Υπάρχουν ποδοσφαιριστές που κατακτούν τίτλους και υπάρχουν εκείνοι που αλλάζουν τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε το ίδιο το παιχνίδι. Ο Φράνκο Μπαρέζι ανήκε στη δεύτερη, σπάνια κατηγορία.
Ο θάνατός του σε ηλικία 66 ετών βύθισε στο πένθος το ιταλικό και το παγκόσμιο ποδόσφαιρο. Ο άνθρωπος που υπηρέτησε τους «ροσονέρι» σε ολόκληρη την επαγγελματική του καριέρα δεν υπήρξε απλώς ένας σπουδαίος αμυντικός. Υπήρξε η συνείδηση, η μνήμη και για δεκαετίες το ίδιο το πρόσωπο της Μίλαν.
Η δύσκολη παιδική ηλικία και η απόρριψη που άλλαξε την ιστορία
Ο Φρανκίνο Μπαρέζι γεννήθηκε στις 8 Μαΐου 1960 στο Τραβαλιάτο, μια μικρή πόλη στην επαρχία της Μπρέσια. Μεγάλωσε σε αγροτική οικογένεια, μακριά από τη λάμψη των μεγάλων γηπέδων, μαζί με τα αδέλφια του. Έχασε τους γονείς του σε μικρή ηλικία και αναγκάστηκε να ωριμάσει πολύ γρηγορότερα από τα παιδιά της γενιάς του.
Στην αυτοβιογραφία και στις συνεντεύξεις του περιέγραφε ένα ντροπαλό και λιγομίλητο παιδί που έβρισκε στο ποδόσφαιρο ελευθερία και ασφάλεια. Δεν είχε το επιβλητικό παράστημα που αναζητούσαν συνήθως οι ομάδες σε έναν αμυντικό. Ήταν μόλις 1,76 μ., λεπτός και φαινομενικά εύθραυστος. Ακριβώς γι’ αυτό η Ίντερ, στην οποία δοκιμάστηκε μαζί με τον μεγαλύτερο αδελφό του Τζουζέπε, επέλεξε τον αδελφό του και απέρριψε εκείνον.
Η απόφαση θα αποδεικνυόταν μία από τις ιστορικότερες λανθασμένες εκτιμήσεις του ιταλικού ποδοσφαίρου. Η Μίλαν είδε σε εκείνον κάτι που οι γείτονες δεν είχαν διακρίνει: ταχύτητα σκέψης, προσωπικότητα, τεχνική και μια σχεδόν ενστικτώδη ικανότητα να προβλέπει τη φάση πριν ακόμη δημιουργηθεί. Οι δύο αδελφοί έμελλε αργότερα να γίνουν αρχηγοί των δύο μεγάλων ομάδων του Μιλάνου και να ανταλλάσσουν λάβαρα στα ντέρμπι της πόλης.
Η Μίλαν έγινε η οικογένειά του
Ο Μπαρέζι εντάχθηκε στις ακαδημίες της Μίλαν ως έφηβος και έκανε το ντεμπούτο του στη Serie A τον Απρίλιο του 1978, σε ηλικία 17 ετών. Μόλις την επόμενη σεζόν έγινε βασικός και πανηγύρισε το πρώτο του πρωτάθλημα, το περίφημο Scudetto della Stella, το δέκατο στην ιστορία του συλλόγου.
Η σχέση του με τη Μίλαν, όμως, δεν δοκιμάστηκε στις ημέρες της δόξας. Δοκιμάστηκε όταν ο σύλλογος βρέθηκε στα σκοτάδια. Μετά το σκάνδαλο Totonero, η Μίλαν υποβιβάστηκε στη Serie B το 1980. Επέστρεψε, υποβιβάστηκε ξανά αγωνιστικά το 1982 και βρέθηκε σε μία από τις πιο ταπεινωτικές περιόδους της ιστορίας της.
Ο Μπαρέζι θα μπορούσε να φύγει. Μεγάλες ομάδες τον ήθελαν και ο ίδιος είχε ήδη αρχίσει να αναγνωρίζεται ως ένας από τους καλύτερους αμυντικούς της χώρας. Τελικά έμεινε. Η αφοσίωσή του δεν ήταν ένα επικοινωνιακό σύνθημα. Ήταν μια επιλογή που έγινε όταν η φανέλα δεν πρόσφερε δόξα, αλλά βάρος και ευθύνη.
Το 1982, σε ηλικία μόλις 22 ετών, πήρε το περιβραχιόνιο του αρχηγού. Θα το κρατούσε για δεκαπέντε χρόνια, οδηγώντας την ομάδα από τη Serie B στην κορυφή του κόσμου.
Ο «μικρός» που έγινε γίγαντας και δίδαξε στον κόσμο την τέχνη της άμυνας
Ο Μπαρέζι δεν ήταν απλώς λίμπερο. Ήταν ο παίκτης που επαναπροσδιόρισε τη θέση. Δεν περίμενε τον αντίπαλο μέσα στην περιοχή. Προχωρούσε, διάβαζε την πάσα, έκλεινε τον χώρο και έπαιρνε την μπάλα πριν η επίθεση αποκτήσει μορφή. Μπορούσε να μαρκάρει, να οργανώσει, να μεταφέρει το παιχνίδι και να ξεκινήσει την επίθεση με την ίδια καθαρότητα που ένας κορυφαίος μέσος θα έδινε την πρώτη πάσα.
Ο ίδιος πίστευε ότι η άμυνα ήταν πρωτίστως υπόθεση ευφυΐας. Το μυστικό δεν ήταν να τρέχεις περισσότερο από τον επιθετικό, αλλά να καταλαβαίνεις νωρίτερα από εκείνον πού θα κινηθεί. Η ταχύτητά του δεν μετριόταν μόνο σε μέτρα. Μετριόταν σε σκέψη. Το σηκωμένο χέρι του προς τον επόπτη έγινε μία από τις χαρακτηριστικότερες εικόνες του ευρωπαϊκού ποδοσφαίρου. Ήταν το σήμα για την παγίδα του οφσάιντ, η οποία απαιτούσε απόλυτη ακρίβεια και τυφλή εμπιστοσύνη ανάμεσα στους αμυντικούς.
Δίπλα στους Μάουρο Τασότι, Αλεσάντρο Κοστακούρτα και Πάολο Μαλντίνι, δημιούργησε μια αμυντική γραμμή που θεωρείται μέχρι σήμερα μία από τις κορυφαίες όλων των εποχών. Δεν ήταν τέσσερις παίκτες που αμύνονταν ανεξάρτητα. Ήταν ένας ενιαίος μηχανισμός, με τον Μπαρέζι να καθορίζει το ύψος, τον ρυθμό και την κίνηση.
Ο λιγομίλητος αρχηγός δεν χρειαζόταν θεαματικές κινήσεις για να επιβληθεί. Έκανε το δύσκολο να μοιάζει απλό και την τέλεια άμυνα να μοιάζει σχεδόν αβίαστη.
Ο Σάκι, η επανάσταση και η καλύτερη Μίλαν όλων των εποχών
Η άφιξη του Σίλβιο Μπερλουσκόνι το 1986 άλλαξε τις φιλοδοξίες του συλλόγου. Έναν χρόνο αργότερα ήρθε ο Αρίγκο Σάκι, ένας προπονητής που ήθελε να μετατρέψει το ποδόσφαιρο σε μια συντονισμένη, επιθετική και ασφυκτική συλλογική κίνηση. Η σχέση τους δεν ήταν αμέσως εύκολη. Ο Σάκι απαιτούσε καθημερινές επαναλήψεις, αυστηρή τακτική πειθαρχία και μια αμυντική γραμμή που θα έπαιζε πολύ ψηλά.
Ο Μπαρέζι, ήδη καθιερωμένος αρχηγός, έπρεπε να προσαρμοστεί σε μια νέα επανάσταση. Χρόνια αργότερα αναγνώρισε ότι ο Σάκι ήταν ο άνθρωπος που τον ολοκλήρωσε και τον βελτίωσε. Υπό την καθοδήγησή του, η Μίλαν κατέκτησε το πρωτάθλημα του 1988 και δύο συνεχόμενα Κύπελλα Πρωταθλητριών, το 1989 και το 1990.
Με τους Ολλανδούς Ρουντ Γκούλιτ, Μάρκο Φαν Μπάστεν και Φρανκ Ράικαρντ στην επίθεση και τον Μπαρέζι να διοικεί την άμυνα, οι «ροσονέρι» δημιούργησαν μια ομάδα που άλλαξε την ιστορία του ευρωπαϊκού ποδοσφαίρου. Η διαδοχή συνεχίστηκε με τον Φάμπιο Καπέλο. Η Μίλαν έμεινε αήττητη επί 58 αγώνες πρωταθλήματος και κυριάρχησε στην Ιταλία, ενώ το 1994 διέλυσε με 4-0 την Μπαρτσελόνα του Γιόχαν Κρόιφ στον τελικό της Αθήνας.
Ο Μπαρέζι δεν αγωνίστηκε σε εκείνον τον τελικό λόγω τιμωρίας, όπως και ο Κοστακούρτα, όμως είχε υπάρξει ο αρχιτέκτονας ολόκληρης της πορείας. Συνολικά κατέκτησε έξι πρωταθλήματα Ιταλίας, τρία Κύπελλα Πρωταθλητριών, δύο Διηπειρωτικά Κύπελλα, τρία ευρωπαϊκά Super Cup και τέσσερα ιταλικά Super Cup. Ολοκλήρωσε την καριέρα του με 719 επίσημες συμμετοχές για τη Μίλαν.
Οι κορυφαίες στιγμές του Φράνκο Μπαρέζι (video)
Η Εθνική Ιταλίας και το παράδοξο του 1982
Ο Μπαρέζι ήταν μέλος της Εθνικής Ιταλίας που κατέκτησε το Παγκόσμιο Κύπελλο του 1982 στην Ισπανία, χωρίς όμως να χρησιμοποιηθεί ούτε λεπτό από τον Έντσο Μπεαρζότ. Η προτίμηση του ομοσπονδιακού τεχνικού στον Γκαετάνο Σιρέα για τη θέση του λίμπερο καθυστέρησε την καθιέρωσή του στους «ατζούρι».
Αργότερα έγινε ο αδιαμφισβήτητος ηγέτης της εθνικής άμυνας. Αγωνίστηκε στο Μουντιάλ του 1990, στο οποίο η Ιταλία τερμάτισε τρίτη, και φόρεσε το περιβραχιόνιο στο Παγκόσμιο Κύπελλο του 1994 στις Ηνωμένες Πολιτείες.
Συνολικά κατέγραψε 81 συμμετοχές με την Εθνική Ιταλίας.
Το θαύμα του 1994 και τα δάκρυα στην Πασαντίνα
Η πιο ανθρώπινη εικόνα της καριέρας του δεν ήταν μια απονομή. Ήταν τα δάκρυα μετά από ένα χαμένο πέναλτι. Στο δεύτερο παιχνίδι της Ιταλίας στο Μουντιάλ του 1994, ο Μπαρέζι τραυματίστηκε σοβαρά στο γόνατο και υποβλήθηκε σε επέμβαση μηνίσκου. Οι περισσότεροι θεωρούσαν ότι το τουρνουά είχε τελειώσει γι’ αυτόν.
Εκείνος επέστρεψε μόλις 25 ημέρες αργότερα, απευθείας για τον τελικό εναντίον της Βραζιλίας. Παρά την απουσία του για σχεδόν έναν μήνα, πραγματοποίησε μία από τις σπουδαιότερες αμυντικές εμφανίσεις της καριέρας του, περιορίζοντας τον Ρομάριο και τον Μπεμπέτο επί 120 λεπτά.
Στη διαδικασία των πέναλτι, ο αρχηγός εκτέλεσε πρώτος για την Ιταλία και έστειλε την μπάλα πάνω από το δοκάρι. Όταν ο Ρομπέρτο Μπάτζιο αστόχησε στο τελευταίο πέναλτι, ο Μπαρέζι κατέρρευσε. Η τηλεοπτική εικόνα του να κλαίει με το πρόσωπο κρυμμένο στα χέρια του έγινε σύμβολο όχι αποτυχίας, αλλά της απόλυτης συναισθηματικής επένδυσης ενός αθλητή. Το χαμένο πέναλτι δεν μπορούσε να ακυρώσει την υπερβατική επιστροφή του ούτε την παράσταση που είχε δώσει στον τελικό.
Ο αρχηγός που δεν φώναζε
Ο Μπαρέζι δεν ήταν ο στερεοτυπικός αρχηγός που έδινε θεατρικούς λόγους στα αποδυτήρια. Ήταν εσωστρεφής, συγκρατημένος και συχνά ντροπαλός. Η εξουσία του προερχόταν από το παράδειγμα. Έπαιζε τραυματίας, δεν κρυβόταν στις ήττες, προστάτευε τους συμπαίκτες του και απαιτούσε πρώτα από τον εαυτό του. Πίστευε ότι η αγωνιστική ποιότητα χωρίς ταπεινότητα, χαρακτήρα και ομαδικό πνεύμα δεν αρκούσε.
Ακόμη και όταν αναφερόταν στους μεγαλύτερους αντιπάλους του, όπως ο Ντιέγκο Μαραντόνα, ο Μισέλ Πλατινί και ο Ζίκο, δεν προσποιούνταν ότι δεν ένιωθε φόβο. Είχε παραδεχθεί ότι πριν από τέτοιους αγώνες δεν κοιμόταν εύκολα. Η γενναιότητά του δεν ήταν απουσία άγχους. Ήταν η δυνατότητα να το ελέγχει όταν άρχιζε ο αγώνας.
Το τέλος της καριέρας του Μπαρέζι και η αιώνια φανέλα με το «6»
Ο Φράνκο Μπαρέζι αποχώρησε από την ενεργό δράση το 1997, έπειτα από είκοσι χρόνια στην πρώτη ομάδα της Μίλαν. Ο σύλλογος απέσυρε τη φανέλα με το νούμερο 6, μια τιμή που μέχρι τότε δεν είχε απονεμηθεί σε άλλον ποδοσφαιριστή της ομάδας. Δεν επρόκειτο απλώς για αναγνώριση των τίτλων του. Ήταν η παραδοχή ότι ο αριθμός είχε ταυτιστεί με έναν άνθρωπο σε τέτοιο βαθμό, ώστε κανείς άλλος δεν μπορούσε να τον φορέσει χωρίς να κουβαλά ένα αδύνατο βάρος.
Παρέμεινε κοντά στη Μίλαν ως προπονητής στις ακαδημίες, πρεσβευτής και αργότερα επίτιμος αντιπρόεδρος. Ταξίδεψε σε ολόκληρο τον κόσμο εκπροσωπώντας τον σύλλογο, αλλά μιλούσε πάντοτε για τη Μίλαν σαν να ήταν ακόμη ο έφηβος που περνούσε για πρώτη φορά την πύλη του προπονητικού κέντρου.
Περισσότερο από ένας αμυντικός
Ο Φράνκο Μπαρέζι άφησε μια παρακαταθήκη που δεν χωρά σε αριθμούς. Απέδειξε ότι ένας κεντρικός αμυντικός δεν χρειαζόταν να είναι πανύψηλος για να κυριαρχήσει. Ότι η πρόβλεψη μπορούσε να νικήσει τη δύναμη. Ότι η άμυνα μπορούσε να είναι δημιουργία και όχι απλή καταστροφή του παιχνιδιού. Ότι ένας αρχηγός μπορούσε να ηγείται χωρίς να φωνάζει.
Κυρίως, απέδειξε ότι η πίστη σε έναν σύλλογο αποκτά αξία όταν επιβιώνει στις δύσκολες εποχές. Δεν έμεινε στη Μίλαν μόνο όταν σήκωνε ευρωπαϊκά τρόπαια. Έμεινε όταν η ομάδα έπαιζε στη δεύτερη κατηγορία, όταν το μέλλον ήταν αβέβαιο και όταν η φανέλα απαιτούσε θυσία χωρίς καμία εγγύηση ανταμοιβής. Γι’ αυτό ο Μπαρέζι δεν ήταν απλώς ο αρχηγός μιας μεγάλης ομάδας. Ήταν η γέφυρα που συνέδεσε τη Μίλαν της παρακμής με τη Μίλαν που κατέκτησε τον κόσμο.
Ο «Piscinin» (ο μικρούλης στα μιλανέζικα, προσωνύμιο που του κόλλησε ο μασέρ της Μίλαν, Πάολο Μαρικόντι), ο μικρόσωμος και ντροπαλός νεαρός από το Τραβαλιάτο, έφυγε ως ένας από τους μεγαλύτερους γίγαντες που γνώρισε ποτέ το ποδόσφαιρο. Και το «6» στην πλάτη του θα παραμένει για πάντα ακίνητο, εκεί όπου το τοποθέτησε η ιστορία.

