Ο Ολυμπιακός έφυγε από τη Βιτόρια με μια νίκη που, αν τη δεις μόνο από το τελικό 89-106, μοιάζει με μια ακόμα επιθετική παράσταση μιας ομάδας γεμάτης ποιότητα σχεδόν σε κάθε θέση. Μόνο που οι 106 πόντοι στην πρεμιέρα της EuroLeague λένε πολλά περισσότερα για τον τρόπο με τον οποίο θέλουν – και πλέον μπορούν – να παίζουν οι πρωταθλητές Ευρώπης του Γιώργου Μπαρτζώκα.
Καταρχάς, υπάρχει η ιστορική διάσταση. Όπως κατέγραψε ο ΑΘΛΟΣ, οι 106 πόντοι αποτελούν την πιο παραγωγική βραδιά εκτός έδρας στην ιστορία του Ολυμπιακού στη EuroLeague, ξεπερνώντας τους 105 που είχε σημειώσει άλλες τρεις φορές. Και το έκανε στην πρώτη αγωνιστική της σεζόν, σε μια περίοδο που καμία ομάδα δεν βρίσκεται ακόμα στο αγωνιστικό της ταβάνι.
Το ενδιαφέρον όμως δεν είναι τόσο το «106». Είναι το πώς προέκυψε.
106 πόντοι με μόλις οκτώ τρίποντα
Η πρώτη ανάγνωση του boxscore καταρρίπτει τη συνηθισμένη εξήγηση για μια βραδιά 106 πόντων. Ο Ολυμπιακός δεν έβαλε 15 ή 16 τρίποντα. Είχε μόλις 8/22 από τα 6,75 μ., δηλαδή 36,4%.
Αντίθετα, τελείωσε το παιχνίδι με 28/42 δίποντα (66,7%) και εκπληκτικό 26/28 στις βολές (92,9%). Από τους 106 πόντους του, οι 56 ήρθαν από δίποντα και οι 26 από τη γραμμή. Δηλαδή 82 από τους 106 πόντους – το 77,4% – προήλθαν από δίποντα και βολές.
Και εδώ βρίσκεται ίσως ο αριθμός που περιγράφει καλύτερα ολόκληρο το ματς.
Η Μπασκόνια σημείωσε 48 πόντους από τρίποντα, ο Ολυμπιακός 24. Οι Βάσκοι δηλαδή είχαν +24 πόντους από το τρίποντο και παρ’ όλα αυτά έχασαν με 17.
Γιατί; Διότι στα δίποντα ο Ολυμπιακός πήρε +28 πόντους (56-28) και στις βολές άλλους +13 (26-13). Συνολικά, +41 πόντους από αυτούς τους δύο τρόπους εκτέλεσης.
Αυτό είναι πολύ πιο ενδιαφέρον από οποιοδήποτε ποσοστό τριπόντου. Δείχνει μια επίθεση που δεν περιμένει να σωθεί από το μακρινό σουτ. Επιτίθεται στον χώρο, βάζει την αντίπαλη άμυνα σε περιστροφές αναγκάζοντάς τη σε αρκετές περιπτώσεις να… κουτουλάει, φτάνει μέχρι το καλάθι, κερδίζει επαφές και παράγει σουτ μεγάλης αξίας.
Οι advanced αριθμοί δείχνουν επιθετική… υπερβολή
Σύμφωνα με τα advanced δεδομένα του DBasket, ο Ολυμπιακός έκλεισε το παιχνίδι με 62,5% effective field-goal percentage και 69,4% true shooting, έναντι μόλις 47,5% eFG και 51,4% TS της Μπασκόνια.
Το εκτιμώμενο offensive rating των Ερυθρόλευκων έφτασε στους 136,1 πόντους ανά 100 κατοχές, δηλαδή περίπου 1,36 πόντους ανά κατοχή, σε ένα παιχνίδι με pace 77,9 κατοχών. Η Μπασκόνια έμεινε στο 114,3 offensive rating.
Για να υπάρχει ένα μέτρο σύγκρισης, ο περυσινός πρωταθλητής Ευρώπης Ολυμπιακός ολοκλήρωσε τη σεζόν 2025/26 με pace περίπου 73 κατοχών και offensive rating 122,7 σύμφωνα με την ίδια βάση δεδομένων. Προφανώς μία αγωνιστική δεν δημιουργεί τάση αφού δεν υπάρχει ικανό δείγμα μέτρησης και σύγκρισης. Η διαφορά όμως είναι αρκετά μεγάλη ώστε να κρατήσουμε την εικόνα: στη Βιτόρια ο Ολυμπιακός έπαιξε περίπου πέντε κατοχές γρηγορότερα από το περσινό του τέμπο και το έκανε χωρίς να θυσιάσει την ποιότητα των εκτελέσεών του.
Ο ίδιος ο Μπαρτζώκας μετά το παιχνίδι στάθηκε στις «γρήγορες επιθέσεις» της ομάδας του και αυτή είναι ίσως η σημαντικότερη αγωνιστική υποσημείωση της πρεμιέρας.
Ο Ολυμπιακός δεν έτρεχε απλώς για να τρέξει. Έτρεχε για να επιτεθεί πριν οργανωθεί η άμυνα.
Ντόρσεϊ και Βεζένκοφ: 47 πόντοι με… εξωγήινη οικονομία
Τα δύο μεγαλύτερα όπλα ήταν οι Τάιλερ Ντόρσεϊ και Σάσα Βεζένκοφ. Μαζί πέτυχαν 47 πόντους, με 16/21 σουτ εντός παιδιάς και 11/11 βολές.
Με βάση το boxscore, το δίδυμο είχε περίπου 85,7% eFG και 90,9% true shooting. Καλά διαβάσατε, 90,9%. Μιλάμε για επίδοση που ξεφεύγει από τα όρια του γήινου και του ανθρώπινου!
Ο Ντόρσεϊ τελείωσε με 25 πόντους σε 22:45, με 4/5 δίποντα, 4/6 τρίποντα και 5/5 βολές, χωρίς να κάνει ούτε ένα λάθος. Το ατομικό του true shooting προσεγγίζει το 94,7%. Δεν ήταν απλώς «ζεστός». Ήταν μαθηματικά σχεδόν τέλειος ως εκτελεστής.
Και το σημαντικότερο ήταν ο τρόπος με τον οποίο μπήκε στο παιχνίδι. Η Μπασκόνια είχε ξεκινήσει με απανωτά τρίποντα και έφτασε στο 16-8. Ο Ντόρσεϊ δεν προσπάθησε να απαντήσει με ηρωικό μπάσκετ. Πήρε ό,τι του έδωσε η άμυνα και μέχρι το τέλος της πρώτης περιόδου είχε ήδη σκοράρει 13 πόντους, βοηθώντας τον Ολυμπιακό να κλείσει το δεκάλεπτο μπροστά με 36-29.
Ο Βεζένκοφ ήταν ακόμη πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα του τρόπου με τον οποίο τιμωρήθηκε η ισπανική άμυνα.
22 πόντοι σε μόλις 19 λεπτά.
Με 8/9 δίποντα, 0/1 τρίποντο και 6/6 βολές. Χωρίς να βάλει ούτε ένα τρίποντο, έφτασε στους 22 με περίπου 87% true shooting και PIR 30.
Αυτός είναι ο Βεζένκοφ στην πιο καθαρή, πιο αγνή μορφή του: δεν χρειάζεται κατοχές απομόνωσης, ούτε να κρατά την μπάλα δέκα δευτερόλεπτα. Κόβει, αλλάζει γωνίες, τρέχει πριν από τον προσωπικό του αντίπαλο, διαβάζει το κενό και βρίσκεται ξανά και ξανά εκεί όπου η άμυνα έχει ήδη καθυστερήσει μισό δευτερόλεπτο.
Και στο σύγχρονο ευρωπαϊκό μπάσκετ, αυτό το μισό δευτερόλεπτο μοιάζει με ολόκληρη κατοχή.
Ο Μοντέρο δεν ζέστανε απλώς το ματς, του έβαλε φωτιά
Το boxscore του Ζαν Μοντέρο γράφει 15 πόντους, 5 ριμπάουντ, 5 ασίστ σε 19:45. Πολύ καλό ακούγεται, συμφωνείτε; Το play-by-play όμως λέει περισσότερα. Πολλά περισσότερα.
Ο Δομινικανός μπήκε για πρώτη φορά στο παρκέ με 4:10 να απομένουν στην πρώτη περίοδο και τον Ολυμπιακό πίσω με 22-17. Μέσα στα επόμενα περίπου τρία λεπτά μοίρασε τέσσερις ασίστ: στον Βεζένκοφ, στον Ντόρσεϊ, στον Τζόουνς και ξανά στον Βεζένκοφ.
Και στα επτά δευτερόλεπτα πριν από το τέλος της περιόδου έβαλε ο ίδιος το τρίποντο για το 36-29.
Από τη στιγμή που πάτησε παρκέ μέχρι το τέλος του δεκαλέπτου, ο Ολυμπιακός έκανε επιμέρους 19-7. Ο Μοντέρο είχε δημιουργήσει άμεσα με τις πάσες του εννέα πόντους και είχε προσθέσει άλλους τρεις ο ίδιος. Στο δεύτερο δεκάλεπτο έδωσε και την πέμπτη ασίστ του, για τρίποντο του Φουρνιέ.
Αυτό ακριβώς προσθέτει στο υπάρχον σύστημα. Όχι έναν ακόμη γκαρντ που ζητά 15 pick-and-roll για να αισθανθεί το παιχνίδι, αλλά έναν παίκτη που μπορεί να μπει από τον πάγκο και μέσα σε δύο κατοχές να ανεβάσει την ταχύτητα ολόκληρης της πεντάδας.
Ο Μίλερ-ΜακΙντάιρ ολοκλήρωσε επίσης το παιχνίδι με έξι ασίστ, άρα οι δύο βασικοί δημιουργοί του Ολυμπιακού μοίρασαν 11 από τις 20 ασίστ της ομάδας. Και θα μπορούσε να πει κάποιος ότι όλα αυτά έγιναν χωρίς πραγματικά να ιδρώσουν.
Υπάρχει βέβαια και η άλλη πλευρά: μαζί έκαναν επτά λάθη. Και εκεί ακριβώς βρίσκεται ένας από τους τομείς που θα χρειαστούν βελτίωση όσο προχωρά η σεζόν, έστω κι αν είναι λογικό η μεγαλύτερη ταχύτητα παιχνιδιού να φέρνει περισσότερα λάθη.
Τρεις σέντερ, ένα ολόκληρο σαραντάλεπτο και 17 ριμπάουντ
Ένα ακόμα στοιχείο που μπορεί εύκολα να περάσει κάτω από το ραντάρ αφορά τη θέση «5».
Ντόντα Χολ: 18:46.
Ταϊρίκ Τζόουνς: 12:07.
Νίκολα Μιλουτίνοφ: 9:06.
Σύνολο σχεδόν ακριβώς 40 λεπτά.
Σε αυτά τα 40 λεπτά, οι τρεις σέντερ έδωσαν στον Ολυμπιακό 18 πόντους και 17 ριμπάουντ, από τα οποία τα επτά επιθετικά.
Ο Τζόουνς ειδικά έκανε τρομερή δουλειά σε ελάχιστο χρόνο: 12 πόντοι και 8 ριμπάουντ σε 12:07, με τέσσερα επιθετικά ριμπάουντ. Ο Χολ πρόσθεσε άλλα τρία επιθετικά.
Και εδώ τα advanced stats είναι πιο αποκαλυπτικά από τον στεγνό αριθμό των ριμπάουντ. Η Μπασκόνια πήρε περισσότερα επιθετικά ριμπάουντ σε απόλυτο αριθμό, όμως ο Ολυμπιακός μάζεψε περίπου το 41,7% των διαθέσιμων επιθετικών ριμπάουντ μετά από δικά του χαμένα σουτ, έναντι 31,7% των Βάσκων.
Η εξήγηση είναι αυτή: επειδή ο Ολυμπιακός έχανε πολύ λιγότερα σουτ. Κι όταν τελικά αστοχούσε, Χολ και Τζόουνς δημιουργούσαν δεύτερες κατοχές σε εξαιρετικό ποσοστό.
Αυτό είναι ένα τεράστιο πλεονέκτημα για μια ομάδα που ήδη σκοράρει τόσο αποτελεσματικά στην πρώτη προσπάθεια. Όλα αυτά με την υποσημείωση ότι ο βασικός σέντερ του Θρύλου και κορυφαίος στη θέση του σε όλη την Ευρώπη, Νίκολα Μιλουτίνοφ, ήταν σε χαμηλό βαθμό ετοιμότητας λόγω του προβλήματος που τον ταλαιπώρησε.
Το πρόβλημα που ο Μπαρτζώκας είδε αμέσως
Η εμφάνιση δεν ήταν αψεγάδιαστη και ο προπονητής του Ολυμπιακού το είπε μετά το παιχνίδι: «κάναμε όμως λάθη και πρέπει να προσέχουμε περισσότερο». Τα δεδομένα συμφωνούν σε αυτό και θα τα δούμε αναλυτικά.
Ο Ολυμπιακός έκανε 15 λάθη αν συνυπολογιστεί και το ομαδικό turnover στο επίσημο play-by-play, ενώ η advanced μέτρηση του DBasket δίνει turnover rate περίπου 15,5%, έναντι 10,4% της Μπασκόνια. Αυτός ήταν ουσιαστικά ο μόνος από τους βασικούς «Four Factors» στον οποίο οι Πειραιώτες υστέρησαν καθαρά.
Υπήρχαν επίσης δύο αμυντικά διαστήματα που χρήζουν προσοχής: το ξεκίνημα, όταν η Μπασκόνια έβγαλε πολλά καθαρά περιφερειακά σουτ, και η τέταρτη περίοδος, όταν πέτυχε ξανά 29 πόντους. Ανάμεσα σε αυτά όμως υπήρξε το πραγματικό αμυντικό παιχνίδι του Ολυμπιακού.
Μετά το 16-8 των Βάσκων στο ξεκίνημα και μέχρι το τέλος της τρίτης περιόδου, το σκορ είχε μετατραπεί σε 60-81. Σε περίπου 26,5 λεπτά δηλαδή ο Ολυμπιακός είχε επιμέρους σκορ 73-44. Και παρά τα 16 εύστοχα τρίποντα της Μπασκόνια, οι Βάσκοι τελείωσαν με μόλις 14/36 δίποντα, 38,9%. Συνολικά, τα 44 από τα 80 σουτ τους – το 55% – ήρθαν πίσω από τη γραμμή των 6,75 μ.
Ο Ολυμπιακός δεν εξαφάνισε το περιφερειακό σουτ της Μπασκόνια. Της έκλεισε όμως τον δεύτερο δρόμο προς το σκορ.
Το πραγματικά ανησυχητικό για τους υπόλοιπους
Οι 106 πόντοι είναι εντυπωσιακοί. Το ρεκόρ επίσης. Αλλά ίσως το πιο σημαντικό μήνυμα που έστειλαν οι πρωταθλητές Ευρώπης από τη Βιτόρια είναι διαφορετικό.
Ο Ολυμπιακός έφτασε σε ιστορική επιθετική επίδοση με οκτώ τρίποντα, με τον Φουρνιέ στους επτά πόντους, με τον Μιλουτίνοφ να παίζει μόλις εννέα λεπτά και με μια ομάδα που ακόμη ψάχνει τη χημεία της.
Είχε τον Ντόρσεϊ να τιμωρεί κάθε λάθος, τον Βεζένκοφ να παράγει 22 πόντους χωρίς εύστοχο τρίποντο, τον Μοντέρο να αλλάζει το τέμπο από τον πάγκο, τον Μίλερ-ΜακΙντάιρ να οργανώνει και τρεις διαφορετικούς σέντερ να γεμίζουν σχεδόν τέλεια τα 40 λεπτά της θέσης. Και όλα αυτά σε ρυθμό σαφώς υψηλότερο από εκείνον στον οποίο έπαιζε πέρυσι ο πρωταθλητής Ευρώπης.
Ένα παιχνίδι δεν αρκεί για να πεις ότι ο Ολυμπιακός άλλαξε ταυτότητα. Αρκεί όμως για να διαπιστώσεις ότι πρόσθεσε κάτι πολύ επικίνδυνο στην ήδη δοκιμασμένη ταυτότητά του: ταχύτητα χωρίς απώλεια αποτελεσματικότητας και περισσότερους από έναν τρόπους για να διαλύσει μια άμυνα.
Οι 106 πόντοι της Βιτόρια θα μείνουν στο βιβλίο των ερυθρόλευκων ρεκόρ και δεν αποκλείεται να σπάσουν σύντομα, αν κάποια άλλη ομάδα κάνει το λάθος να προσπαθήσει να τους «παρασύρει» σε ξέφρενο τέμπο. Εκεί που κάποτε έδειχναν να δυσκολεύονται και να υποφέρουν, ειδικά όταν αποτύγχαναν να σετάρουν τον αντίπαλο, τώρα δείχνουν ικανοί να τιμωρήσουν μια τέτοια επιλογή ακόμα και με μέτριες επιδόσεις στο μακρινό σουτ. Ή τέλος πάντων χωρίς να πάρουν πολλά σουτ έξω από τη γραμμή των 6,75μ.
Το πιο ενδιαφέρον λοιπόν για τον Ολυμπιακό μετά απ’ όσα είδαμε στη Βιτόρια είναι ότι, κρίνοντας από τον τρόπο με τον οποίο αυτά προέκυψαν, δεν μοιάζουν καθόλου με βραδιά που χρειάζεται κάποιο θαύμα για να επαναληφθεί. Φτάνει να βρεθεί η επόμενη ομάδα που θα κάνει το λάθος να τρέξει ασυλλόγιστα ή απλώς να μην καταφέρει να προσαρμοστεί στα νέα δεδομένα που δημιουργεί η παρουσία παικτών με έκρηξη, ταχύτητα και ατομικό ταλέντο…

