Στα 79,65 δισ. ευρώ ανήλθε τον Ιούνιο του 2026 η ονομαστική αξία των δανείων και πιστώσεων που διαχειρίζονται οι εταιρείες διαχείρισης απαιτήσεων (servicers) για λογαριασμό funds του εξωτερικού, σύμφωνα με τα στοιχεία της Τράπεζας της Ελλάδος (ΤτΕ).
Σε σχέση με τον Μάρτιο, όταν το αντίστοιχο ποσό ανερχόταν σε 79,6 δισ. ευρώ, καταγράφηκε αύξηση κατά 59 εκατ. ευρώ. Η μεταβολή αυτή αποδίδεται κυρίως στον ανατοκισμό των δανείων και όχι σε σημαντικές νέες ροές χαρτοφυλακίων προς τους servicers.
Το μεγαλύτερο μέρος των οφειλών αφορά τα νοικοκυριά, με το συνολικό ποσό να φτάνει τα 41,52 δισ. ευρώ, δηλαδή το 52% του συνόλου. Από αυτά, τα 24,96 δισ. ευρώ αντιστοιχούν σε στεγαστικά δάνεια, ενώ η ονομαστική αξία των καταναλωτικών δανείων διαμορφώνεται στα 16,22 δισ. ευρώ. Σε ακόμη 336 εκατ. ευρώ υπολογίζονται τα λοιπά δάνεια.
Στα στεγαστικά δάνεια που έχουν περάσει στους servicers καταγράφεται, πάντως, μια ελαφρά υποχώρηση σε σχέση με τον Ιούνιο του 2025, όταν ανέρχονταν σε 25,37 δισ. ευρώ. Αντίθετα, τα καταναλωτικά δάνεια ακολουθούν ανοδική πορεία από τις αρχές του Ιανουαρίου.
Σημαντικό κομμάτι του χαρτοφυλακίου αποτελεί και ο επιχειρηματικός δανεισμός. Η ονομαστική αξία των επιχειρηματικών δανείων που διαχειρίζονται οι servicers ανέρχεται σε 28,15 δισ. ευρώ, ποσό που αντιστοιχεί στο 32% του συνόλου, έναντι 27,8 δισ. ευρώ τον Μάρτιο.
Μικρή μείωση σημειώθηκε, την ίδια ώρα, στα δάνεια ελεύθερων επαγγελματιών, αγροτών και ατομικών επιχειρήσεων. Το συγκεκριμένο χαρτοφυλάκιο διαμορφώθηκε στα 9,99 δισ. ευρώ, ήτοι στο 13% του συνόλου, από 10,09 δισ. ευρώ το προηγούμενο τρίμηνο.
Οι παραπάνω οφειλές αποτελούν περίπου το 87% του συνόλου του χαρτοφυλακίου που διαχειρίζονται οι servicers, το οποίο ανερχόταν σε 91,5 δισ. ευρώ στα τέλη του 2025. Από το συνολικό χαρτοφυλάκιο, το 84% αφορά μη εξυπηρετούμενα ανοίγματα και το υπόλοιπο 16% εξυπηρετούμενα ανοίγματα.
Τα δάνεια που βρίσκονται υπό τη διαχείριση των servicers εκτιμάται ότι αφορούν σχεδόν 2,5 εκατ. ΑΦΜ φυσικών προσώπων και επιχειρήσεων. Περίπου 68 δισ. ευρώ αντιστοιχούν στο ληξιπρόθεσμο («κόκκινο») ιδιωτικό χρέος που διαχειρίζονται οι εταιρείες διαχείρισης απαιτήσεων.
Το ποσό αυτό αντιπροσωπεύει περισσότερο από το 90% του ληξιπρόθεσμου χρέους στον ιδιωτικό τομέα, αν συνυπολογιστούν τράπεζες και servicers, καθώς και περίπου το 30% του συνολικού ληξιπρόθεσμου χρέους στην ελληνική οικονομία. Οι μεγαλύτερες οφειλές, ωστόσο, αφορούν το Δημόσιο και ανέρχονται σε περίπου 165 δισ. ευρώ.
Με στόχο τον περιορισμό του όγκου των δανείων που διαχειρίζονται, οι servicers εξετάζουν πλέον και την αξιοποίηση εργαλείων τεχνητής νοημοσύνης. Οι λύσεις αυτές μπορούν να παρέχουν στους οφειλέτες καθοδήγηση για τη διαχείριση των προσωπικών τους οικονομικών.
Σύμφωνα με πανευρωπαϊκή έρευνα της Intrum, το 37% των καταναλωτών στην Ελλάδα δηλώνει ιδιαίτερα εξοικειωμένο με εργαλεία όπως το ChatGPT για την κατανόηση οικονομικών όρων και προϋποθέσεων. Παράλληλα, το 40% εκτιμά ότι η τεχνητή νοημοσύνη μπορεί να συμβάλει στη διαμόρφωση πιο συνεπών και δίκαιων διαδικασιών διαχείρισης οφειλών.
Σχεδόν οι μισοί Έλληνες, σε ποσοστό 49%, αναφέρουν ότι θα εμπιστεύονταν περισσότερο την τεχνητή νοημοσύνη εφόσον γνώριζαν πως, όταν χρειαστεί, θα μπορούσαν να απευθυνθούν και σε άνθρωπο-σύμβουλο. Σε ευρωπαϊκό επίπεδο, το αντίστοιχο ποσοστό ανέρχεται στο 56%.
Την ίδια στιγμή, η έρευνα καταγράφει τις οικονομικές πιέσεις που αντιμετωπίζουν τα νοικοκυριά. Το 37% των Ελλήνων δηλώνει ότι καθυστέρησε τουλάχιστον μία πληρωμή λογαριασμού μέσα στους τελευταίους 12 μήνες, ενώ το 60% έχει καταφύγει σε δανεισμό, μέσω πιστωτικής κάρτας ή δανείου, για την εξυπηρέτηση των οφειλών του κατά το τελευταίο εξάμηνο.

