Παρά την εκρηκτική επέκταση των ηλεκτρονικών πληρωμών και των καινοτομιών όπως το IRIS, τα μετρητά παραμένουν βασικός πυλώνας των συναλλαγών στην Ευρωζώνη και κυρίως στην Ελλάδα. Η νέα έρευνα της ΕΚΤ για το 2026 δείχνει ότι, παρά την αύξηση της χρήσης καρτών, ένα σημαντικό κομμάτι των επιχειρήσεων εξακολουθεί να προτιμά το χαρτί και το κέρμα.
Σε πανευρωπαϊκό επίπεδο περίπου το 21% των επιχειρήσεων δηλώνει προτίμηση στα μετρητά, ενώ το 25% προτιμά τις χρεωστικές κάρτες και το 13% τις πιστωτικές. Το 4% αναφέρει προτίμηση για συναλλαγές μέσω τηλεφώνου και ένα 33% δεν εκφράζει σαφή προτίμηση.
Η σημασία των μετρητών ποικίλει ανάλογα με το μέγεθος της επιχείρησης: σε μικρές επιχειρήσεις έως 9 εργαζομένους τα μετρητά (22%) είναι σχεδόν ισότιμα με τις χρεωστικές κάρτες (23%), ενώ στις μεγάλες επιχειρήσεις με πάνω από 250 εργαζομένους οι κάρτες υπερισχύουν καθαρά (34% έναντι 17% για τα μετρητά).
Στην Ελλάδα περίπου το 25% των μικρομεσαίων επιχειρήσεων προτιμά να πληρώνεται με μετρητά, το 19% προτιμά χρεωστικές κάρτες και το 10% πιστωτικές. Σχεδόν το 65% δεν δηλώνει προτίμηση. Τα ποσοστά προτίμησης για τα μετρητά είναι ακόμη υψηλότερα σε χώρες όπως η Σλοβακία (47%), η Αυστρία (44%) και η Σλοβενία (42%), ενώ Ιταλία και Κύπρος κινούνται σε παρόμοια επίπεδα με την Ελλάδα.
Το στοιχείο που ξεχωρίζει είναι η ευρεία αποδοχή των μετρητών: το 92% των μικρομεσαίων επιχειρήσεων στην ευρωζώνη δηλώνει ότι δέχεται μετρητά. Στην Ελλάδα και στην Ιταλία το ποσοστό φτάνει το 99%, ενώ σε κλάδους όπως η εστίαση και το λιανικό εμπόριο η αποδοχή των μετρητών είναι πλήρης (100%).
Ωστόσο, η εικόνα δείχνει σημάδια μετάβασης. Στην Κύπρο το 51% των μικρομεσαίων επιχειρήσεων εκτιμά ότι δεν θα συνεχίσει να δέχεται μετρητά σε πέντε χρόνια, ενώ η Ελλάδα καταγράφει 23% και η Βουλγαρία 18% σε αντίστοιχη εκτίμηση. Οι παράγοντες που θα επιταχύνουν αυτή την αλλαγή είναι πολλαπλοί: η προτίμηση του καταναλωτή (26%), η ασφάλεια (22%), η ευκολία στη διαχείριση (15%) και η ταχύτητα των συναλλαγών (10%).
Από την πλευρά των καταναλωτών, τα μετρητά διατηρούν ανταγωνιστικά πλεονεκτήματα: για το 50% η ιδιωτικότητα είναι υπέρ των μετρητών (και για άλλο 40% είναι εξίσου καλή), το 46% τα θεωρεί πιο αξιόπιστα (και το 38% εξίσου καλά) και το 40% τα κρίνει ταχύτερα στις συναλλαγές (με άλλο 37% να τα θεωρεί εξίσου γρήγορα). Αντίθετα, προβλήματα όπως ο κίνδυνος λάθους στην επιστροφή ρέστων (32%), η μειωμένη ασφάλεια (29%) και ο κίνδυνος απάτης από πρόσωπα εντός της εταιρείας (20%) στρέφουν επιχειρήσεις προς τις ηλεκτρονικές λύσεις.
Στην Ελλάδα, παρά την άνοδο ψηφιακών επιλογών, οι καταναλωτές εξακολουθούν να βασίζονται σε μεγάλο βαθμό στα μετρητά: σύμφωνα με έρευνα της ΕΚΤ το 2024, ένας στους δύο Ελληνες προτιμά να πληρώνει άλλους ιδιώτες με μετρητά — ποσοστό που όμως έχει μειωθεί με την εξάπλωση του IRIS και παρεμφερών υπηρεσιών τα τελευταία χρόνια.
Τέλος, όσον αφορά τη ροή του φυσικού χρήματος, οι επιχειρήσεις στην Ελλάδα προμηθεύονται μετρητά κυρίως από ΑΤΜ (76%). Το 62% των μικρομεσαίων επιχειρήσεων πραγματοποιεί αναλήψεις και το 64% προχωρά σε καταθέσεις μετρητών στην τράπεζα, στοιχεία που επιβεβαιώνουν ότι, παρά τη σταδιακή ψηφιοποίηση, τα χαρτονομίσματα παραμένουν κομμάτι της καθημερινής οικονομικής ζωής.

