Στο στόχαστρο του Medwatch, του νέου συστήματος τεχνητής νοημοσύνης του Υπουργείου Υγείας, έχουν βρεθεί εκατοντάδες παραβάσεις σε ιατρεία και ινστιτούτα που παρέχουν υπηρεσίες με πιθανό κίνδυνο για την υγεία των πολιτών.
Η πλατφόρμα πραγματοποιεί σάρωση τέσσερις φορές την ημέρα και, σύμφωνα με πληροφορίες της ΕΡΤ, έχει εντοπίσει έως τώρα 231 ενδείξεις παραβάσεων. Από αυτές, οι 50 αφορούν ιατρεία.
Ο Γιάννης Δόξας, δημιουργός της πλατφόρμας, εξήγησε στην ΕΡΤ τον τρόπο λειτουργίας του συστήματος: «Μιλάμε για 16.000 γιατρούς οι οποίοι έχουν διαδικτυακή παρουσία και ο καθένας μπορεί να λέει ό, τι θέλει. Η πλατφόρμα διαβάζει τις διαφημίσεις που τρέχουν με συγκεκριμένα keywords στη meta, στο Google και στο tiktok. Άρα μπορεί να δει αν κάποιος τρέχει καμπάνιες και τι λέει σε αυτές. Διαβάζει τα sites των γιατρών ή των κλινικών ή και των ινστιτούτων. Υπάρχουν και αναφορές οι οποίες πιάνουν τα όρια της ιατρικής και του κομπογιαννιτισμού».
Μεταξύ των ευρημάτων ξεχωρίζει η περίπτωση γιατρού που χρησιμοποιούσε τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης ως influencer. Ο συγκεκριμένος επαγγελματίας δημοσίευε χορηγούμενες αναρτήσεις και μαρτυρίες ασθενών με στόχο την προσέλκυση πελατών, πρακτική που απαγορεύεται ρητά από τη νομοθεσία για την ιατρική διαφήμιση.
Σε άλλη υπόθεση, το σύστημα εντόπισε μέσω ηλεκτρονικής αλληλογραφίας ιατρείο όπου πραγματοποιούνταν επεμβάσεις από γιατρό που δεν διέθετε τη σχετική ειδικότητα. Παράλληλα, διαπιστώθηκε μονάδα που προχωρούσε σε επεμβατικές πράξεις, οι οποίες επιτρέπονται μόνο σε νοσοκομειακό περιβάλλον.
Το Medwatch κατέγραψε ακόμη ιατρείο που διαφήμιζε ιατρικές πράξεις με τη χρήση αδήλωτης συσκευής λέιζερ. Ιδιαίτερη ανησυχία προκαλεί, επίσης, η περίπτωση στην οποία ο αλγόριθμος εντόπισε αναντιστοιχία ανάμεσα στη δηλωμένη και την πραγματική ειδικότητα γιατρού.
Από τη Δευτέρα, ο Ιατρικός Σύλλογος Αθήνας έχει πρόσβαση στο Medwatch και ξεκινά ελέγχους στα ιατρεία που έχουν επισημανθεί με κόκκινο συναγερμό.
Όταν διαπιστώνονται σοβαρές παραβάσεις, ιδιαίτερα σε περιπτώσεις πρόκλησης βλάβης ή απώλειας ζωής ασθενούς, οι υποθέσεις παραπέμπονται άμεσα στη Δικαιοσύνη και την Εθνική Αρχή Διαφάνειας.

