Τι είναι το «προληπτικό πλήγμα» που φοβούνται οι Τούρκοι στρατηγοί;

Share

Η δημόσια αναφορά του Αρχηγού ΓΕΕΘΑ, Στρατηγού Δημήτριου Χούπη, τον Δεκέμβριο του 2025, για τη δυνατότητα διεξαγωγής «προληπτικών χτυπημάτων στρατηγικού πλήγματος σε μεγάλο βάθος» άνοιξε τη συζήτηση για μια διαφορετική προσέγγιση στην ελληνική άμυνα.

Για πρώτη φορά, η ελληνική στρατιωτική ηγεσία περιέγραψε ανοιχτά ένα δόγμα που δεν περιορίζεται στην παθητική αντιμετώπιση μιας επίθεσης, αλλά επενδύει στην ενεργητική αποτροπή. Το ζητούμενο, όπως το έθεσε ο Αρχηγός ΓΕΕΘΑ, είναι ένα «αποκλειστικά νικηφόρο αποτέλεσμα» σε περίπτωση που η απειλή καταστεί άμεση και μη αναστρέψιμη.

Τι θα μπορούσε, όμως, να σημαίνει στην πράξη ένα τέτοιο δόγμα; Σύμφωνα με στρατιωτικούς αναλυτές και πηγές που μίλησαν στα ΝΕΑ.gr, ένα από τα ρεαλιστικά σενάρια είναι αυτό του προληπτικού πλήγματος (preemptive strike), δηλαδή μιας καίριας αμυντικής ενέργειας τη στιγμή που ο αντίπαλος έχει ήδη ξεκινήσει τις προετοιμασίες για επίθεση.

Η αφετηρία θα ήταν μια παρατεταμένη διπλωματική κρίση, πιθανότατα με επίκεντρο τις θαλάσσιες ζώνες ή τις έρευνες στην ελληνική υφαλοκρηπίδα. Η ένταση θα κορυφωνόταν καθώς η Άγκυρα θα μετακινούσε μαζικά δυνάμεις, όπως συνέβη με τη μετακίνηση ολόκληρης Ταξιαρχίας απέναντι από τη Σάμο.

Την ίδια ώρα, τα τουρκικά αποβατικά θα εφοδιάζονταν με καύσιμα και πολεμικό υλικό, ενώ θα έμπαιναν σε κατάσταση ετοιμότητας στα λιμάνια της Μικράς Ασίας. Σμήνη μη επανδρωμένων αεροσκαφών και οι βαλλιστικοί πύραυλοι Bora και Tayfun θα μεταφέρονταν σε καθεστώς μέγιστης ετοιμότητας σε προκεχωρημένες βάσεις.

Η κρίσιμη ένδειξη θα ερχόταν από την ελληνική Εθνική Υπηρεσία Πληροφοριών (ΕΥΠ), η οποία, σε συνεργασία με δορυφορικά δεδομένα από συμμαχικές χώρες, θα εντόπιζε την αλλαγή στη διάταξη των τουρκικών δυνάμεων. Η λήψη τελικών διαταγών επιχειρήσεων και η φόρτωση πεζοναυτών θα αποτελούσαν, σύμφωνα με το σενάριο, το σημείο χωρίς επιστροφή.

Σε αυτή την περίπτωση, το Κυβερνητικό Συμβούλιο Εθνικής Ασφάλειας (ΚΥΣΕΑ) θα συνεδρίαζε με διαδικασίες κατεπείγοντος και ο Αρχηγός ΓΕΕΘΑ θα λάμβανε το πράσινο φως για την ενεργοποίηση του σχεδίου προληπτικής αποτροπής.

Το μεγαλύτερο ρίσκο θα ήταν η αξιοπιστία των πληροφοριών. Αν τα στοιχεία αποδεικνύονταν λανθασμένα ή ελλιπή, η χώρα που θα επιχειρούσε πρώτη θα κινδύνευε να χαρακτηριστεί διεθνώς ως επιτιθέμενη, χάνοντας σημαντικό μέρος του διπλωματικού της ερείσματος. Για τον λόγο αυτό, απαιτείται απόλυτος συντονισμός ανάμεσα στην ΕΥΠ, τις στρατιωτικές υπηρεσίες πληροφοριών, τα drones, τις υποκλοπές και τα συμμαχικά δορυφορικά συστήματα σε πραγματικό χρόνο.

Εφόσον δινόταν η εντολή, η επιχειρησιακή φάση θα εξελισσόταν μέσα σε λίγα λεπτά, με βασικό όπλο τον αιφνιδιασμό. Πριν οι τουρκικές δυνάμεις προλάβουν να λύσουν κάβους ή να τροχοδρομήσουν στα αεροδρόμια, θα αντιμετώπιζαν ένα συντονισμένο ηλεκτρονικό και συμβατικό πλήγμα.

Πρώτος στόχος θα ήταν η «τύφλωση» του αντιπάλου. Τα συστήματα ηλεκτρονικού πολέμου των ελληνικών Ενόπλων Δυνάμεων θα επιχειρούσαν να εξουδετερώσουν τα εχθρικά ραντάρ, τις τηλεπικοινωνίες και τους σταθμούς καθοδήγησης των drones Bayraktar και Anka κατά μήκος των μικρασιατικών παραλίων.

Παράλληλα, η ελληνική Πολεμική Αεροπορία θα περνούσε στην αντεπίθεση. Σμήνη Rafale και F-16 Viper θα απογειώνονταν από τις βάσεις τους και, χωρίς να εισέλθουν στον τουρκικό εναέριο χώρο, θα εξαπέλυαν πυραύλους μακρού πλήγματος εναντίον κρίσιμων υποδομών. Στο σενάριο περιλαμβάνονται οι διάδρομοι απογείωσης στα αεροδρόμια του Dalaman, του Balikesir και του Cigli, με στόχο τον εγκλωβισμό της τουρκικής αεροπορίας στο έδαφος.

Την ίδια στιγμή, από τις ακτές των νησιών του Ανατολικού Αιγαίου, ελληνικές συστοιχίες κατευθυνόμενων πυραύλων Spike NLOS και Exocet θα στόχευαν τουρκικά αποβατικά σκάφη μέσα στα λιμάνια τους, όπως στη Φώκαια. Με αυτόν τον τρόπο, η αποβατική ισχύς θα επιχειρούνταν να εξουδετερωθεί πριν βγει στο Αιγαίο, καθώς η εγγύτητα των τουρκικών δυνάμεων στα νησιά θα τις έφερνε ταυτόχρονα εντός της εμβέλειας των ελληνικών οπλικών συστημάτων.

Ωστόσο, κανένα προληπτικό πλήγμα δεν μπορεί να εξαφανίσει το 100% των εχθρικών δυνάμεων. Η διαχείριση των αντιποίνων θα αποτελούσε, επομένως, τον δεύτερο βασικό πυλώνα του σχεδίου. Η Τουρκία θα μπορούσε να απαντήσει με το πυραυλικό της οπλοστάσιο και με drones που θα βρίσκονταν ήδη στον αέρα.

Σε αυτό το σημείο θα ενεργοποιούνταν η νέα ελληνική αμυντική υποδομή, με αιχμή το εθνικό σύστημα αντιπυραυλικής και αντι-drone προστασίας. Τα προηγμένα ραντάρ SeaFire των νέων ελληνικών φρεγατών Kimon (Belharra), σε συνδυασμό με τις επίγειες συστοιχίες Patriot, θα δημιουργούσαν ένα ενιαίο δίκτυο άμυνας πάνω από το αρχιπέλαγος. Στόχος θα ήταν η αναχαίτιση πυραύλων και drones και ο περιορισμός των απωλειών στις ελληνικές υποδομές.

Σύμφωνα με το συγκεκριμένο επιχειρησιακό σενάριο, μέσα σε λιγότερο από 24 ώρες η Ελλάδα θα επιδίωκε να έχει αποτρέψει μια μακροχρόνια και αιματηρή σύρραξη φθοράς. Η τουρκική αεροπορία θα είχε υποστεί σοβαρά πλήγματα, ο στόλος θα είχε περιοριστεί επιχειρησιακά και η δυνατότητα διεξαγωγής επιθετικών ενεργειών θα είχε μειωθεί δραστικά.

Σε μια τέτοια εξέλιξη, οι ΗΠΑ, το ΝΑΤΟ και η Ευρωπαϊκή Ένωση θα πίεζαν για άμεση κατάπαυση του πυρός. Η Γαλλία, ενεργοποιώντας τη ρήτρα αμοιβαίας αμυντικής συνδρομής, θα έστελνε μήνυμα στήριξης και σταθερότητας.

Η Ελλάδα θα προσέγγιζε έτσι το τραπέζι των διαπραγματεύσεων από θέση στρατιωτικής και στρατηγικής ισχύος, έχοντας διατηρήσει την εδαφική της ακεραιότητα και έχοντας αποτρέψει την εξέλιξη της κρίσης σε παρατεταμένο πόλεμο.

Πρόκειται για ένα μόνο από τα πιθανά επιχειρησιακά σενάρια, αποτυπώνει όμως τη νέα στρατιωτική πραγματικότητα: η αποτελεσματικότερη άμυνα δεν είναι μόνο η απόκρουση της επίθεσης, αλλά και η αποδεδειγμένη ικανότητα να στερήσεις έγκαιρα από τον αντίπαλο τη δυνατότητα να την εξαπολύσει, ακόμη και μέσα από υβριδικές μορφές δράσης που δεν περιλαμβάνονται στο συγκεκριμένο σενάριο.

ΟΙ ΑΘΛΗΤΙΚΕΣ ΜΕΤΑΔΟΣΕΙΣ ΤΗΣ ΗΜΕΡΑΣ - ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ ΤΗΛΕΟΡΑΣΗΣ
ΟΙ ΑΘΛΗΤΙΚΕΣ ΜΕΤΑΔΟΣΕΙΣ ΤΗΣ ΗΜΕΡΑΣ