Ο καύσωνας που έπληξε την Ευρώπη το καλοκαίρι του 2025 θα ήταν πιθανότατα ηπιότερος, αν δεν είχαν προστεθεί στην ατμόσφαιρα οι εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου μετά τη Συμφωνία του Παρισιού. Αυτό προκύπτει από νέα έρευνα της Stanford Doerr School of Sustainability, τα αποτελέσματα της οποίας δημοσιεύθηκαν στην επιθεώρηση «Geophysical Research Letters».
Οι επιστήμονες εξέτασαν ένα υποθετικό αλλά κρίσιμο ερώτημα: πώς θα ήταν οι πρόσφατοι ευρωπαϊκοί καύσωνες εάν δεν είχαν πραγματοποιηθεί οι εκπομπές της περιόδου μετά το 2015; Η απάντηση δείχνει ότι οι υψηλές θερμοκρασίες θα ήταν αισθητά χαμηλότερες.
Η μελέτη δεν περιορίστηκε, πάντως, στο ακραίο κύμα ζέστης του 2025. Σύμφωνα με τον επικεφαλής της έρευνας, Τζάρεντ Τροκ, ανάλογο αποτέλεσμα προκύπτει όταν εξετάζεται η θερμότερη εβδομάδα κάθε έτους στην Ευρώπη, τουλάχιστον από το 2021 και μετά.
Για την ανάλυσή τους, οι ερευνητές συνδύασαν γενετική τεχνητή νοημοσύνη με επιστημονικά κλιματικά μοντέλα. Με αυτόν τον τρόπο επιχείρησαν να διαχωρίσουν την επίδραση συγκεκριμένων ανθρωπογενών εκπομπών από τη φυσική μεταβλητότητα του κλίματος.
Η επιστήμη της λεγόμενης «απόδοσης ακραίων φαινομένων» έχει εξελιχθεί σημαντικά τις τελευταίες δύο δεκαετίες. Δεν εξετάζει πλέον μόνο εάν η ανθρώπινη δραστηριότητα θερμαίνει συνολικά τον πλανήτη, αλλά και σε ποιον βαθμό έχει επηρεάσει έναν συγκεκριμένο καύσωνα, μια ξηρασία, μια πυρκαγιά ή άλλο ακραίο γεγονός.
Το πιο ανησυχητικό στοιχείο της έρευνας αφορά τη μεγάλη επίδραση που μπορεί να έχει μια φαινομενικά μικρή μεταβολή της παγκόσμιας θερμοκρασίας. Ακόμη και περίπου ένα τρίτο του βαθμού Κελσίου επιπλέον θέρμανσης μπορεί να αυξήσει δραστικά τους κινδύνους θανάτων, αλλά και τις κοινωνικοοικονομικές ζημιές που συνδέονται με την ακραία ζέστη.
Μερικά δέκατα του βαθμού είναι δυνατό να καθορίσουν πόσο συχνά θα ξεπερνιούνται κρίσιμα όρια θερμοκρασίας, πόσες ημέρες θα διαρκεί ένας καύσωνας και πόση πίεση θα δέχονται τα συστήματα υγείας, η παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας, οι υποδομές και η αγροτική οικονομία.
Η προειδοποίηση των ερευνητών είναι σαφής: οι ακραίες θερμοκρασίες θα συνεχίσουν να επιδεινώνονται όσο αυξάνεται η συγκέντρωση των αερίων του θερμοκηπίου.
Η Συμφωνία του Παρισιού έθεσε ως στόχο τη συγκράτηση της αύξησης της παγκόσμιας θερμοκρασίας αρκετά κάτω από τους 2°C σε σχέση με την προβιομηχανική εποχή, με προσπάθεια περιορισμού της στους 1,5°C.
Η νέα μελέτη δείχνει, όμως, γιατί κάθε δέκατο του βαθμού έχει σημασία. Η απόσταση ανάμεσα στο 1,5 και στο 1,6 ή στο 1,8 δεν είναι απλώς ένας αριθμός σε μια διεθνή συμφωνία. Μπορεί να καθορίσει τη διαφορά ανάμεσα σε ένα δύσκολο ευρωπαϊκό καλοκαίρι και σε ένα καλοκαίρι κατά το οποίο η ζέστη μετατρέπεται σε απειλή για ανθρώπους, οικονομίες και ολόκληρες πόλεις.

