Το φθινόπωρο προβλέπεται θερμό για τη Γαλλία: ο προϋπολογισμός του 2027, που πρέπει να ψηφιστεί πριν από τις προεδρικές εκλογές του Απριλίου, μπαίνει στο επίκεντρο και απειλεί να αναζωπυρώσει πολιτική και οικονομική αναταραχή στη δεύτερη μεγαλύτερη οικονομία της Ευρώπης.
Η διαμάχη γύρω από τα δημόσια οικονομικά έχει ήδη κοστίσει πολλά. Τα τελευταία δύο χρόνια η Γαλλία άλλαξε τέσσερις πρωθυπουργούς —Ελίζαμπετ Μπορν, Γκαμπριέλ Ατάλ, Μισέλ Μπαρνιέ το 2024 και Φρανσουά Μπαϊρού το 2025— με αιτίες που συχνά συνδέονται άμεσα με αντιπαραθέσεις για τις δαπάνες. Εάν ξανανοίξει ένα τέτοιο μέτωπο αργότερα φέτος, μπορεί να φέρει «καύσωνα» μέσα στο φθινόπωρο για τη Γαλλία, με απρόβλεπτες συνέπειες.
Η κυβέρνηση προειδοποιεί ότι η αποτυχία ψήφισης του προϋπολογισμού θα εντείνει τις δημοσιονομικές προκλήσεις και θα τροφοδοτήσει νέα πολιτική αστάθεια. Απηχώντας τις ανησυχίες του προέδρου Εμανουέλ Μακρόν και του πρωθυπουργού Σεμπαστιέν Λεκορνί, ο υπουργός Οικονομικών Ρολάν Λεσκίρ κάλεσε τα κόμματα να στηρίξουν τις προσπάθειες μείωσης του ελλείμματος, με στόχο να το φέρει η κυβέρνηση το 2027 κάτω από το 5% του ΑΕΠ — εφόσον υπάρξει συμφωνία στο έντονα κατακερματισμένο πολιτικό σκηνικό.
Η εκδοχή όμως της κυβέρνησης δεν είναι η μόνη δυνατή: ο Λεκορνί έχει προειδοποιήσει ότι, χωρίς νέο προϋπολογισμό, το έλλειμμα θα μπορούσε να ανοίξει στο 6,5% του ΑΕΠ, καθώς τα υπάρχοντα σχέδια δαπανών θα ανανεωθούν αυτόματα. Ενα τέτοιο σενάριο θα αφήσει «καυτή πατάτα» ενόψει εκλογών και θα επιδεινώσει την εμπιστοσύνη των αγορών.
Οι αγορές παρακολουθούν ήδη στενά. Η διαφορά μεταξύ των αποδόσεων των 10ετών κρατικών ομολόγων της Γαλλίας και των αντίστοιχων γερμανικών (Bund) έχει διευρυνθεί σε περίπου 80 μονάδες βάσης —το υψηλότερο επίπεδο εδώ και σχεδόν εννέα μήνες—, με τις αποδόσεις Bund να κινούνται γύρω στο 2,97% και των γαλλικών ομολόγων περίπου στο 3,75%. Το spread κινείται σε επίπεδα σχεδόν ίδια με αυτά της Ιταλίας και ξεπερνά τις αποδόσεις των 10ετών ομολόγων της Ελλάδας κατά περίπου 10 μονάδες βάσης.
Από τη διάλυση της κυβέρνησης το 2024, τα spreads σε σχέση με τα γερμανικά ομόλογα έχουν διευρυνθεί, ενώ οι υποβαθμίσεις από οίκους όπως οι Fitch και DBRS επιτείνουν τις ανησυχίες για την ικανότητα των γαλλικών Αρχών να πετύχουν βιώσιμη δημοσιονομική εξυγίανση.
Ο ΟΟΣΑ στην τελευταία έκθεσή του για τη Γαλλία υπενθυμίζει ότι μεταξύ 2008 και 2025 το δημοσιονομικό έλλειμμα διευρύνθηκε από 3,5% σε 5,1% του ΑΕΠ και ότι η χώρα αναίρεσε μόνο περίπου το ήμισυ της αύξησης δαπανών μετά την παγκόσμια οικονομική κρίση — λιγότερο σε σχέση με την υπόλοιπη ζώνη του ευρώ. Το δημόσιο χρέος αυξήθηκε από 60% του ΑΕΠ το 2000 σε 115,5% το 2025, ενώ το κόστος εξυπηρέτησης ανέβηκε από 1,3% του ΑΕΠ το 2020 σε 2,1% το 2025.
Οι οικονομολόγοι του ΟΟΣΑ προειδοποιούν ότι, εάν συνεχιστεί αυτή η τάση, κινδυνεύει η δημοσιονομική βιωσιμότητα. Για να σταθεροποιηθεί ο δείκτης δημόσιου χρέους προς ΑΕΠ έως το 2030 απαιτείται σημαντική εξυγίανση: ο ρυθμός πρέπει να παραμείνει πάνω από 1 ποσοστιαία μονάδα του ΑΕΠ το 2025 και σωρευτικά να φτάσει περίπου σε 3 μονάδες έως το 2030 — μόνον έτσι το χρέος θα μπορούσε να σταθεροποιηθεί στο 122% του ΑΕΠ.
Η κλίμακα της δημοσιονομικής εξυγίανσης, σύμφωνα με τον ΟΟΣΑ, απαιτεί μια δέσμη μέτρων «διαδοχική και ολοκληρωμένη». «Τα μέτρα που έχουν ήδη ληφθεί στους προϋπολογισμούς του 2025 και του 2026 θα πρέπει να επιφέρουν ταχεία εξοικονόμηση πόρων με προσωρινό “πάγωμα” των συντάξεων και αύξηση των εσόδων. Ωστόσο, οι μεσοπρόθεσμες προσπάθειες θα πρέπει να στοχεύουν πρωτίστως στη μείωση του συγκριτικά πολύ υψηλού δείκτη δημόσιων δαπανών, ενισχύοντας την αποτελεσματικότητα των δαπανών μέσω επανεξέτασης των δαπανών και μειώνοντας τις αναποτελεσματικές φορολογικές δαπάνες. Σε μια δεύτερη φάση, μόλις αποκατασταθούν τα δημοσιονομικά περιθώρια, η μείωση των συντελεστών στους πιο στρεβλωτικούς φόρους θα βοηθήσει στην τόνωση των επενδύσεων και της απασχόλησης», ζητά ο ΟΟΣΑ.
Πέρα από τα εσωτερικά, οι εξελίξεις στη Γαλλία μπορούν να επηρεάσουν και διεθνείς παράγοντες —ενδεικτικά αναφέρεται πως η πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας Κριστίν Λαγκάρντ δεν έχει αποκλείσει το ενδεχόμενο να εγκαταλείψει νωρίτερα τη θέση της για να επιστρέψει σε πολιτικό ρόλο στη χώρα της, προσθέτοντας άλλη μία πτυχή αβεβαιότητας στην ευρωπαϊκή σκηνή.

