Η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα προειδοποιεί ότι η ταχύτατη ανάπτυξη των crypto μπορεί να μεταφέρει μια κρίση από τον ψηφιακό χώρο στις τράπεζες και, τελικά, στην πραγματική οικονομία. Στο επίκεντρο της ανησυχίας της βρίσκονται τα stablecoins, αλλά και η ανάγκη να περάσει η εποπτεία των μεγάλων παικτών σε πιο ενιαία ευρωπαϊκή βάση.
Στο πλαίσιο της αναθεώρησης του κανονισμού MiCAR, η ΕΚΤ προτείνει οι σημαντικοί πάροχοι υπηρεσιών κρυπτοστοιχείων που δραστηριοποιούνται στην ευρωπαϊκή αγορά να υποχρεώνονται να δημιουργούν ενδιάμεση μητρική εταιρεία εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Το σκεπτικό είναι σαφές: ένας όμιλος που αποκτά μεγάλη οικονομική παρουσία στην ευρωπαϊκή αγορά θα πρέπει να βρίσκεται και στην πραγματική εποπτική εμβέλεια των ευρωπαϊκών αρχών.
Η ΕΚΤ αναγνωρίζει ότι το MiCAR δημιούργησε το πρώτο ολοκληρωμένο ευρωπαϊκό κανονιστικό πλαίσιο για τα κρυπτοστοιχεία. Εκτιμά, ωστόσο, ότι η εποπτεία παραμένει υπερβολικά κατακερματισμένη και χρειάζεται μεγαλύτερη συγκέντρωση.
Για τον λόγο αυτόν εισηγείται τη μεταφορά στην ESMA των αρμοδιοτήτων αδειοδότησης, εποπτείας και ελέγχου των παρόχων υπηρεσιών crypto, ώστε να περιοριστούν οι διαφορές μεταξύ των εθνικών αρχών. Παράλληλα, ζητά να ενισχυθεί ο ρόλος της AMLA, της ευρωπαϊκής Αρχής για την Καταπολέμηση της Νομιμοποίησης Εσόδων από Παράνομες Δραστηριότητες.
Πίσω από τις τεχνικές αλλαγές βρίσκεται ένα ευρύτερο πρόβλημα. Οι μεγαλύτερες πλατφόρμες crypto λειτουργούν σε διεθνές επίπεδο, την ώρα που η εποπτεία τους εξακολουθεί σε μεγάλο βαθμό να ακολουθεί τα εθνικά σύνορα.
Ιδιαίτερη βαρύτητα δίνει η ΕΚΤ στα stablecoins, των οποίων η αξία συνδέεται συνήθως με παραδοσιακά νομίσματα ή άλλα περιουσιακά στοιχεία. Για να διατηρούν τη σταθερότητά τους, οι εκδότες τους διατηρούν αποθεματικά.
Με βάση το MiCAR, οι εκδότες stablecoins υποχρεούνται να κρατούν τουλάχιστον το 30% των κεφαλαίων που λαμβάνουν σε τραπεζικές καταθέσεις εντός της ΕΕ. Η συγκεκριμένη πρόβλεψη σχεδιάστηκε ως δικλίδα ασφαλείας, όμως σύμφωνα με την ΕΚΤ μπορεί να δημιουργήσει έναν διαφορετικό κίνδυνο.
Αν ένας μεγάλος εκδότης stablecoin συγκεντρώσει δισεκατομμύρια ευρώ σε τραπεζικούς λογαριασμούς και χρειαστεί, σε περίοδο αναταραχής, να τα αποσύρει γρήγορα για να καλύψει μαζικές εξαργυρώσεις, η πίεση θα μεταφερθεί αυτομάτως στις τράπεζες. Μια κρίση που θα ξεκινούσε στον κόσμο των crypto θα μπορούσε έτσι να περάσει στον παραδοσιακό χρηματοπιστωτικό τομέα.
Η ΕΚΤ εντοπίζει και έναν ακόμη κίνδυνο για τη χρηματοδότηση της οικονομίας. Οι καταθέσεις εκατομμυρίων νοικοκυριών αποτελούν σχετικά σταθερή πηγή χρηματοδότησης για τις τράπεζες. Αν ένα μέρος αυτών των κεφαλαίων μετακινηθεί προς stablecoins, είναι πιθανό να αντικατασταθεί από πολύ μεγαλύτερες καταθέσεις λίγων εκδοτών.
Οι τελευταίες είναι περισσότερο ευαίσθητες στις συνθήκες της αγοράς και μπορούν να αποσυρθούν πολύ ταχύτερα. Σε ακραίο σενάριο, η εξέλιξη αυτή θα μπορούσε να περιορίσει ακόμη και τη δυνατότητα των τραπεζών να χρηματοδοτούν επιχειρήσεις και νοικοκυριά.
Η Φρανκφούρτη προτείνει, επομένως, να εγκαταλειφθεί η άκαμπτη υποχρέωση του 30% και να αντικατασταθεί από κανόνες που θα απαιτούν ένα ελάχιστο ποσοστό περιουσιακών στοιχείων να μπορεί να ρευστοποιηθεί μέσα σε μία και πέντε εργάσιμες ημέρες.
Με αυτόν τον τρόπο, οι εκδότες θα μπορούν να κατανέμουν τα αποθεματικά τους σε περισσότερα ασφαλή και άμεσα ρευστοποιήσιμα στοιχεία, αντί να συγκεντρώνουν υποχρεωτικά μεγάλα ποσά στις τράπεζες.
Η συζήτηση αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία καθώς οι ΗΠΑ έχουν κινηθεί προς ένα πλαίσιο που επιδιώκει να ενθαρρύνει την ανάπτυξη της αγοράς stablecoins, ιδιαίτερα εκείνων που συνδέονται με το δολάριο. Για την Ευρώπη, το ζήτημα δεν αφορά πλέον μόνο τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα, αλλά και τη νομισματική κυριαρχία.
Όσο τα ψηφιακά νομίσματα διευρύνονται, τόσο δυσκολότερο γίνεται να παραμένουν ένας παράλληλος κόσμος. Η ΕΚΤ δείχνει πλέον καθαρά τη γραμμή που θέλει να χαράξει: crypto στην Ευρώπη, αλλά με ευρωπαϊκή παρουσία, ευρωπαϊκή εποπτεία και κανόνες ικανούς να αποτρέψουν τη μετάδοση μιας κρίσης των stablecoins από την οθόνη ενός κινητού στους ισολογισμούς των τραπεζών.

