Με το βλέμμα στραμμένο στις διεθνείς τιμές πετρελαίου και στις αποφάσεις των Βρυξελλών, η κυβέρνηση καταρτίζει το σχέδιο για την αντιμετώπιση του ενεργειακού κόστους τον χειμώνα. Στο τραπέζι βρίσκεται πρόσθετη παρέμβαση έως 200 εκατ. ευρώ, ενώ παράλληλα συνεχίζεται η διαπραγμάτευση για τον Ειδικό Φόρο Κατανάλωσης (ΕΦΚ). Το νέο πακέτο θα προστεθεί στα περίπου 800 εκατ. ευρώ των μέτρων που έχουν ήδη ληφθεί, χωρίς το τελικό του ύψος να έχει ακόμη οριστικοποιηθεί.
Οι αποφάσεις θα εξαρτηθούν από δύο σενάρια που επεξεργάζεται το οικονομικό επιτελείο. Το θετικό προβλέπει αποκλιμάκωση των διεθνών τιμών, ώστε περιορισμένες κρατικές παρεμβάσεις, σε συνδυασμό με τη συνεισφορά των διυλιστηρίων, να οδηγήσουν σε αισθητή μείωση των τιμών στην αντλία. Στο δυσμενές σενάριο, ένα νέο ράλι τιμών θα αυξήσει απότομα τις ανάγκες στήριξης, περιορίζοντας τα δημοσιονομικά περιθώρια και υποχρεώνοντας την κυβέρνηση να αποφασίσει ποια καύσιμα και ποιους καταναλωτές μπορεί να προστατεύσει.
Η Αθήνα επιχειρεί να κερδίσει χρόνο, παρακολουθώντας την πορεία της αγοράς, αλλά και τις πρωτοβουλίες του Εμανουέλ Μακρόν και του επικεφαλής του Διεθνούς Οργανισμού Ενέργειας Φατίχ Μπιρόλ. Επιδίωξη είναι να υπάρξει συντονισμένη κίνηση των G7 για την απελευθέρωση σημαντικών ποσοτήτων από τα στρατηγικά αποθέματα, ώστε να ενισχυθεί η προσφορά πετρελαίου και να περιοριστούν οι τιμές πριν απαιτηθούν μεγαλύτερες εθνικές δαπάνες.
Στο πλαίσιο αυτό, οι παρεμβάσεις για τα καύσιμα κίνησης αναμένεται να ανακοινωθούν στις 30 Σεπτεμβρίου, ενώ στις 14 Οκτωβρίου θα γίνουν οι ανακοινώσεις για το πετρέλαιο θέρμανσης. Η καθυστέρηση θεωρείται μέρος της κυβερνητικής στρατηγικής, καθώς επιδιώκεται να υπάρχει σαφέστερη εικόνα για τις διεθνείς εξελίξεις και τις ευρωπαϊκές αποφάσεις.
Ανοιχτή παραμένει η συμμετοχή των διυλιστηρίων. Οι εταιρείες εμφανίζονται διατεθειμένες να συνεισφέρουν, ώστε η τιμή του πετρελαίου θέρμανσης στην αντλία να κινηθεί στην περιοχή του 1,50-1,60 ευρώ. Το ύψος της έκπτωσης, ωστόσο, θα καθοριστεί όταν αποσαφηνιστούν τόσο οι διεθνείς τιμές όσο και η πρόθεση της ΕΕ σχετικά με τη φορολόγηση των «απροσδόκητων» κερδών των διυλιστηρίων.
Κυβέρνηση και διυλιστήρια συμφωνούν ότι προτεραιότητα πρέπει να δοθεί στο diesel κίνησης, καθώς επηρεάζει ολόκληρη την παραγωγική αλυσίδα, αλλά και στο πετρέλαιο θέρμανσης, ώστε η διάθεσή του να ξεκινήσει σε ανεκτό επίπεδο. Η αμόλυβδη θα ακολουθήσει μόνο εφόσον παραμείνει διαθέσιμο δημοσιονομικό περιθώριο.
Ακριβώς ως προς το εύρος αυτής της δυνατότητας καταγράφονται διαφορετικές προσεγγίσεις στο εσωτερικό της κυβέρνησης. Η μία πλευρά εισηγείται ισχυρή παρέμβαση από την αρχή, με το επιχείρημα ότι ένα περιορισμένο πακέτο θα χαθεί μέσα στις ανατιμήσεις και δεν θα ανακόψει την πολιτική φθορά. Η άλλη προτείνει να διατηρηθούν «πυρομαχικά» για τον Ιανουάριο, όταν ενδέχεται να χρειαστούν μέτρα και για το φυσικό αέριο ή το ρεύμα.
Οι πιο αυστηρές εισηγήσεις δεν προέρχονται κατ’ ανάγκη από το υπουργείο Οικονομικών, όπου αναγνωρίζουν ότι η ακριβή ενέργεια μπορεί να πλήξει την κατανάλωση, τις επιχειρήσεις και την ανάπτυξη. Σε άλλα κυβερνητικά κέντρα, μεγαλύτερη ανησυχία προκαλεί ο πολιτικός λογαριασμός, ο οποίος εκτιμάται ότι θα είναι βαρύτερος στη Βόρεια Ελλάδα. Η δημοσκοπική φθορά προκαλεί ήδη προβληματισμό στον δρόμο προς τις εκλογές, ενώ η θέρμανση αποτελεί βασική ανάγκη που δεν μπορεί να αναβληθεί μέχρι να αποκλιμακωθούν οι διεθνείς τιμές.
Το πρόβλημα για την κυβέρνηση είναι ότι η Ελλάδα διαθέτει χρήματα, αλλά όχι και τον αντίστοιχο δημοσιονομικό χώρο να τα δαπανήσει, καθώς δεσμεύεται από τις ευρωπαϊκές οροφές καθαρών δαπανών. Στο οικονομικό επιτελείο θεωρούν προτιμότερο τα πλεονάσματα να αξιοποιηθούν για τη συγκράτηση του ενεργειακού κόστους, αντί να παραμείνουν αδρανή στην Τράπεζα της Ελλάδος εν αναμονή της επόμενης αποπληρωμής χρέους.
Στο ίδιο πλαίσιο, προς το παρόν δεν σχεδιάζεται νέα κίνηση στο μέτωπο της πρόωρης αποπληρωμής χρέους. Η διατήρηση ρευστών εφεδρειών κρίνεται χρησιμότερη όσο παραμένει άγνωστη η διάρκεια της κρίσης. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι τα διαθέσιμα μπορούν να διοχετευθούν ελεύθερα σε επιδοτήσεις, καθώς κάθε πρόσθετη δαπάνη θα υπολογιστεί κανονικά στον ευρωπαϊκό κανόνα και ενδέχεται να περιορίσει τον χώρο για άλλες κυβερνητικές παρεμβάσεις.
Παράλληλα, η συζήτηση για προσωρινή μείωση του ΕΦΚ έχει ανοίξει σε Eurogroup και Ecofin, με την Αθήνα να ζητεί δημοσιονομική εξαίρεση. Η κυβέρνηση, πάντως, δεν προτίθεται να κινηθεί μονομερώς ούτε να παραβιάσει το ευρωπαϊκό πλαίσιο. Κυβερνητικοί παράγοντες αναγνωρίζουν ότι, λόγω της κρίσης χρέους και της μνημονιακής προϊστορίας της χώρας, μια ελληνική μονομερής απόκλιση θα προκαλούσε ισχυρότερες αντιδράσεις από τις αγορές και τους ευρωπαϊκούς θεσμούς.

