Ο ηλικιωμένος αρχιτέκτονας ανεβαίνει στον λόφο, σταματά δίπλα στον ανεμόμυλο του Γερώνυμου και κοιτάζει την άλλη Χώρα· αυτή που τον πρωτογνώρισε πριν από δεκαετίες και τώρα του μοιάζει ξένη. Το φεγγάρι ρίχνει ένα ψυχρό γαλάζιο πάνω στους λείους, σοβατισμένους τοίχους και τα λίγα αναμμένα φώτα κάνουν το σύνολο να μοιάζει με σκηνικό εγκατάλειψης: «Κτίσματα και άλλα κτίσματα και άλλα κτίσματα», σκέφτεται καθώς η θέα φτάνει από τον Ορνό ως τον Τούρλο — όπου κάποτε υπήρχαν ξερολιθιές και καλλιέργειες, τώρα υπάρχουν μόνο λευκά κουτιά.
Στα χείλη του παραμένει η οργή μιας ανώνυμης παρατήρησης που είχε γράψει: «1,50… 1,00… 1,50… 1,10. Δεν είναι δυνατόν! Για να το ξαναδώ. 1,50… 1,00… 1,50… 1,09». Η φράση αυτή, με την επαναληπτική της μέτρηση, μοιάζει να του υπηρετεί σαν τραχύ ημερολόγιο ενός κόσμου που έχασε τον ρυθμό και τη μέτρηση· σαν ύστατη προσπάθεια κατανόησης του αλαλούμ που αντικρίζει.
Κατεβαίνει προς το κέντρο της Χώρας. Φοράει το κασκέτο, περνάει το σακίδιο στον ώμο και διασχίζει την Αγίου Ευθυμίου — μια σκοτεινή, ήσυχη οδό που οδηγεί στη Μητροπόλεως. Οι κρεμαστές πινακίδες των κλειστών μαγαζιών παραμένουν να κουνιούνται στον αέρα, παράγοντας τριγμούς, ενώ οι γραφικές λέξεις «Ρούχα, αναμνηστικά, καφέ, φαρμακείο, ταβέρνα, παγωτά, καφέ, μπαρ, κεραμικά, καφέ, καφέ…» αποκτούν πλέον έναν μονότονο ρυθμό, επανάληψη μιας τουριστικής γραφιστικής κοινοτοπίας.
Το κτίριο του δημοτικού σχολείου στη Λάκκα —μια εικόνα που κάποτε του προκαλούσε παιδικές μνήμες— τώρα του φαντάζει ξένη. Τα αναμνήματα των παιδιών στην αυλή του φαντάζουν φευγαλέα και αμήχανα. Το δημόσιο περίβλημα έχει αντικατασταθεί από πρισματικά μπετονένια μπλοκ και ασφάλτινες επιφάνειες που προσπαθούν να θυμίσουν χώρο συνάντησης χωρίς επιτυχία.
Στα δεξιά του ο τελευταίος ανεμόμυλος έχει γίνει ενοικιαζόμενη βίλα για τουρίστες. Περνάει γρήγορα από το ιερό της Ζωοδόχου Πηγής — «Τουλάχιστον μας θυμίζουν ότι υπάρχει και κάτι που λέγεται πίστη», σκέφτεται, εκπλήσσεται με την ίδια του την σκέψη και παραδέχεται πικρά: «Φαντάσου, να το λέω αυτό εγώ, που έχω πάψει να πιστεύω σε θεούς κι ανθρώπους…».
Η θάλασσα δεν μένει έξω από τις σκέψεις του. Στο βάθος ένα φως πλησιάζει γρήγορα την αμμουδιά της Αλευκάντρας ενώ ο βόμβος μιας εξωλέμβιας ανεβαίνει. Κοιτάζει το ρολόι: «Είναι σχεδόν 10, η ώρα που είχαμε συμφωνήσει». Ο βαρκάρης, ο Σταύρος, τους περιμένει. Μια σύντομη ανταλλαγή λόγων γίνεται πρακτική υπόθεση: «– Ο κύριος Αρης; — Εγώ είμαι. Κι εσύ είσαι ο Σταύρος. — Σωστά. Αυτό το σακίδιο έχεις; — Ναι, μια νύχτα θα μείνω μόνο. — Εντάξει. Ελπίζω να πήρες κάτι για να σκεπαστείς. Μην βλέπεις τώρα. Το ξημέρωμα θα έχει αρκετό κρύο. — Το ‘χω φροντίσει κι αυτό.»
Μπαίνουν στο φουσκωτό και παίρνουν πορεία νότια-νοτιοδυτικά. Περνάνε δίπλα από τη βραχονησίδα του Μπάου με το εκκλησάκι του Αγίου Γεωργίου και η λουσμένη στο σεληνόφως Δήλος αρχίζει να ξεπροβάλλει στον ορίζοντα — οι αρχαίοι λευκοί κίονες σαν αυτοφωτα σημάδια πάνω στο σκοτεινό φόντο.
Καθώς το τοπίο πλησιάζει, ο αρχιτέκτονας κλείνει τα μάτια και αφήνει να ανέβει ένα παλιό όνειρο: «Εχω μεταφερθεί στο μακρινό παρελθόν, ίσως στην αρχαϊκή εποχή, και βρίσκομαι στη Δήλο… – η μέρα είναι ζεστή, λαμπρή, εκτυφλωτική, σχεδόν καμία σκιά δεν πέφτει στο έδαφος. Γύρω μου τρεις πανέμορφες κόρες, σαν αυτές του Μουσείου της Ακρόπολης, με αγγίζουν και μου χαμογελούν αινιγματικά… Ξαφνικά νιώθω τα φτερά μου να ανοίγουν, τα δοκιμάζω πως μαστιγώνουν τον αέρα… και ξανά, – δύο και τρεις φορές – σηκώνομαι στον αέρα. Πετάω πάνω από τη θάλασσα, περιστρέφομαι, εφορμώ προς τα κάτω, ανυψώνομαι και κυκλώνω τον λόφο… Από μακριά βλέπω μια μορφή να στέκεται μπροστά από το ιερό του Απόλλωνα. Νομίζω ότι είναι ο ίδιος ο θεός… Προσγειώνομαι νότια της ιερής λίμνης. Οι λαξευμένοι λίθοι μοιάζουν να μου μιλάνε… Σκύβω και αγγίζω το χώμα… Ενα κροκοδειλάκι πετάγεται μέσα από την αστοιβή… Κοντοστέκεται και με κοιτάζει στα μάτια. Το κοιτάζω κι εγώ».
Η νύχτα, η θάλασσα και οι σκιές της Δήλου επιστρέφουν τον ίδιο στον εαυτό του: έναν άνθρωπο που μένει να μελετά και να διαμαρτύρεται, αλλά και να αναγνωρίζει ό,τι απέμεινε ως ανάμνηση μιας άλλης, πιο αυθεντικής αρχιτεκτονικής γλώσσας. Ο περίπατος και η μικρή βαρκάδα γίνονται, στο τέλος, μια σύντομη καταγραφή του παρόντος — της απώλειας του μέτρου, της πληθυντικής επανάληψης της αισθητικής αλλοίωσης και, ταυτόχρονα, της επίμονης ανάγκης για σημείο αναφοράς.
Ο Κώστας Τσιαμπάος είναι αρχιτέκτονας, αναπληρωτής καθηγητής στη Σχολή Αρχιτεκτονικής του ΕΜΠ

