12 σουτ και χωρίς η μπάλα να σταματά στα χέρια του.
Και τι μπορεί να σημαίνει αυτό για τον νέο Ολυμπιακό
Δύο αγωνιστικές είναι ελάχιστο δείγμα και δεν πρέπει να μετατραπούν σε οριστικό συμπέρασμα. Το ένα τρίποντο του Βεζένκοφ δεν πρόκειται πιθανότατα να παραμείνει ένα τρίποντο ανά δύο ματς, ούτε το 84,2% στα δίποντα μπορεί να θεωρηθεί φυσιολογικό ποσοστό σε βάθος χρόνου.
Αυτό που αξίζει να παρακολουθήσουμε είναι αν θα παραμείνει η ποιότητα της κατανομής των εκτελέσεών του. Αν δηλαδή ο Ολυμπιακός συνεχίσει να δημιουργεί περισσότερα καλάθια κοντά στη στεφάνη, περισσότερες επιθέσεις πριν οργανωθεί πλήρως η άμυνα και περισσότερες καταστάσεις στις οποίες ο Βεζένκοφ λειτουργεί ως αποδέκτης πλεονεκτήματος και όχι ως παίκτης που καλείται να το δημιουργήσει μόνος του.
Αν αυτό συμβεί, τότε ίσως η μεγάλη αλλαγή στο ξεκίνημα της σεζόν να μην είναι ότι ο Ολυμπιακός σουτάρει λιγότερα ή περισσότερα τρίποντα. Ίσως είναι ότι χρησιμοποιεί το τρίποντο και το άνοιγμα του γηπέδου ως μέσο για να φτάσει σε καλύτερες εκτελέσεις, αντί να τα αντιμετωπίζει ως τελικό προορισμό κάθε κατοχής.
Και ο Βεζένκοφ είναι ίσως ο ιδανικός παίκτης για να εκφράσει αυτή τη λογική.
Το πιο αδιανόητο νούμερο παραμένει το «4»
Μπορεί κανείς να σταθεί στους 40 πόντους, στο 84,2% στα δίποντα, στο 83,5% True Shooting ή στο γεγονός ότι δεν έχει βάλει ακόμη τρίποντο. Όμως ο αριθμός που συνοψίζει καλύτερα το ξεκίνημά του είναι ίσως ο πιο μικρός απ’ όλους.
Τέσσερα.
Τέσσερα άστοχα σουτ εντός πεδιάς σε δύο ολόκληρα παιχνίδια για έναν παίκτη που έχει ήδη πετύχει 40 πόντους. Και μάλιστα χωρίς να έχει χρησιμοποιήσει μέχρι τώρα ένα από τα σημαντικότερα επιθετικά του όπλα, το τρίποντο.
Αυτό είναι που κάνει το ξεκίνημά του τόσο ενδιαφέρον. Δεν είναι απλώς ότι ο Βεζένκοφ βάζει σχεδόν τα πάντα. Είναι ότι ο Ολυμπιακός μέχρι στιγμής τον οδηγεί σε τέτοιες εκτελέσεις ώστε σχεδόν να μη χρειάζεται να χάσει σουτ.
Και αν αυτή η τάση —όχι τα εξωπραγματικά ποσοστά, αλλά η ποιότητα των προσπαθειών— έχει διάρκεια, τότε οι πρώτοι 40 πόντοι του Βεζένκοφ δεν θα είναι απλώς μια εντυπωσιακή στατιστική υποσημείωση.
Θα είναι ίσως το πρώτο καθαρό σημάδι ότι ο Ολυμπιακός αρχίζει να βρίσκει έναν ακόμη πιο αποδοτικό τρόπο να χρησιμοποιεί τον καλύτερο παίκτη της περυσινής EuroLeague. Και της προπέρσινης (ας μην ξύνουμε τώρα πληγές). Και βέβαια εκείνης του 2022/23. Κι αν δεν βρεθεί «αντίδοτο» από τους αντιπάλους του, πιθανότατα και της φετινής…


