Με «κόφτες» που, σύμφωνα με εκπροσώπους συνταξιουχικών οργανώσεων και επαγγελματικών φορέων, αποκλείουν και αποθαρρύνουν χιλιάδες οφειλέτες, τέθηκε σε εφαρμογή η νέα ρύθμιση για τις 72 δόσεις των οφειλών προς τον ΕΦΚΑ και το ΚΕΑΟ, ενώ παράλληλα ψηφίστηκε το νέο καθεστώς για τις συντάξεις χηρείας που προκαλεί αντιδράσεις.
Η ηλεκτρονική πλατφόρμα για τη ρύθμιση των 72 δόσεων άνοιξε και θα παραμείνει ανοιχτή μέχρι τις 31 Δεκεμβρίου 2026, αλλά οι όροι ένταξης δημιουργούν σημαντικά εμπόδια: για να υπαχθεί μια οφειλή, αυτή πρέπει να έχει δημιουργηθεί έως τις 31 Δεκεμβρίου 2023 και να βρίσκεται εκτός προηγούμενων ρυθμίσεων μέχρι την ημέρα υποβολής της αίτησης. Αυτό σημαίνει ότι όσοι έχουν ήδη εντάξει τα ίδια χρέη στην πάγια ρύθμιση των 24 δόσεων δεν μπορούν να τα μεταφέρουν στη νέα ρύθμιση των 72 δόσεων.
Επιπλέον, κατά την υποβολή της αίτησης δεν επιτρέπεται να υπάρχουν ληξιπρόθεσμα και αρρύθμιστα χρέη από την 1η Ιανουαρίου 2024 και μετά: εάν υπάρχουν τέτοια χρέη, ο οφειλέτης οφείλει να τα εντάξει παράλληλα στην πάγια ρύθμιση, διαφορετικά η αίτηση απορρίπτεται. Για τους λόγους αυτούς, επαγγελματικοί φορείς ζητούν την άμεση επαναφορά των 120 δόσεων, συνδυαστικά με «κούρεμα» τμήματος της κύριας οφειλής και των προσαυξήσεων.
Στο άλλο μέτωπο, οι αλλαγές στις συντάξεις χηρείας που προώθησε το υπουργείο Εργασίας δέχονται έντονες ενστάσεις. Το νέο πλαίσιο διαχωρίζει τους θανόντες σε αυτούς που απεβίωσαν πριν και μετά τις 13/5/2016, με αποτέλεσμα, όπως καταγγέλλουν οι οργανώσεις, να δημιουργούνται συνταξιούχοι δύο ταχυτήτων και να μένουν εκτός ρύθμισης δεκάδες χιλιάδες περιπτώσεις.
Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις των συνταξιουχικών οργανώσεων, περίπου 100.000 δικαιούχοι χηρείας εξ ιδίου δικαιώματος δεν ωφελούνται από τη ρύθμιση, καθώς ο θάνατος του/της συζύγου τους επήλθε πριν από τις 13/5/2016. Αντίθετα, η παρέμβαση αφορά μόνο περίπου 8.500 συνταξιούχους (Δημόσιου και ΟΓΑ) στους οποίους είχε εφαρμοστεί η περικοπή της σύνταξης του θανόντος στο 35% του αρχικού ποσού: σε αυτούς η παροχή ανεβαίνει πλέον στο 70%.
Το εύρος της παρέμβασης κρίνεται περιορισμένο και από το ίδιο το κόστος της, που εκτιμάται σε 48,4 εκατομμύρια ευρώ τον χρόνο. Επιπλέον, δεν υπάρχει ανάλογη μέριμνα για τους συνταξιούχους του πρώην ΟΓΑ, ούτε για τις επικουρικές συντάξεις: με την πάροδο της τριετίας από τον θάνατο του/της συζύγου περικόπτονται οι επικουρικές και, σύμφωνα με το Δίκτυο, οι περιπτώσεις αυτές υπερβαίνουν τις 120.000.
Μια ακόμη σημαντική εκκρεμότητα είναι ότι δεν αναγνωρίζεται το δικαίωμα επιστροφής των ποσών που περικόπηκαν μετά τη συμπλήρωση της τριετίας από τον θάνατο του/της συζύγου. Αναγνωρίζεται μόνο η αναπροσαρμογή από το 35% στο 70% της σύνταξης του εκλιπόντος, χωρίς αναδρομικά για περίπου 8.500 δικαιούχους που είχαν υποστεί την περικοπή, με κίνδυνο να ανοίξουν νέες, μακροχρόνιες δικαστικές διαμάχες.
Υπενθυμίζεται ότι 8.469 δικαιούχοι σύνταξης χηρείας υπέστησαν περικοπές από το 2020 έως το 2026, εξαιτίας της εφαρμογής της διάταξης που είχε ενσωματωθεί στον «νόμο Κατρούγκαλου» (ν. 4387/16): ως αποτέλεσμα, οι δικαιούχοι από τον δημόσιο τομέα λάμβαναν σύνταξη χηρείας στο 35% της παροχής του/της συζύγου, ενώ οι δικαιούχοι από τον ιδιωτικό τομέα λάμβαναν το 70%.
Στο μεταξύ, συνταξιουχικές οργανώσεις και επαγγελματικοί φορείς διατηρούν τις ενστάσεις τους και ζητούν αναθεώρηση των νέων ρυθμίσεων, τόσο για την επέκταση του πεδίου εφαρμογής των αλλαγών στις συντάξεις χηρείας όσο και για την επανέναρξη ευνοϊκότερων ρυθμίσεων για τα χρέη προς τον ΕΦΚΑ και το ΚΕΑΟ.

