Πολύ πριν αποκτήσει το στάτους του σούπερ σταρ, ο θρυλικός Ρόμπερτ Ρέντφορντ έγινε για πρώτη φορά πρωταγωνιστής σε μεγάλη θεατρική παραγωγή το 1963 όταν ο Νιλ Σάιμον τον επέλεξε για το διάσημο έργο «Ξυπόλητοι στο πάρκο». Ένα έργο που οι μη Νεϋορκέζοι και μαζί τους όλος ο πλανήτης γνώρισαν ως κινηματογραφική ταινία τέσσερα χρόνια αργότερα, με συμπρωταγωνίστρια του Ρέντφορντ την εξίσου θρυλική Τζέιν Φόντα.
Η έδρα της Ναϊμέγκεν είναι χτισμένη καταμεσής ενός μεγάλου πολυχρηστικού πάρκου που λέγεται Goffertpark. Την ώρα που το γήπεδο άρχισε να γέρνει, αμέσως μετά το συγκυριακό 0-1 του Ελ Κααμπί δηλαδή, ξύπνησε μέσα μου ο εφημεριδάς, εκείνος που ανδρώθηκε δημοσιογραφικά στο έντυπο που κάποτε οι Ολυμπιακοί αποκαλούσαν «ευαγγέλιο». Αν το ημερολόγιο έγραφε 11/8/2016, με το που θα με έπαιρνε τηλέφωνο ο Θόδωρος Νικολαΐδης για να του προτείνω τίτλο για την πρώτη σελίδα, θα του έλεγα χωρίς πρόλογο όπως πάντα: «Κυρ Θόδωρε, ξυπόλητοι στο πάρκο»…
Ακόμα κι αν δεν του άρεσε αρχικά το concept (ή χρειαζόταν περαιτέρω επεξήγηση), είμαι βέβαιος πως ο κυρ Θόδωρος θα ενθουσιαζόταν όταν θα έβλεπε τον τίτλο άψογα στοιχισμένο σε δυο αράδες, ακριβώς όπως του άρεσε:

Νομίζω ότι δεν πρέπει να υπάρχει οπαδός του Ολυμπιακού αυτή τη στιγμή που να διαφωνεί με τον όρο «ξυπόλητοι». Και πάλι καλά δηλαδή που το έργο γράφτηκε στη δεκαετία του ’60 και όχι τέσσερις – πέντε δεκαετίες αργότερα. Γιατί σε μια τέτοια περίπτωση θα είχαμε σίγουρα και την XXX version της ταινίας (όπως συνηθίζεται εδώ και χρόνια με τα επιτυχημένα φιλμ) που θα ήταν «Ξεβράκωτοι στο πάρκο» και θα πλησίαζε ακόμα περισσότερο σε ό,τι είδαμε στο Ναϊμέγκεν. Την πλοκή μπορείτε να τη φανταστείτε όλοι θαρρώ, όπως και τη διανομή των ρόλων αν πρωταγωνιστές ήταν όσοι αγωνίστηκαν στο ματς της Τρίτης…
Δίχως να παραβλέπω τις αγωνιστικές παθογένειες που άρχισαν να εξελίσσονται σε ανίατη ασθένεια με την πάροδο του χρόνου, είχα την πεποίθηση πως ακόμα και αυτός ο άκρως προβληματικός Ολυμπιακός θα μπορούσε να ξεπεράσει το εμπόδιο ενός ποδοσφαιρικού χωριού όπως η Ναϊμέγκεν. Όσοι έχει τύχει να με διαβάσετε κάποια στιγμή μέσα στην τελευταία 20ετία ενδεχομένως να θυμάστε ότι αποφεύγω να απαξιώνω ομάδες που προέρχονται από «κανονικά» πρωταθλήματα. Η διαφορά είναι πως το ολλανδικό πρωτάθλημα έχει πάψει να θεωρείται τέτοιο και το καταλαβαίνεις εύκολα βλέποντας τα χάλια του Άγιαξ και της Φέγενορντ αλλά και το χαμηλότατο επίπεδο των υπόλοιπων ομάδων πλην PSV.
Μέχρι πριν από λίγες μέρες, η Ναϊμέγκεν είχε παίξει όλα κι όλα 14 ευρωπαϊκά ματς στην ιστορία της με τελευταία εκείνα κόντρα στο Αμβούργο τον Φεβρουάριο του 2009. Δηλαδή σε ολόκληρη την ιστορία του ο ολλανδικός σύλλογος είχε παίξει πέντε ευρωπαϊκούς αγώνες λιγότερους απ’ όσους έδωσε ο Ολυμπιακός τη σεζόν 2023/24, όταν έφτασε στην κατάκτηση του UEFA Europa Conference League. Θεωρώ πως αυτό από μόνο του είναι αρκετό ως αιτιολόγηση στα περί χωριού.
Τον περασμένο Μάιο είχα γράψει μεταξύ άλλων το εξής: «Βλέποντας τις προάλλες το Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ – Νότιγχαμ μου ήρθε στο μυαλό μια χρονική διασύνδεση. Με τους Tricky Trees στην Premier League για μια τετραετία (τον Μάιο του 2022 κέρδισαν την άνοδο), ο Ολυμπιακός πήρε στο ίδιο διάστημα ένα πρωτάθλημα (πέρα από το κύπελλο και το Conference). Δεν ξέρω κατά πόσο είναι συγκυριακό, ωστόσο δεν γίνεται να μην επισημάνω τη διάσπαση προσοχής που δεδομένα έχει προκαλέσει το γεγονός αυτό στον ερυθρόλευκο οργανισμό».
Η ερυθρόλευκη ΔΕΠΥ της τελευταίας τετραετίας
Θέλω να σταθούμε λίγο παραπάνω στη φράση «διάσπαση προσοχής». Η επιστημονική ορολογία είναι «Διαταραχή Ελλειμματικής Προσοχής και Υπερκινητικότητα», που είναι περισσότερο γνωστή με το ακρωνύμιο ΔΕΠΥ. Σύμφωνα με τους ειδικούς, πρόκειται για μια διαταραχή που επηρεάζει τον τρόπο συμπεριφοράς ενός ανθρώπου. Οι πάσχοντες δείχνουν (αλλά δεν είναι) ακούραστοι, δυσκολεύονται να συγκεντρωθούν σε κάτι και μπορεί να δρουν παρορμητικά. Η ΔΕΠΥ μπορεί να συνυπάρχει και με άλλες ασθένειες όπως οι αγχώδεις διαταραχές, οι μαθησιακές δυσκολίες, οι συναισθηματικές διαταραχές.
Αν κάνουμε αναγωγή των συμπτωμάτων της ΔΕΠΥ στον οργανισμό του ποδοσφαιρικού Ολυμπιακού επιχειρώντας να εξηγήσουμε όσα συμβαίνουν, νομίζω ότι η διάγνωση δεν επιδέχεται αμφισβήτησης. Η δυσκολία συγκέντρωσης είναι δεδομένη εδώ και χρόνια (Νότιγχαμ, Ρίο Άβε κλπ), η – μεταγραφική – υπερκινητικότητα επίσης, το ίδιο και οι «μαθησιακές δυσκολίες» που παραπέμπουν στον ορισμό της λεγόμενης παρανοϊκής ή μάταιης επανάληψης που λανθασμένα αποδίδεται στον Αϊνστάιν: να κάνεις τα ίδια πράγματα και να περιμένεις διαφορετικά αποτελέσματα. Εν προκειμένω, να κάνεις συνεχώς τα ίδια λάθη και να περιμένεις να προκύψει κάτι σωστό…
Ο Χοσέ Λουίς Μεντιλίμπαρ είναι ο άνθρωπος που οδήγησε τον Ολυμπιακό στο πρώτο – και μοναδικό μέχρι σήμερα – ευρωπαϊκό ποδοσφαιρικό τρόπαιο ελληνικής ομάδας. Το κατάφερε αυτό πριν καν συμπληρώσει τέσσερις μήνες στον ερυθρόλευκο πάγκο, σε μια χρονιά που ο σύλλογος έπαιξε μπουνιές με την ποδοσφαιρική (και όχι μόνο) λογική. Αλλάζοντας προπονητές σαν τα πουκάμισα και αποκτώντας 24 παίκτες καλοκαίρι και χειμώνα. Αν έχετε τον θεό σας, τρεις προσλήψεις προπονητών και 24 νέοι παίκτες σε μια σεζόν! Ούτε ομάδα που μόλις προβιβάστηκε στη Super League δεν κάνει τόσες προσθήκες και δεν λειτουργεί τόσο παρορμητικά. Εκτός αν έχει για ιδιοκτήτη της τον Παναγιώτη Μονεμβασιώτη, όπως είχε συμβεί με τον Απόλλωνα και όπως δεδομένα θα συμβεί και με τον Ηρακλή.
Μια μεγάλη παρένθεση. Δεν έχει υπάρξει μεγάλος προπονητής στην παγκόσμια ποδοσφαιρική ιστορία που να κατάφερε να περάσει αποτελεσματικά τη φιλοσοφία του σε μια ομάδα μέσα σε τρεις και κάτι μήνες, χωρίς μάλιστα να έχει κάνει προετοιμασία με αυτήν. Και βέβαια, χωρίς καν να έχει επιλέξει έστω και έναν παίκτη από αυτούς που βρήκε στο ρόστερ της.
Μπορεί να αλλάξει κάποια πράγματα, μπορεί να φέρει μια διαφορετική αύρα, να καυχηθεί για τη σωστή διαχείριση και να προσθέσει κάποια δικά του στοιχεία αλλά σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να ισχυριστεί ότι πρόκειται για δικό του δημιούργημα. Όλα αυτά δεν υποβαθμίζουν το επικό αποτέλεσμα της κατάκτησης του Conference και τη συνδρομή του Μεντιλίμπαρ, εντούτοις θα πρέπει να γίνει κατανοητό πού αρχίζει και πού τελειώνει το καθετί. Όπως η συνδρομή Καρβαλιάλ και Πέδρο Άλβες στην κομβική μεταγραφική περίοδο του Ιανουαρίου 2024, παρότι εκδιώχθηκαν κακήν κακώς με το που μπήκε ο Φλεβάρης.
Από τον Σερ Άλεξ Φέργκιουσον και τον Αρσέν Βενγκέρ μέχρι τον Γκουαρντιόλα και τον Κλοπ, όλοι μα όλοι χρειάστηκαν χρόνο αλλά και παρεμβάσεις μέχρι να δημιουργήσουν κάτι από το τίποτα και αυτό το κάτι να θεωρηθεί επιτυχημένο. Ο Φέργκιουσον της Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ χρειάστηκε τέσσερα χρόνια για να πάρει ένα κύπελλο και έξι για το πρώτο από τα συνολικά 13 του πρωταθλήματα, ο Βενγκέρ πανηγύρισε το νταμπλ με τη συμπλήρωση διετίας στον πάγκο της Άρσεναλ και ο Κλοπ τέσσερα χρόνια μέχρι την κούπα του Τσάμπιονς Λιγκ και πέντε για το μοναδικό του πρωτάθλημα στη Λίβερπουλ. Συν μια τριετία για το πρώτο από τα δυο σερί πρωταθλήματα που πήρε με την Ντόρτμουντ.
Για τον Γκουαρντιόλα της Σίτι υπάρχει η παταγώδης αποτυχία της πρώτης σεζόν σε πρωτάθλημα και Ευρώπη, προτού τελικά καταφέρει να τρομοκρατήσει την Premier League με έξι τίτλους στην επταετία 2018 – 2024 (έχασε μονάχα αυτό του κορωνοϊού το 2020 που πήρε η Λίβερπουλ του Κλοπ). Στην Μπαρτσελόνα πέτυχε με την πρώτη, όμως σε καμία περίπτωση δεν μπορεί κάποιος να ισχυριστεί ότι παρέλαβε χάος διότι τα υλικά ήταν σχεδόν όλα εκεί: ο Μέσι, ο Τσάβι, ο Ινιέστα, ο Πουγιόλ, ο Ετό, ο Μάρκες, ο Τουρέ, ο Κεϊτά.
Προερχόμενος από τη β’ ομάδα ο Πεπ ανέβασε Πικέ και Μπουσκέτς, τους έκανε αμέσως βασικούς και με τη μεταγραφή του Ντάνι Άλβες το παζλ της πιο αχτύπητης ομάδας στον 21ο αιώνα μέχρι στιγμής είχε ήδη ολοκληρωθεί. Με λίγα λόγια, ο Γκουαρντιόλα ήταν ήδη μέλος της Μπαρτσελόνα προτού αναλάβει την πρώτη ομάδα και προετοιμαζόταν από καιρό για αυτή την αποστολή, όμως ακόμη κι αυτός έβαλε μια γερή πινελιά αφού οι τρεις προαναφερθέντες έγιναν σχεδόν αμέσως βασικοί.
Η μόνη πραγματική εξαίρεση στα παραπάνω έρχεται από τον Μουρίνιο, όμως εδώ υπάρχει και μια ειδοποιός διαφορά. Ο Μουρίνιο της Πόρτο, της Τσέλσι και της Ίντερ νικούσε με την πρώτη κι ενώ όλοι τον θυμούνται – μέχρι κάποιο χρονικό σημείο – ως τον απόλυτο winner, κανείς δεν τον λαμβάνει υπόψη όταν η κουβέντα φτάνει στη δημιουργία. Απλούστατα διότι δεν μπήκε ποτέ στη διαδικασία να «δημιουργήσει» και αρκέστηκε απλώς στο να κερδίζει πάση θυσία.
Κοιτώντας προς τα πίσω, δεν νομίζω ότι υπάρχει ποδοσφαιρόφιλος που να αναπολεί οποιαδήποτε ομάδα του Ζοσέ, όπως θα έκανε με τη Γιουνάιτεντ του Σερ Άλεξ, την Άρσεναλ του Βενγκέρ, τη Λίβερπουλ του Κλοπ και την Μπαρτσελόνα, την Μπάγερν ή τη Σίτι του Γκουαρντιόλα. Για να το πω πιο ξεκάθαρα, είναι σαφώς πιο εύκολο να νικήσεις με κάθε κόστος από το να νικήσεις δημιουργώντας κάτι πραγματικά όμορφο. Και ο Μουρίνιο όμως άλλαξε σχεδόν όλη την Τσέλσι με το που ανέλαβε, άρα δεν γίνεται να μην του πιστωθούν οι επιλογές που έκανε, παρότι η επιτυχία ήρθε πολύ γρήγορα.
Μεντιλίμπαρ: Europa League σε δυόμιση μήνες με τη Σεβίλλη, Conference σε 3,5 με τον Ολυμπιακό
Δεν είναι πρωτοφανές να κατακτά ένας προπονητής ευρωπαϊκό τίτλο έχοντας αναλάβει μια ομάδα στο δεύτερο μισό της σεζόν. Υπάρχει άλλωστε το χαρακτηριστικό παράδειγμα του Ρομπέρτο Ντι Ματέο που το 2012 σήκωσε το Τσάμπιονς Λιγκ με την Τσέλσι πριν καν συμπληρώσει τρίμηνο στο Στάμφορντ Μπριτζ. Ο Τούχελ έκανε το ίδιο με τους Λονδρέζους εννιά χρόνια χρόνια αργότερα, έχοντας αναλάβει στα τέλη Ιανουαρίου. Κανείς όμως δεν μπόρεσε να το κάνει δυο φορές και μάλιστα συνεχόμενες όπως ο Μέντι.
Τίποτε δεν μπορεί να στερήσει από τον Μεντιλίμπαρ το γεγονός ότι αυτός ήταν ο ευλογημένος προπονητής του κυπελλούχου Ευρώπης Ολυμπιακού σε εκείνη την αδιανόητη και ανεπανάληπτη συναστρία. Αδιανόητη εξαιτίας των τεράτων που είχαν γίνει από την αρχή εκείνης της σεζόν (ως συνέχεια της προηγούμενης) και ανεπανάληπτη λόγω του ότι ρεαλιστικά κανείς ελληνικός σύλλογος δεν θα μπορέσει στα επόμενα – και… μεθεπόμενα – χρόνια να κατακτήσει μια τέτοια ευρωπαϊκή κούπα. Εδώ στο σημερινό Conference σπάνε όλοι τα μούτρα τους, σκεφτείτε πόσο πιο δύσκολο ήταν το EUROPA Conference που πήρε ο Ολυμπιακός, όταν ακόμη κατέβαιναν ομάδες από το Europa League (ακριβώς όπως ο Ολυμπιακός).
Όπως έχω πει πολλάκις, όπως κι αν αποχωρούσε από το Λιμάνι ο Μέντι, κάποια στιγμή η προτομή του θα πρέπει να κοσμήσει την κεντρική είσοδο του «Γ. Καραϊσκάκης». Από εκεί και πέρα, θα πρέπει να γίνει η λεγόμενη honest review, η «τίμια κριτική» όπως αποκαλείται στη γλώσσα των social media η απόπειρα αξιολόγησης χωρίς συμφέροντα, συμπάθειες, εμπάθειες ή πληρωμένες συνεργασίες.
Ο Μεντιλίμπαρ ήρθε στον Ολυμπιακό στα 63 του. Για έναν προπονητή, αυτή η ηλικία προσδιορίζεται ως «δύση» της καριέρας του. Ακριβώς στην ίδια ηλικία είχε αναλάβει την εθνική Ελλάδας ο Ότο Ρεχάγκελ. Ο χερ Ότο πήρε το Euro στα τρία χρόνια, ο Μέντι στους τρεις μήνες και κάτι πήρε ευρωπαϊκό τίτλο και στην πρώτη ολόκληρη σεζόν του έκανε νταμπλ.
Τα προβλήματα ξεκίνησαν να φαίνονται αργότερα. Το ότι μερικούς μήνες πριν έρθει στον Ολυμπιακό ο Μέντι πήρε το Europa League με τη Σεβίλλη είναι ένα γεγονός. Τους Σεβιγιάνους τους ανέλαβε 21 Μαρτίου, τους Πειραιώτες 12 Φεβρουαρίου. Αρχικά έγινε ο πρώτος – και μοναδικός μέχρι σήμερα – προπονητής που νικά τον Μουρίνιο σε ευρωπαϊκό τελικό και στη συνέχεια ο μοναδικός με ευρωπαϊκό τίτλο σε ελληνικό σύλλογο.
Αμφότερες οι ευρωπαϊκές διακρίσεις του προέκυψαν στους πρώτους του μήνες, σε ομάδες που δεν είχε καλά – καλά προλάβει να μάθει τα μικρά ονόματα όλων των παικτών του. Μέχρι τα 62 του και τη Σεβίλλη, η μόνη ευρωπαϊκή εμπειρία του Μεντιλίμπαρ ήταν δυο ματς στο Ιντερτότο με την Αθλέτικ Μπιλμπάο που τα έχασε και τα δυο από την Κλουζ. Κατά τα λοιπά, ολόκληρη η προπονητική καριέρα του ήταν συνυφασμένη με μικρομεσαίες ομάδες όπως η Βαγιαδολίδ, η Έιμπαρ, η Αλαβές και η Οσασούνα. Τα παραπάνω είναι αυταπόδεικτα γεγονότα που δεν αμφισβητούνται.
Σε όλη αυτή την καριέρα ο σενιόρ δεν διακρίθηκε ποτέ για το όμορφο ποδόσφαιρο που έπαιξαν οι ομάδες του. Συχνότατα ήταν αποτελεσματικές (ειδικά η Έιμπαρ που έκανε πάρτι στο ανοιχτό γήπεδο και χτυπούσε αλύπητα κάθε αμυντική αφέλεια), ουδέποτε όμως πραγματικά θελκτικές στο μάτι του θεατή. Ίσως και αυτός να ήταν ο λόγος για τον οποίο δεν του έδωσε ποτέ την ευκαιρία μια ομάδα με υψηλότερους στόχους. Ούτε καν η Σεβίλλη που τον προσέλαβε σε μια περίεργη χρονική συγκυρία και δεν του έδωσε την παραμικρή πίστωση χρόνου παρά την κατάκτηση του Europa. Και αυτά είναι γεγονότα που δεν αμφισβητούνται.
Αν στο ένα άκρο βάλουμε την ποδοσφαιρική προσέγγιση του Βαλβέρδε και στο άλλο τον ιεροκήρυκα του ισπανικού αντιποδοσφαίρου, Μπορδαλάς, ο Μέντι είναι σίγουρα πιο κοντά στον δεύτερο παρά στον πατριώτη και φίλο του, Ερνέστο. Εξαρχής λοιπόν, η επιλογή ενός προπονητή με τα χαρακτηριστικά του Μεντιλίμπαρ θα θεωρούταν κομματάκι αταίριαστη για τον Ολυμπιακό της Super League. Μιλάμε πάντοτε με ποδοσφαιρικό γνώμονα, βάζοντας στο ζύγι το αγωνιστικό στυλ των ομάδων της μέχρι τότε καριέρας του και αυτό των Ερυθρόλευκων, μαζί με τη μόνιμη απαίτηση για κατάκτηση του πρωταθλήματος.
Αντιθέτως, η επιλογή του Μεντιλίμπαρ αποδείχθηκε η πιο ενδεδειγμένη για τον Ολυμπιακό της Ευρώπης. Όσο πιο ισχυρός ήταν ο αντίπαλος, τόσο πιο ανταγωνιστική εμφανιζόταν η ομάδα του και έτοιμη να χτυπήσει με υπομονή τις όποιες αδυναμίες έβρισκε. Αν συμπεριλάβουμε και τη ρέντα που ιστορικά απουσίαζε από το Καραϊσκάκη (μόνο τα οριακά γκολ του Ελ Κααμπί με Άστον Βίλα και Φιορεντίνα να πιάσουμε, δεν χρειάζονται άλλα παραδείγματα), ο Μεντιλίμπαρ πρόσθεσε όλα τα στοιχεία που έλειπαν από τους Ερυθρόλευκους στις ευρωπαϊκές βραδιές τους.
Απέναντι στον θρυλικό στρατηγό του ευρωπαϊκού θριάμβου όμως, βρέθηκε ο Μέντι της Ελλάδας. Ο χρόνος οδηγεί συχνά το μυαλό σε εξωραϊσμό καταστάσεων αλλά η πραγματικότητα δεν μεταβάλλεται. Όλοι σχεδόν θυμούνται την τρομερή επίδοση του Ολυμπιακού στα ντέρμπι πρόπερσι, ωστόσο ελάχιστοι έχουν συγκρατήσει το αγωνιστικό… βάσανο μέχρι να έρθει η κυπελλική 6άρα που μαζί με την ΑΕΚ διέλυσε ψυχολογικά και όλους τους υπόλοιπους ενόψει πλέι οφ. Για να μην τα ξαναγράφω, θυμηθείτε σε προηγούμενο ΕΥΘΕΩΣ πώς ακριβώς είχαν εξελιχθεί τα πράγματα μέχρι να φτάσουμε στον Φεβρουάριο του 2025.
Το κακό βεβαίως παράγινε στην περυσινή σεζόν. Από την πρώτη αγωνιστική κόντρα στον Αστέρα Τρίπολης μέχρι και την τελευταία στη Νέα Φιλαδέλφεια απέναντι στην αδιάφορη ήδη πρωταθλήτρια ΑΕΚ, ο Ολυμπιακός του Μεντιλίμπαρ ήταν άκρως προβληματικός και ο μοναδικός λόγος για τον οποίο βγήκε δεύτερος και όχι π.χ. τέταρτος ήταν η κατάρρευση του ΠΑΟΚ και η πλήρης ανυπαρξία του Παναθηναϊκού. Μιλώντας για τον ΠΑΟΚ, υπενθυμίζω ότι σε πέντε ματς δεν τον νίκησε ούτε μια φορά, χάνοντας μάλιστα και πρόκριση στο κύπελλο μέσα στο Καραϊσκάκη.
Οι ευθύνες του Μέντι για την κάκιστη αγωνιστική εικόνα του Ολυμπιακού ήταν πάρα πολλές και τις κατέγραψα στο ΕΥΘΕΩΣ που παρέθεσα πιο πάνω. Ειδικά η εικόνα της ομάδας του απέναντι στα λιμά της Super League ήταν αδικαιολόγητη. Αυτές οι ευθύνες όμως σταμάτησαν τον περασμένο Μάιο. Με το που ολοκληρώθηκε το πρωτάθλημα, το μπαλάκι πέρασε στη διοίκηση. Ο Βαγγέλης Μαρινάκης και οι συνεργάτες του κλήθηκαν να πάρουν μια απόφαση όπως ακριβώς συνέβη τον Μάιο του 2022.
Τότε, ο Πέδρο Μαρτίνς είχε κατακτήσει το τρίτο σερί πρωτάθλημα όμως η εικόνα της ομάδας του ήταν αποκαρδιωτική για πάρα πολύ καιρό. Η διοίκηση αγνόησε τα σημάδια (και τις φωνές του κόσμου) και αποφάσισε να μπει στα προκριματικά με έναν προπονητή που στην πρώτη στραβή θα έκανε έξαλλους τους πάντες. Η στραβή ήταν… θεόστραβη και μετά την ντροπιαστική τεσσάρα από τη Μακάμπι Χάιφα ο Πορτογάλος μας τελείωσε. Η λογική όμως είχε ήδη πάει περίπατο μήνες πριν.
Από το καλοκαίρι του Μαρτίνς και μέχρι τον Φλεβάρη του Μεντιλίμπαρ έγιναν αδιανόητα πράγματα σε πάγκο και ρόστερ. Προπονητές χωρίς ειδικό βάρος κλήθηκαν να κουβαλήσουν τόνους πίεσης και ευθυνών στην πλάτη τους, την ώρα που καραβιές παικτών πηγαινοέρχονταν δίχως να μπορεί να καταλάβει κανείς τη σκοπιμότητα όλων αυτών των κινήσεων. Μέχρι και ο Μίτσελ επέστρεψε, ο οποίος στα επτά χρόνια που είχαν μεσολαβήσει από την πρώτη θητεία του στο Φάληρο δεν κατάφερε να συμπληρώσει ούτε μια σεζόν στην ίδια ομάδα.
Οι ευθύνες λοιπόν, του Μεντιλίμπαρ τελείωσαν τον περασμένο Μάιο. Η διοίκηση είχε μια ολόκληρη χρονιά στη διάθεσή της προκειμένου να αντιληφθεί ότι ο Βάσκος δεν θα γινόταν Γκουαρντιόλα ή έστω Βαλβέρδε στα 65 του και ότι πιο πιθανό είναι να ανατείλει ο ήλιος απ’ τη δύση παρά να αλλάξει ποδοσφαιρική φιλοσοφία ο σενιόρ. Μετά από δυόμισι χρόνια στον πάγκο, η ομάδα του δείχνει το ίδιο κακή και ασύνδετη είτε παίζει με έντεκα καινούργιους είτε με αμιγώς περυσινό ρόστερ.
Να πω την αλήθεια μου, δυσκολεύομαι να δεχτώ ότι το πρόβλημα σχετιζόταν με το υλικό. Το «κάντε σέντρες από παντού» αλλά και οι γιόμες από τον τερματοφύλακα δεν ήταν θέμα προσώπων και ικανοτήτων: ήταν πρωτίστως ζήτημα αγωνιστικής προσέγγισης. Συνδυασμένη ενέργεια με την μπάλα κάτω κοντά στην αντίπαλη περιοχή ήταν πιο σπάνια και από την πρώτη έκδοση του Χάρι Πότερ, όπου είχε τυπωθεί λάθος το όνομα της J.K. Rowling.
Αντιλαμβάνομαι πλήρως τους λίγους πλέον οπαδούς που εξακολουθούσαν να επιθυμούν την παραμονή Μεντιλίμπαρ, όντας συναισθηματικά αγκιστρωμένοι στο έπος της Νέας Φιλαδέλφειας. Μόνο που το συναίσθημα αφήνει συνήθως ελάχιστο χώρο στη λογική. Ο Μεντιλίμπαρ ήταν ένα θείο δώρο που έφερε στον Ολυμπιακό τη μεγαλύτερη διάκριση της ιστορίας του και ως τέτοιο θα αντιμετωπίζεται στον αιώνα τον άπαντα. Ο κύκλος του όμως έχει κλείσει καιρό τώρα και δεν μπορώ να καταλάβω με ποιο κριτήριο ανανεώθηκε βιαστικά το συμβόλαιό του λίγο πριν τα Χριστούγεννα αλλά και με ποιο σκεπτικό αποφασίστηκε η συνέχιση της συνεργασίας ενόψει της σεζόν 2026/27 μετά το τέλος μιας καταστροφικής χρονιάς.
Το μεγαλύτερο παράπονό μου από τον Μεντιλίμπαρ είναι τούτο. Ως ο προπονητής με τη μεγαλύτερη αποδοχή στην ιστορία του Ολυμπιακού (τέτοιος ήταν μέχρι να μπει ο χειμώνας του 2025), δεν πάτησε ποτέ πόδι όταν έπρεπε. Μετά από μόλις ένα πρωτάθλημα ο Νίκολιτς γκρίνιαξε δημόσια για μεταγραφές που δεν έχουν γίνει, βάζοντας στην πρίζα τη διοίκηση της ΑΕΚ. Όπως έκανε πολλάκις τις τελευταίες μέρες και ο προπονητής της Ναϊμέγκεν και όπως κάνουν πολλοί προπονητές ανά τον κόσμο, είτε έχουν ευρεία αποδοχή είτε όχι. Ο σενιόρ δεν το έκανε ποτέ, τουλάχιστον για να διεκδικήσει και όχι για να δικαιολογηθεί.
Η πρώτη φορά που ο Βάσκος αναφέρθηκε δημόσια σε κακώς κείμενα ήταν μετά την αδιανόητη γκέλα κόντρα στην ΑΕΛ. Μόνο που το χρονικό σημείο ήταν πάρα πολύ καθυστερημένο και οι ευθύνες του ήδη μεγάλες. Δεν γίνεται να σέρνεσαι κόντρα σε υποβιβασμένη ομάδα και μονάχα τότε να θυμάσαι ότι αυτά που έγιναν στις μεταγραφές του Γενάρη ήταν για τα πανηγύρια. Ειδικά όταν σε κατ’ ιδίαν συζητήσεις σου υποστηρίζεις πως ο μοναδικός παίκτης που αποκτήθηκε έπειτα από πραγματικά δική σου εισήγηση όλο αυτό το διάστημα ήταν ο Ντάνι Γκαρθία.
Όχι μόνο δεν αποτελεί σοβαρό άλλοθι αυτό, αλλά απεναντίας αποτυπώνει το πόσο παθητικά αντιμετώπισε κάποιες καταστάσεις ο Μεντιλίμπαρ ακόμα και στο απόγειο της δημοτικότητάς του. Αν ζητήσεις Audi και σου φέρουν Autobianchi, οφείλεις να αντιδράσεις για το καλό το δικό σου αλλά πρωτίστως εκείνο της ομάδας. Το ίδιο ισχύει και στην περίπτωση που δεν ζητήσεις κάτι πραγματικά ποιοτικό και συμβιβάζεσαι με ό,τι σου φέρνουν.
Από τον «σχεδιασμό» στο «μάστορα, πιάσε πέντε παίχτες όπως θα ‘ρχεσαι»
Η λογική λέει πως λίγο μετά τη δημοσίευση του συγκεκριμένου ΕΥΘΕΩΣ θα έχουμε και την επίσημη ανακοίνωση της απομάκρυνσης του Βάσκου. Το σίγουρο είναι πως κανείς μα κανείς δεν μπορεί να του πάρει τη δόξα του Conference ή να τον βγάλει από την κορυφή του εκ των πραγμάτων πιο επιτυχημένου προπονητή στην ιστορία του Ολυμπιακού. Έστω κι αν αυτή η ασύλληπτη επιτυχία που τον διαφοροποιεί από όλους τους υπόλοιπους ήρθε μόλις στο πρώτο του τρίμηνο, υπό τις προϋποθέσεις που διαβάσατε.
Επίσης, εξήγησα και πιο πάνω τον λόγο για τον οποίο δεν έχει την παραμικρή ευθύνη για ό,τι συμβαίνει από τα τέλη Μαΐου κι έπειτα και ειδικά το φετινό καλοκαίρι. Πριν από οτιδήποτε, οφείλω να μοιραστώ μαζί σας το πόσο με διασκέδαζαν όλο αυτό το διάστημα κάποια κείμενα που μιλούσαν για «προγραμματισμό», «σχεδιασμό» και… «πρότζεκτ», από ανθρώπους που προσπαθούσαν να πείσουν τον εαυτό τους (γιατί αμφιβάλλω αν έπεισαν έστω κι έναν οπαδό) ότι υπάρχει οποιοδήποτε ίχνος σχεδίου σε όσα έγιναν αλλά και θα γίνουν από εδώ και πέρα.
Κείμενα που έπαιζαν μπουνιές όχι μόνο με την αλήθεια αλλά και μεταξύ τους, το προηγούμενο με το επόμενο, ακόμα και η μια παράγραφος με την παρακάτω. Να λες τη μια μέρα ότι ο τάδε («κλεισμένος») μεταγραφικός στόχος προορίζεται π.χ. για εξτρέμ και μετά από λίγες μέρες να ισχυρίζεσαι ότι δεν αποκτήθηκε επειδή υπολογιζόταν ως περιφερειακός επιθετικός και στη συγκεκριμένη θέση ήρθε άλλος, άρα είμαστε πλήρεις εκεί.
Προσέξτε λίγο, η δικαιολογία περί πιθανού non paper δεν καλύπτει κανέναν. Αν όντως πρόκειται για non paper, τότε οφείλεις να διαχωρίσεις τη θέση σου και να ξεκαθαρίσεις ότι «αυτά λένε στην ΠΑΕ για το τάδε θέμα». Από τη στιγμή που δεν το κάνεις, η ΠΑΕ βγαίνει από το κάδρο και ο μόνος εκτεθειμένος είσαι εσύ που το υπογράφεις και που μετά από μερικές μέρες αναγκάζεσαι να κάνεις κωλοτούμπες. Αυτά βέβαια, θεωρούνταν αυτονόητα τις παλαιότερες εποχές κατά τις οποίες οι δημοσιογράφοι σέβονταν την υπογραφή τους.
Η τελευταία ελπίδα προκειμένου να πειστεί έστω και ένας περί «σχεδιασμού» πήγε περίπατο πριν από λίγες μέρες. Καθισμένος σε μια αυλή με υπέροχη πανοραμική θέα της Βερβερόντας, διάβασα σε ελαφριά παράφραση το «μάστορα, πιάσε πέντε παίχτες και έναν ακόμη αν σου βγαίνει όπως θα ‘ρχεσαι» και κόντεψε να μου βγει το πρωινό από τη μύτη. Αρχές Αυγούστου, να ενημερώνεσαι ότι το «γκρουπ Μαρινάκη» προσέλαβε «νέο Εντού» (που βάσει στατιστικής θα έχει την τύχη του παλιού) και ότι του δόθηκε εντολή να φέρει πέντε παίκτες που να είναι καλοί για Ολυμπιακό, το λες και παραδοχή πλήρους αποτυχίας.
Ακόμα κι αν μου ζητούσαν να γράψω το παραπάνω ως αποκλειστικό ρεπορτάζ, θα εξηγούσα ότι δεν είναι δυνατόν να γραφτεί κάτι τέτοιο γιατί πρώτα απ’ όλα εκθέτει ολόκληρο τον οργανισμό. Στο ενδεχόμενο δε, που εντέλει έβλεπε το φως της δημοσιότητας, θα έπρεπε να διαψευστεί έστω κι αν ίσχυε 100%, για τον ίδιο λόγο που εξήγησα πιο πάνω. Το ότι γράφτηκε και τόσες μέρες μετά δεν υπήρξε η παραμικρή αντίδραση, ασφαλώς κάτι δείχνει. Και αυτό ψάχνουμε να βρούμε.
Το μοναδικό πράγμα που φαίνεται να λειτουργεί οργανωμένα είναι οι πωλήσεις. Σε αυτό δεν μπορεί να ψέξει κανείς την ΠΑΕ. Η μεγάλη πώληση του Κοστίνια, ενός παιδιού που πέρυσι αδυνατούσε να πείσει ότι μπορεί να σταθεί βασικός σε έναν αξιοπρεπή Ολυμπιακό, συνιστά μια τεράστια επιτυχία. Το ίδιο και η πώληση του εξαιρετικού Τζολάκη μόλις έναν χρόνο πριν την εκπνοή του συμβολαίου του. Για την περίπτωση του Αντρέ Λουίζ, η οποία έχει τελειώσει εδώ και μέρες και απλώς δεν έχει επισημοποιηθεί για κάποιον λόγο, τα λόγια είναι περιττά. Εφόσον το ποσό είναι όντως αυτό που γνωρίζουμε, συζητάμε για κόλπο γκρόσο.
Κι ενώ οι πωλήσεις έρχονται με καταιγιστικό ρυθμό και τα ταμεία γεμίζουν, παρατηρείται μια ακατανόητη δυστοκία στο σκέλος των αγορών. Για να μην παρεξηγηθώ, δεν αναφέρομαι σε πανάκριβες περιπτώσεις άνω των 10 εκ. ευρώ αλλά σε θεωρητικά πιο προσιτές που δεν ξεπερνούν τα 5-6 εκατομμύρια. Η περυσινή σεζόν μπορεί να ήταν καταστροφική αγωνιστικά, παρ’ όλα αυτά θεωρείται άκρως επιτυχημένη στο οικονομικό σκέλος κυρίως λόγω των εσόδων από το Champions League αλλά και από την πώληση-μαμούθ του Μπάμπη Κωστούλα.
Η φετινή έχει ήδη γράψει απίθανα νούμερα αν λάβουμε υπόψη μας τις εκτιμήσεις του transfermarkt, αφού μέχρι στιγμής εμφανίζονται έσοδα ύψους 48 εκ. ευρώ χωρίς να συμπεριλαμβάνονται τα περίπου 20 εκ. του Αντρέ Λουίζ. Ούτε και αυτά που πιθανότατα ενδέχεται να προκύψουν μέχρι το τέλος της μεταγραφικής περιόδου. Οι έμπειροι αναγνώστες καταλαβαίνουν πολύ καλά τι πρόκειται να συμβεί, διαβάζοντας ρεπορτάζ από συγκεκριμένες πηγές.
Το αν πρέπει να φύγει ο Γιάρεμτσουκ ή ο Ταρέμι ή και οι δυο δεν θα το αποφασίσω εγώ. Έτσι κι αλλιώς φαινόταν ήδη δρομολογημένο από καιρό, δίχως να γνωρίζουμε αν η απόφαση πάρθηκε από τον Μεντιλίμπαρ ή από κάποιον άλλο. Από την άλλη, το να μπαίνεις Αύγουστο να παίξεις προκριματικά Τσάμπιονς Λιγκ με μοναδικό φορ στην αποστολή τον Ελ Κααμπί, είναι μια ακόμη απόδειξη για το ότι τα έχεις κάνει μούσκεμα. Κάπως έτσι η ΠΑΕ έχασε κάμποσα εκατομμύρια πριν το Δεκαπενταύγουστο, αφού δεν πρόλαβε καν να εισπράξει ούτε τα χρήματα της συμμετοχής στα πλέι οφ, δηλαδή ένα ποσό κοντά στα 4,5 εκ. ευρώ.
Η συζήτηση του τύπου «ποιος φταίει;» σε ανάλογες περιπτώσεις είναι για παιδιά του Δημοτικού. Δηλαδή ποιος να φταίει για τα στραβά κι ανάποδα μιας ομάδας αν όχι αυτός που πληρώνει; Η τελική ευθύνη θα είναι πάντα του Βαγγέλη Μαρινάκη, στα καλά και στα άσχημα. Στις επιτυχίες και στις αποτυχίες. Αν κάποιος έχει διαφορετική άποψη και θεωρεί ότι ο πρόεδρος έχει συμμετοχή μόνο στα θετικά ή μόνο στα αρνητικά, να μου το πει για να του συστήσω έναν σπουδαίο γιατρό.
Το πολυφορεμένο «βγαίνει μπροστά/το παίρνει πάνω του ο πρόεδρος» συγκεκριμένων δημοσιογράφων και ΜΜΕ υπονοεί ξεκάθαρα ότι κάτι έχει πάει πάρα πολύ λάθος και οι πρώτοι που θα έπρεπε να το αποδοκιμάζουν είναι οι άνθρωποι της ΠΑΕ. Επίσης, υπονοεί ότι όλο το προηγούμενο διάστημα ο πρόεδρος ήταν… πίσω και ότι το είχε αφήσει πάνω σε άλλους που τα έκαναν θάλασσα. Που είναι επίσης προσβλητικό και για τον Μαρινάκη αλλά και για όλους τους συνεργάτες του. Κάπως έτσι επιστρέφουμε στα περί ΔΕΠΥ που έγραφα πιο πάνω. Ο Βαγγέλης Μαρινάκης και όλοι οι ισχυροί άνθρωποι σαν κι αυτόν έχουν τόσες πολλές σκοτούρες μέσα στη μέρα τους που δεν είναι δυνατόν να ασχολούνται από το πρωί ως το βράδυ με τον Ολυμπιακό.
Εδώ βέβαια δεν έχουμε να κάνουμε μόνο με Ολυμπιακό αλλά και με Νότιγχαμ και με Ρίο Άβε, πέρα βεβαίως από τις υπόλοιπες επιχειρηματικές του δραστηριότητες. Ο Ολυμπιακός όμως είναι ένα μαγαζί που ακόμα και η 24/7 ενασχόληση με αυτό συχνά δεν είναι αρκετή. Που σημαίνει ότι είσαι υποχρεωμένος να αναθέσεις την καθημερινή λειτουργία και διαχείριση του μαγαζιού σε όσο το δυνατόν πιο ικανούς ανθρώπους που θα επιλέξεις προσωπικά. Ακριβώς όπως θα έκανες σε όποια άλλη επιχείρηση από τις πολλές που σου ανήκουν.
Προσπερνώ όσους ξεχνούν ή δυσκολεύονται να αναγνωρίσουν την ανυπολόγιστη προσφορά του Μαρινάκη στον σύλλογο γιατί δεν με ενδιαφέρει η γνώμη τους. Θα σταθώ όμως σε όσους είναι ειλικρινά προβληματισμένοι ή και απογοητευμένοι με κάποια φαινόμενα. Όχι τόσο για ένα χαμένο πρωτάθλημα, όσο για τη διάθεση που φαίνεται να έχει χαθεί, τουλάχιστον σε επίπεδο τρέλας και πάθους. Ας μην κρυβόμαστε πίσω από το δάχτυλό μας, το μέγεθος του Ολυμπιακού είναι τεράστιο και σε αυτό έχει συμβάλει όσο ελάχιστοι ο Β. Μαρινάκης.
Το παράπονο του μέσου οπαδού είναι πως βλέπει τη μια μέρα τον πρόεδρο της ομάδας του στο Καραϊσκάκη και την επόμενη σε κάποιο αγγλικό γήπεδο. Και μια στο τόσο και σε κάποιο πορτογαλικό. Οι φίλοι του Ολυμπιακού έχουν εδώ και δεκαετίες σχέση ακραίας προσωπολατρείας με τους εκάστοτε προέδρους. Από τον Γουλανδρή και τον Νταϊφά στον Κόκκαλη, τον Μαρινάκη και τους Αγγελόπουλους. Σε αυτή την ακραία σχέση δεν θα μπορούσαν να λείπουν οι ακρότητες: τη μια μέρα είναι θεοί, την άλλη καλούνται να πουλήσουν και τη μεθεπόμενη είναι ξανά άρχοντες των πάντων.
Η τωρινή συνθήκη της πολυϊδιοκτησίας όμως είναι πρωτοφανής και συχνά διόλου διαχειρίσιμη στο μυαλό του οπαδού. Διότι πώς να τον πείσεις ότι ο πρόεδρος ζει και αναπνέει για την ομάδα του, όταν ταυτόχρονα είναι ιδιοκτήτης ενός συλλόγου της Premier League που είτε το θέλουμε είτε όχι βρίσκεται στην κορυφή της ιεραρχίας του ποδοσφαιρικού του γκρουπ; Κάθε φορά που κάτι δεν πάει καλά, ο οπαδός του Ολυμπιακού θα θυμάται τη Νότιγχαμ και θα βρίζει ακόμα και τη μάνα του Ρομπέν των Δασών.
Ειλικρίνεια, το κλειδί απέναντι στην παράνοια και την καχυποψία
Θα μπορούσε η σφιχτή οικονομική πολιτική να σχετίζεται με την εξοικονόμηση πόρων για το νέο Καραϊσκάκη; Ασφαλώς και βεβαίως που έλεγε ένας παλιός μου φίλος. Θα ήταν κακό αυτό; Εννοείται πως όχι. «Μα υποτίθεται ότι τα 250 εκ. που λέγεται ότι θα κοστίσει το νέο γήπεδο θα τα έβαζε από την τσέπη του ο Μαρινάκης» θα πει κάποιος, αν δεν το έχει πει ήδη. Η ΠΑΕ Ολυμπιακός σε ποιον ανήκει ρε παιδιά; Σ’ εμένα;
Αν λοιπόν, ένα σημαντικό μέρος των εσόδων προορίζεται για το νέο γήπεδο, πολύ καλώς συμβαίνει αυτό. Μόνο που θα πρέπει να υπάρξει και η ανάλογη επικοινωνία. Το έχω πει και θα το ξαναπώ: μόνο κέρδος θα έχει ο ίδιος ο Μαρινάκης και ολόκληρη η ΠΑΕ αν επιλέξουν μια ειλικρινή προσέγγιση στο θέμα. Ιδανικά και σε άλλα θέματα, όπως π.χ. στα μεταγραφικά. Γιατί, μεταξύ μας, είναι λιγάκι γραφικό να μην ανακοινώνονται επίσημα τα δεδομένα μιας μεταγραφής και μετά από λίγο καιρό να μην ξέρει κανείς αν ένας παίκτης ήρθε με κανονική μεταγραφή ή δανεικός, αν έχει οψιόν αγοράς ο σύλλογος ή όχι.
Να το πιάσουμε και από την οπτική του καχύποπτου οπαδού που είναι βέβαιος ότι «τον Μαρινάκη τον ενδιαφέρει μόνο η κονόμα». Δεν σχολιάζω καν την αστειότητα του πράγματος, την αποδέχομαι απλώς για χάρη της κουβέντας. Ο Μαρινάκης λοιπόν, που τον ενδιαφέρει μόνο η κονόμα, ετοιμάζεται να φτιάξει ένα γήπεδο με τα λεφτά του (γιατί και τα λεφτά της ΠΑΕ δικά του είναι, εκτός αν έχετε πληροφορίες ότι τα χρωστάει σε κάποιον). Θα δώσει δηλαδή 250 εκ. ευρώ για να κονομήσει. Πώς θα κονομήσει όμως αν η ομάδα έχει τα χάλια της; Άρα, για να πουλήσει σουίτες, μαγαζιά, εισιτήρια και γενικώς «για να κονομήσει» θα πρέπει να προσφέρει ένα θελκτικό προϊόν σε αυτούς που πρόκειται να πληρώσουν. Έστω και από ανάγκη…
Ο Μαρινάκης δεν θέλει να χάνει ούτε στο τάβλι, πόσο μάλλον να βλέπει τον Ολυμπιακό να αποτυγχάνει. Εφόσον αυτό το έχουμε ξεκαθαρίσει, απομένουν τα… διαδικαστικά. Που είναι και τα πιο δύσκολα βεβαίως. Πώς θα αποφευχθούν οι παθογένειες που έφεραν την κατάσταση ως εδώ και κυρίως, ποιοι είναι αυτοί που θα κριθούν ικανοί να βγάλουν το καράβι από την ξέρα; Με ποιον τρόπο θα κυριαρχήσει ξανά η λογική σε έναν οργανισμό που εδώ και κάποια χρόνια δείχνει να μην ξέρει τι (του) φταίει;
Η κατάσταση βρίσκεται πλέον σε οριακό σημείο, πολύ πιο δύσκολο και από εκείνο του 2022. Το απίθανο βέβαια είναι πως μόλις πριν δυο χρόνια και κάτι όλοι ήταν στους δρόμους και πανηγύριζαν την κατάκτηση μιας ευρωπαϊκής κούπας και μέσα σε αυτούς εννοείται ότι ήταν και οι «πούλα – φύγε». Η αγανάκτηση ωστόσο δεν έχει προκύψει από μια συσσώρευση αποτυχιών όπως θα συνέβαινε οπουδήποτε αλλού. Προέρχεται από μια συνεχιζόμενη εμμονή σε λανθασμένες επιλογές/στρατηγικές εκείνη που έχει κάνει έξαλλη την πλειοψηφία του κόσμου.
Ο οπαδός έχει πάντα το ακαταλόγιστο αλλά σε καμία περίπτωση δεν έχει πάντα δίκιο. Εδώ ξεκίνησε μια σχετική μουρμούρα επειδή ο πρωταθλητής Ευρώπης Ολυμπιακός πρόσθεσε στο ρόστερ του τον Εμπάι Εντιάι, ένα πολύ χρήσιμο εργαλείο με ξεκάθαρη μπασκετική λογική. Δεν θα τα άκουγε η ΠΑΕ σε ένα χρονικό σημείο που όλα μοιάζουν να έχουν γίνει θεόστραβα ή έστω τσαπατσούλικα;
Από αυτό το πράγμα που είδαμε στην Ολλανδία, συμπεραίνει κάποιος ότι οι Ερυθρόλευκοι χρειάζονται δεξί μπακ (ένα ακόμη δηλαδή, αφού οι δυο που αποκτήθηκαν δεν έδειχναν εξαρχής επαρκείς για βασικοί), ένα αριστερό μπακ, άλλον έναν «Έσε», δυο βαρβάτα εξτρέμ και τουλάχιστον έναν φορ. Διότι οι τέσσερις έγιναν ένας κι αυτός ο δύστυχος άφησε τα κοκαλάκια του στο χόρτο τρέχοντας δεξιά κι αριστερά για 120 λεπτά. Αυτός που κάποιοι τόλμησαν να τον αποκαλέσουν «χασογκόλη» πέρυσι και δεν επενέβη η Αστυνομία να τους συλλάβει, όπως έγινε τις προάλλες στην Τουρκία επειδή ένας ρεπόρτερ έγραψε για Γαλατά και Μουσιάλα.
Με εξαίρεση τον Ελ Κααμπί, τον Σα που σε ψήνει με την πρώτη του επαφή, τον Έσε και τον Πιρόλα, κανείς από τους υπόλοιπους επτά του αρχικού σχήματος δεν θα χωρούσε σε μια ρεαλιστικά ιδανική ενδεκάδα τη δεδομένη στιγμή. Ο Ντάνι Γκαρθία είναι το πιο σίγουρο στοίχημα για κάρτα πέραν όλων των άλλων, ο Ρέτσος κάθε φορά που έβλεπε την μπάλα την πετούσε στην εξέδρα σαν τσουρουκάς στόπερ των 80s, ο Ροντινέι δεν μπορεί να βιολογικά να σταθεί σε ρόλο μπακ, ενώ κάποια στιγμή θα πρέπει να τελειώσει και το ανέκδοτο με τον Ζέλσον Μαρτίνς.
Δυστυχώς, έτσι όπως είναι αυτή τη στιγμή η κατάσταση δεν υπάρχουν περιθώρια για άλλα στοιχήματα με παίκτες που δεν διαθέτουν δεδομένα τις προδιαγραφές να πρωταγωνιστήσουν και να κάνουν τη διαφορά. Το αν θα τα καταφέρουν τελικά είναι μια άλλη ιστορία. Όπως και να ‘χει, η «ό,τι κάτσει» προσέγγιση χρεοκόπησε. Σε ένα άθλημα που μπορούν να βρεθούν εξαιρετικοί παίκτες από το Πράσινο Ακρωτήρι μέχρι το Καζακστάν, δεν είναι δυνατόν να ακούγονται κάθε τόσο ως «λύσεις» παιδιά από τη Ρίο Άβε, από τα (πρώην ή νυν) αζήτητα της Νότιγχαμ και πάει λέγοντας.
Μάλιστα, δεν χρειάζεται καν να δίνεις πολλά εκατομμύρια για να πάρεις ικανούς παίκτες. Για να τους βρεις όμως, θα πρέπει να έχεις δουλέψει από καιρό. Όταν φτάνεις στο «τσάκω πέντε – έξι παίκτες» τον Αύγουστο λες και παραγγέλνεις μπύρες στην ταβέρνα, είναι ξεκάθαρο πως κάποιοι, πάρα πολλοί μάλλον, δεν έκαναν τη δουλειά τους όπως θα έπρεπε. Ειδικά όταν ξέρεις από την προηγούμενη σεζόν που υστερείς αλλά και όταν έχεις προγραμματίσει το βασικό κομμάτι των πωλήσεών σου πριν καν φύγει ο Μάιος.
Υπάρχει περίπτωση να κάνεις φαινομενικά σωστές επιλογές και παρ’ όλα αυτά να μην έρθουν τα επιθυμητά αποτελέσματα. Σε ένα τέτοιο ενδεχόμενο η μουρμούρα θα ήταν σαφώς μικρότερη: στην τελική, δεν παίζεις μόνος σου. Από αυτό όμως μέχρι τη συστηματική κατάργηση της λογικής, η απόσταση είναι χαώδης. Για να ρίξεις όλες τις ευθύνες αποτυχίας στον εκάστοτε Μεντιλίμπαρ, θα πρέπει να του έχεις δώσει τα εφόδια για να επιτύχει. Αν πάλι, ενώ του έχεις δώσει τα εφόδια τον βλέπεις να παλεύει ξανά με 50-60 σέντρες, τον καλείς στο γραφείο σου και του λες «σενιόρ, εδώ είναι Ολυμπιακός και όχι Αλαβές».
Επαναλαμβάνω ότι η εικόνα προβληματικής ομάδας που έβγαζαν δυο χρόνια οι Ερυθρόλευκοι κόντρα σε Κηφισιές, Καλλιθέες, Αστέρες, Λεβαδειακούς, ΑΕΛ κλπ ήταν ξεκάθαρα ευθύνη Μεντιλίμπαρ. Για το ότι δεν υπήρχαν παίκτες στο ρόστερ που να μπορούν να κάνουν με μια ενέργειά τους τη διαφορά ακόμα και υπό αυτές τις συνθήκες, το βάρος πέφτει στη διοίκηση και σε όσους ήταν υπεύθυνοι για τις μεταγραφές. Το διαζύγιο με τον σενιόρ ήταν επιβεβλημένο από τον Μάιο, αυτό όμως δεν σημαίνει ότι δεν χρειάζονταν γενναίες παρεμβάσεις στο ρόστερ έτσι κι αλλιώς. Όχι μόνο ποσοτικά αλλά και ποιοτικά.
Και τώρα τρέχουμε…
ΥΓ. Κανείς δεν θα θυμάται τον Μεντιλίμπαρ με σκυμμένο κεφάλι. Θα θυμάται όμως οτιδήποτε εμετικό προσπάθησε να τον απαξιώσει, μόνο και μόνο για να μην πει όλη την αλήθεια. Το ότι δεν είναι ο «καλύτερος» προπονητής που πέρασε ποτέ από τον Ολυμπιακό, δεν σημαίνει και ότι δεν είναι εκείνος που σφράγισε τη μεγαλύτερη συλλογική επιτυχία στην ιστορία του ελληνικού ποδοσφαίρου. Άρα και ο πιο επιτυχημένος όλων των εποχών…

