Παρά τη μείωση στον αριθμό των καταγεγραμμένων παρατυπιών στη διαχείριση των ευρωπαϊκών κονδυλίων για το 2025, το οικονομικό τους αποτύπωμα αυξήθηκε σημαντικά, σύμφωνα με την ετήσια έκθεση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για τη χρηματοοικονομική διαχείριση.
Οι αρμόδιες αρχές κατέγραψαν 13.010 παρατυπίες, αριθμός μειωμένος κατά 7,6% σε σχέση με το προηγούμενο έτος, ωστόσο το συνολικό κόστος ανέβηκε στα 2,1 δισεκατομμύρια ευρώ —άνοδος 12,8% ετησίως—, έναντι του κόστους που είχε καταγραφεί το 2024.
Πιο ειδικά, οι υποθέσεις που χαρακτηρίζονται ως εσκεμμένη απάτη παρουσίασαν αισθητή υποχώρηση: μειώθηκαν στις 986 από 1.456 το 2024, καλύπτοντας το 7,6% του συνόλου των παρατυπιών. Στον οικονομικό αντίκτυπο, οι δόλιες παρατυπίες περιορίστηκαν στα 274,3 εκατομμύρια ευρώ, σημειώνοντας πτώση 49%.
Η Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Καταπολέμησης της Απάτης (OLAF) επισημαίνει ότι οι πιο συνηθισμένες μορφές απάτης αφορούν την πλαστογράφηση παραστατικών και τιμολογίων, την ψευδή δήλωση αξιών και τη μη πλήρωση των κριτηρίων επιλεξιμότητας. Αντίθετα, οι μη δόλιες παρατυπίες σχετίζονται κυρίως με εσφαλμένες τελωνειακές δηλώσεις και παραβάσεις διαδικασιών σε δημόσιους διαγωνισμούς της Πολιτικής Συνοχής.
Στο πλαίσιο των μέτρων πρόληψης, η ευρωπαϊκή ηγεσία δίνει έμφαση στον έγκαιρο εντοπισμό ύποπτων κινήσεων πριν την εκταμίευση των πόρων. Όπως τόνισε ο Ευρωπαίος Επίτροπος Προϋπολογισμού, Πιοτρ Σεραφίν, «κάθε ευρώ που χάνεται λόγω απάτης είναι ένα ευρώ που εκλάπη από τους Ευρωπαίους φορολογούμενους», υπογραμμίζοντας ότι ο μηχανισμός πρόληψης έχει αποτρέψει τη διασπάθιση άνω των 658 εκατομμυρίων ευρώ την τελευταία δεκαετία.
Παρά τις προσπάθειες πρόληψης, η έκθεση αναδεικνύει θεσμικές αδυναμίες: η μεγάλη διάρκεια και η πολυπλοκότητα των ερευνών καθυστερούν την απόδοση ευθυνών και την ανάκτηση κονδυλίων. Η OLAF επισημαίνει την ανάγκη για ταχύτερη ανταλλαγή πληροφοριών και στενότερη συνεργασία μεταξύ διοικητικών, ελεγκτικών και δικαστικών αρχών των κρατών-μελών, ειδικά όταν οι υποθέσεις προχωρούν στη δικαιοσύνη.
Η ενίσχυση αυτών των μηχανισμών κρίνεται κρίσιμη, δεδομένου ότι, πέρα από τον τακτικό προϋπολογισμό της ΕΕ για το 2025, διακινούνται παράλληλα και οι τελευταίοι πόροι από το Ταμείο Ανάκαμψης, καθιστώντας την αποτελεσματική διαχείριση και προστασία των κονδυλίων πιο επιτακτική από ποτέ.

