Τα καλοκαίρια των ποιητών και των λογοτεχνών είχαν μυρωδιά αρμύρας, φως που έπεφτε στα μπαλκόνια και φωνές από τυχαίες συναντήσεις — ένα ελληνικό φόντο που έγινε πηγή έμπνευσης και προσωπικών μύθων. Τα πλοία έφευγαν, οι άνθρωποι έφταναν στα νησιά, και όταν δρόσιζε οι παρέες μετακινούνταν στις αυλές και στα μπαλκόνια· εκεί γράφονταν στίχοι, σχηματίζονταν δεσμοί και φυλάγονταν εικόνες που πέρασαν στα έργα και στις αναμνήσεις.
Για τον Ανδρέα Εμπειρίκο η Ανδρος ήταν κάτι παραπάνω από καλοκαιρινός προορισμός· ήταν τόπος επιστροφής. Την πρωτογνώρισε παιδί και την είδε σαν «παράδεισο»: «Η Ανδρος από την πρώτην στιγμήν που την αντίκρυσα μου ενεποίησε εντύπωσιν αληθινού Παραδείσου». Από τις αρχές της δεκαετίας του ’50 το Μπατσί και το ξενοδοχείο «Κρίνος» έγιναν δεύτερο σπίτι για εκείνον και τη σύζυγό του Βιβίκα. Το 1955 η παρέα του περιλάμβανε τη Νίκη Καραγάτση, τον Οδυσσέα Ελύτη και τη 19χρονη Μαρίνα Καραγάτση· ο Εμπειρίκος φωτογράφιζε και μαγνητοφωνούσε τις συζητήσεις, κι από τις περίπου 30.000 αρνητικές του φωτογραφίες ένα μεγάλο μέρος αφορά τον κόσμο του νησιού: δρόμους, σπίτια, καφενεία, λουόμενους, καραβομαραγκούς, βιολιστές και παιδιά. Ακόμη και όταν τον κυρίευσε η κατάθλιψη, το νησί ήταν, κατά τον γιο του, «η μόνη πραγματική όαση στην έρημο, τη δημόσια και την ιδιωτική». Κάθε επίσκεψη σήμαινε επιστροφή σε μια Ελλάδα που ο ίδιος είχε κρατήσει αναλλοίωτη — στη θάλασσα, στα πρόσωπα, στα καφενεία, στα βουνά και στο φως.
Στην Αίγινα ο Νίκος Καζαντζάκης βρήκε μια λιτή απομόνωση που του επέτρεπε να δουλέψει με μοναχικότητα και ένταση. Από το 1933, όπως έγραφε στην Ελένη του, «Κοιμούμαι στην ταράτσα και κρέμονται όλα τα άστρα από πάνω μου… Εγινα κατακόκκινος στον ήλιο, κάνω μπάνια, στεγνώνω, στο βράχο… ξυπνώ χαρούμενος κι αρχίζει ο ιερός κάματος της μέρας». Δύο χρόνια μετά, μαζί με τον Τάκη Καλμούχο, χτίζει το «Κουκούλι» στα Πλακάκια —το σπίτι όπου έγραψε μεγάλο μέρος της «Οδύσσειας» και ολοκλήρωσε στη σκιά της Κατοχής τον «Βίο και πολιτεία του Αλέξη Ζορμπά». Η καθημερινότητά του συνδύαζε την αυστηρότητα του εργάτη της γραφής με μικρές απολαύσεις: ψώνια από το μπακάλικο του Βέκιου, πάστες του Προκόπη Χατζηιωαννίδη και βραδιές στην ταβέρνα του Μαρίνη στο Λιβάδι. Γύρω του σμίχτηκε μια μικρή πνευματική «πολιτεία» — Πρεβελάκης, Μυριβήλης, Βενέζης, Κακριδής, Μινωτής, Καββαδίας, Θεοτοκάς πέρασαν από την Αίγινα για συζητήσεις για τον Ομηρο, την Ιστορία και την Ποίηση. Κι όταν έφευγε, η μνήμη τον τραβούσε πίσω: «Συλλογίζομαι την Αίγινα», έγραφε, «και λέω, τι τέρας πρέπει να είναι ο άνθρωπος, τι άπληστο θηρίο η ψυχή, για να αφήσει τέτοια ανεκτίμητα αγαθά και να περιπλανιέται μακριά, μέσα στη βροχή και στην ομίχλη».
Ο Γιώργος Σεφέρης χώρισε τα καλοκαίρια του σε δύο διευθύνσεις: την Αίγινα, όπου το 1936 ξεκινά ένας μεγάλος έρωτας, και τον Πόρο, δέκα χρόνια αργότερα, όταν επιστρέφει σε μια Ελλάδα που μόλις βγήκε από την Κατοχή. Η γνωριμία του με τη Μαρίκα Λόντου τον οδηγεί σε σαββατιάτικες επισκέψεις και σε μια σχέση που αποτυπώθηκε σε 175 γράμματα από το 1936 έως το 1940. Στις 13 Αυγούστου 1946 καταγράφει στο ημερολόγιό του: «Ο Πόρος έχει κάτι από τη Βενετία: κανάλι, επικοινωνία ανάμεσα στα σπίτια με βάρκες, χλιδή, νωχέλεια, αισθησιακός πειρασμός». Στη «Γαλήνη», το μεγάλο κόκκινο σπίτι πάνω από το νερό, βρίσκει «το αίσθημα του στερεού σπιτιού, όχι της προσωρινής κατασκήνωσης» και φιλοξενεί φίλους όπως τον Κωνσταντίνο Τσάτσο και τον Στράτη Μυριβήλη, συνθέτοντας για λίγο έναν Πόρο που μοιάζει ανέγγιχτος από τα μεγάλα γεγονότα της εποχής.
Για τον Γιάννη Ρίτσο η Σάμος έγινε τόπος ανάσας μετά τις εξορίες και τις διώξεις. Από το 1954, όταν παντρεύτηκε τη σαμιώτισσα γιατρό Γαρυφαλλιώ (Φαλίτσα) Γεωργιάδου, το Καρλόβασι έγινε καταφύγιο δημιουργίας· οι μέρες περνούσαν με ποίηση και ζωγραφική. Ο Ρίτσος μάζευε βότσαλα και ζωγράφιζε πάνω τους με σινική μελάνη μορφές, κορίτσια και πουλιά, τεχνική που του είχε μάθει η Βάσω Κατράκη. Τα βράδια η ποίηση μετακόμιζε στο μπαλκόνι: «Μετά τη δημιουργική απασχόληση της μέρας στην ποίηση ή τη ζωγραφική στην πέτρα, στηνόταν ένα μικρό ταπεινό ποιητικό συμπόσιο», διηγούνται αυτοί που τον έζησαν. Ο ίδιος απήγγελλε τα μελοποιημένα έργα του από τον Θεοδωράκη και η Φαλίτσα συνέχιζε: «…όταν έχει φεγγάρι μεγαλώνουν οι σκιές μέσα στο σπίτι…». Ακολουθούσε σιγανό τραγούδι και σαμιώτικο κρασί· την επόμενη μέρα, στο Ποτάμι, έκανε μπάνιο και μάζευε νέες πέτρες, ενώ η κόρη του Ερη κολυμπούσε ψάχνοντας βατραχάκια. Κάποιες φορές φόραγε το λευκό σακάκι του και χόρευε στις γιορτές· άλλες καθόταν στον «θρόνο» του στο Καρλόβασι και έγραφε με το Αιγαίο να απλώνεται μπροστά του.
Ψάχνοντας στα ημερολόγια, στις επιστολές και στις παλιές φωτογραφίες, τα καλοκαίρια αυτών των ανθρώπων ξεδιπλώνονται σαν μικρές σκηνές ενός μεγαλύτερου αφηγήματος —μιας Ελλάδας που φυλάχτηκε στους στίχους, στις εικόνες και στις μυρωδιές. Τα νησιά δεν ήταν μόνο τόποι ξεκούρασης· έγιναν εργαστήρια του βίου και της τέχνης, χώροι όπου οι προσωπικές στιγμές μετουσιώθηκαν σε έργο και αφήγησαν πίσω τους έναν μύθο δίπλα στην ιστορία.

