Η νέα διαστημική κούρσα δεν είναι πια θέμα ποιος θα σηκώσει πρώτος τη σημαία στη Σελήνη. Το κρίσιμο στοίχημα πλέον είναι ποιος θα εγκαταστήσει μόνιμες υποδομές και θα ελέγξει τους φυσικούς πόρους του φεγγαριού.
Στο επίκεντρο βρίσκεται ο Νότιος Πόλος της Σελήνης, μια περιοχή που θεωρείται το σημαντικότερο «οικόπεδο» εκτός της Γης. Οι κρατήρες που παραμένουν μόνιμα σκοτεινοί κρύβουν, όπως εκτιμούν οι επιστήμονες, τεράστια αποθέματα παγωμένου νερού.
Το νερό αυτό δεν προορίζεται μόνον για την ανθρώπινη κατανάλωση. Μπορεί να διασπαστεί σε υδρογόνο και οξυγόνο και να παράξει καύσιμα για πυραύλους, αέρα για τους αστροναύτες και, τελικά, τις προϋποθέσεις για μακροχρόνια ανθρώπινη παρουσία στη Σελήνη.
Με απλά λόγια, όποιος ελέγξει αυτή την περιοχή αποκτά ένα τεράστιο στρατηγικό πλεονέκτημα για τις μελλοντικές αποστολές προς τον Άρη και ακόμη βαθύτερα στο Διάστημα.
Η Κίνα δείχνει αποφασιστικότητα και ταχύτητα. Σε μόλις πέντε χρόνια ολοκλήρωσε τον διαστημικό σταθμό Tiangong, έφερε στη Γη τα πρώτα δείγματα εδάφους από τη σκοτεινή πλευρά της Σελήνης — επίτευγμα χωρίς προηγούμενο — και έχει σχέδια να στείλει Κινέζους αστροναύτες στο φεγγάρι έως το 2030.
Το μακροπρόθεσμο όραμα περιλαμβάνει την δημιουργία της International Lunar Research Station (ILRS), μιας μόνιμης βάσης που μπορεί αρχικά να λειτουργήσει ρομποτικά και μέχρι το 2040 να φιλοξενεί ανθρώπους. Τα κινεζικά σχέδια μάλιστα προβλέπουν ακόμα και τροφοδοσία με πυρηνικό αντιδραστήρα, σε συνεργασία με τη Ρωσία.
Από την άλλη, οι Ηνωμένες Πολιτείες απαντούν μέσω του προγράμματος Artemis, το οποίο φιλοδοξεί να επιστρέψει ανθρώπους στη Σελήνη για πρώτη φορά μετά το 1972. Η NASA συνεργάζεται με ιδιωτικές εταιρείες όπως η SpaceX του Έλον Μασκ και η Blue Origin του Τζεφ Μπέζος για την ανάπτυξη νέων σεληνιακών σκαφών, ενώ σχεδιάζει και την εγκατάσταση αμερικανικής βάσης στον νότιο πόλο.
Πολλοί αναλυτές, ωστόσο, θεωρούν ότι σήμερα η Κίνα παρουσιάζει μεγαλύτερη συνέπεια στην υλοποίηση των χρονοδιαγραμμάτων της. Το κινεζικό μοντέλο, βασισμένο στον κεντρικό κρατικό σχεδιασμό και σε απλούστερη αρχιτεκτονική αποστολών, συγκρίνεται με το αμερικανικό πρόγραμμα που έχει γνωρίσει επανειλημμένες καθυστερήσεις και εξαρτάται από πολύπλοκες συνεργασίες με ιδιωτικούς φορείς.
Η αντιπαράθεση όμως δεν περιορίζεται στην τεχνολογία.
Το μεγάλο ζήτημα είναι ποιος θα ορίσει τους κανόνες για τη ζωή και την οικονομική δραστηριότητα στη Σελήνη. Οι Ηνωμένες Πολιτείες προωθούν τις Συμφωνίες Artemis, ένα διεθνές πλαίσιο που έχουν ήδη υπογράψει δεκάδες κράτη και το οποίο επιτρέπει την αξιοποίηση των διαστημικών πόρων υπό συγκεκριμένους κανόνες ασφαλείας. Η Κίνα και η Ρωσία δεν συμμετέχουν στη συμφωνία και αναπτύσσουν το δικό τους μοντέλο συνεργασίας.
Το νομικό πλαίσιο παραμένει εξαιρετικά ασαφές. Η Συνθήκη του Εξωδιαστήματος του 1967 απαγορεύει σε οποιοδήποτε κράτος να διεκδικήσει κυριαρχία στη Σελήνη, αλλά δεν απαντά ξεκάθαρα στο κατά πόσον μια χώρα μπορεί να εκμεταλλευτεί τους φυσικούς πόρους ή να θεσπίσει ζώνες προστασίας γύρω από τις εγκαταστάσεις της.
Αυτό το νομικό κενό προκαλεί ανησυχία μεταξύ ειδικών: οι πρώτες μόνιμες εγκαταστάσεις ενδέχεται να δημιουργήσουν τετελεσμένα πριν υπάρξει διεθνής συμφωνία που θα ρυθμίσει τη χρήση και την εκμετάλλευση.
Παράλληλα, ο ανταγωνισμός αποκτά και ιδεολογικό-συμβολική διάσταση. Ο Κινέζος πρόεδρος Σι Τζινπίνγκ έχει χαρακτηρίσει την ανάδειξη της Κίνας σε διαστημική υπερδύναμη ««διαχρονικό όνειρο του κινεζικού έθνους»», ενώ στις Ηνωμένες Πολιτείες αξιωματούχοι προειδοποιούν ότι η Ουάσιγκτον δεν πρέπει να αφήσει το Πεκίνο να αποκτήσει στρατηγικό προβάδισμα πέρα από τη Γη.
Για πρώτη φορά μετά την εποχή του Ψυχρού Πολέμου, η Σελήνη ξαναγίνεται πεδίο παγκόσμιου ανταγωνισμού. Η διαφορά σε σχέση με το παρελθόν είναι ότι τώρα στόχος δεν είναι μια συμβολική κατάκτηση, αλλά η δημιουργία μόνιμων υποδομών, η εκμετάλλευση πολύτιμων πόρων και η εξασφάλιση θέσης στην αναδυόμενη οικονομία του Διαστήματος.
Η νέα κούρσα έχει ήδη ξεκινήσει — και, όπως όλα δείχνουν, νικητής δεν θα είναι αυτός που φτάνει πρώτος, αλλά αυτός που θα καταφέρει να μείνει εκεί.

