Πενήντα πέντε χρόνια μετά το κλείσιμό της, οι αίθουσες της Ιεράς Θεολογικής Σχολής της Χάλκης παραμένουν άδειες· το κτίριο εξακολουθεί να δεσπόζει στον Λόφο της Ελπίδας, η βιβλιοθήκη διαφυλάσσει μια πολύτιμη πνευματική κληρονομιά και η ιστορική μνήμη της Σχολής κρατιέται ζωντανή. Αυτό που λείπει, ωστόσο, είναι η καθημερινή ζωή για την οποία ιδρύθηκε: η διδασκαλία, η έρευνα και η προετοιμασία των μελλοντικών στελεχών της Ορθοδοξίας.
Σε αυτό το πλαίσιο, κάθε θετική πρωτοβουλία της Αγκυρας θα είχε μεγάλο συμβολισμό και διεθνή απήχηση. Παρά το ψυχρό κλίμα στις ελληνοτουρκικές σχέσεις, δεν μπορεί να αποκλειστεί ότι ο πρόεδρος Ερντογάν θα επιλέξει να προχωρήσει στην επαναλειτουργία της Χάλκης — κάτι που ήδη, πριν από τη Σύνοδο του ΝΑΤΟ, είχε διαρρεύσει ως ενδεχόμενο από τουρκικά κυβερνητικά σχήματα. Μια τέτοια κίνηση θα γινόταν δεκτή με ικανοποίηση από το Οικουμενικό Πατριαρχείο, τον ορθόδοξο κόσμο, την Ευρώπη, τις ΗΠΑ και τη διεθνή κοινότητα, ενώ θα συνέβαλε στην εικόνα μιας Τουρκίας που αγκαλιάζει την ιστορική και θρησκευτική της πολυμορφία.
Ο συμβολισμός, ωστόσο, δεν αρκεί. Το πραγματικό ερώτημα δεν είναι αν θα ανοίξουν απλώς οι πύλες για μια τελετή με επίσημες φωτογραφίες, αλλά τι θα συμβεί την επόμενη μέρα. Θα έχει η Χάλκη την ελευθερία να ορίζει τους δικούς της καθηγητές; Θα συμμετέχει ουσιαστικά στη διαμόρφωση του προγράμματος σπουδών; Αυτά δεν είναι λεπτομέρειες· είναι ο πυρήνας της επαναλειτουργίας.
Πρέπει να ξεκαθαριστεί επίσης ποιος θα έχει πρόσβαση στη Σχολή. Θα δέχεται φοιτητές από την Τουρκία, την Ελλάδα, τα Βαλκάνια και τον υπόλοιπο ορθόδοξο κόσμο; Η δυνατότητα αυτή είναι κρίσιμη για την εκπαιδευτική αποστολή της και για τον ρόλο της ως θεολογικού κέντρου διεθνούς ακτινοβολίας.
Καίριο ζήτημα είναι επίσης η διατήρηση της ιστορικής και εκκλησιαστικής φυσιογνωμίας της υπό την πνευματική εποπτεία του Οικουμενικού Πατριαρχείου. Μια Σχολή που ανοίγει χωρίς την αναγκαία αυτονομία στην επιλογή διδασκόντων και στη χάραξη της εκπαιδευτικής της πολιτικής κινδυνεύει να μετουσιωθεί σε ένα συμβολικό, αλλά κούφιο, ίδρυμα — κάτι που δεν θα υπηρετούσε ούτε την ιστορία της ούτε το κύρος όσων θα αποφάσιζαν την επαναλειτουργία.
Η Χάλκη δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται ως στοιχείο «συναλλαγής» ή ανταλλαγής στο πλαίσιο διμερών ανταλλαγμάτων, π.χ. με πολιτικές που αφορούν τη μουσουλμανική μειονότητα της Θράκης. Πρόκειται πρωτίστως για ζήτημα θρησκευτικής ελευθερίας και εκπαιδευτικής λειτουργίας — για σεβασμό σε ένα ιστορικό ίδρυμα που βρίσκεται στην Τουρκία και αποτελεί μέρος της πολιτιστικής της κληρονομιάς. Η Αγκυρα έχει την ευκαιρία να παρουσιάσει την επαναλειτουργία ως δική της κυρίαρχη επιλογή, δείχνοντας αυτοπεποίθηση και ώριμο σεβασμό στην πολυπολιτισμικότητα.
Η Χάλκη δεν χρειάζεται απλώς να ανοίξει τις πύλες της. Χρειάζεται να ξαναγίνει Σχολή.
Ο Γιώργος Κακλίκης είναι πρέσβης επί τιμή και ειδικός σύμβουλος του ΕΛΙΑΜΕΠ

