Marfin: Το παρασκήνιο πίσω από τις έρευνες

Share

Σε νέο κύμα επιχειρηματικών και δικαστικών ενεργειών, η υπόθεση του εμπρησμού στην Marfin, που στοίχισε τη ζωή σε τρεις ανθρώπους στις 5 Μαΐου 2010, επανέρχεται στο προσκήνιο με ποινικές διώξεις ύστερα από 16 χρόνια. Οι αναφορές της Αστυνομίας και η επεξεργασία νέου οπτικού υλικού ανοίγουν ξανά τον φάκελο μιας υπόθεσης που πάντοτε συνοδευόταν από αντιφάσεις και ελλιπή στοιχεία.

«Για να καταλάβει κάποιος τι έγινε ακριβώς εκείνο το μοιραίο μεσημέρι της 5ης Μαΐου 2010, πρέπει να θυμηθεί τη συνολική εικόνα. Εκείνους τους μήνες που είχε σημειωθεί ο φονικός εμπρησμός στη Marfin είχαν υπάρξει συνολικά 500-600 παρόμοιες επιθέσεις, είτε κατά τη διάρκεια των δεκάδων κινητοποιήσεων λόγω των ασφυκτικών οικονομικών μέτρων είτε σε νυχτερινές επιδρομές. Εκείνοι που επιτέθηκαν στο συγκεκριμένο τραπεζικό κατάστημα πραγματοποίησαν λίγο αργότερα τρεις εμπρησμούς σε δημόσια κτίρια, ευτυχώς χωρίς άλλες ανθρώπινες απώλειες. Ισως να μην υπήρχαν αυτά τα δραματικά αποτελέσματα, εάν υπήρχαν καλύτερα μέτρα ασφαλείας – με εξόδους κινδύνου – της τράπεζας, αλλά και εάν ορισμένοι πολίτες δεν παρεμπόδιζαν οχήματα της Πυροσβεστικής να φθάσουν στο σημείο.»

Το ίδιο το περιβάλλον εκείνων των ημερών ήταν εκρηκτικό: η Αστυνομία κατέγραψε φθορές σε τουλάχιστον 94 κτίρια και οχήματα στην ευρύτερη περιοχή, σε ένα μπαράζ πύρινων επιθέσεων και μαζικών καταστροφών που είχαν γίνει σχεδόν «ρουτίνα» στο κέντρο της Αθήνας. Ο κατάλογος των ζημιών υπενθύμιζε το 2008, όταν μετά τη δολοφονία του Αλέξη Γρηγορόπουλου είχαν καταγραφεί εκτεταμένες ζημιές σε 435 επιχειρήσεις, μεταξύ των οποίων 16 τράπεζες και 40 μεγάλα καταστήματα, από τα οποία 37 καταστράφηκαν ολοσχερώς. Αργότερα, την περίοδο 2011-2012, άλλα 100 κτίρια παραδόθηκαν στις φλόγες σε εμπρηστικές επιθέσεις ανάλογης έμπνευσης.

Η έλλειψη συντονισμένης αστυνόμευσης και οι παθητικές, όπως χαρακτηρίστηκαν τότε, πρακτικές στην αντιμετώπιση των βιαιοτήτων άφησαν την Marfin ανεξιχνίαστη για χρόνια. «Εκείνες τις ημέρες της τρομακτικής αναστάτωσης μόνον η Συνωμοσία Πυρήνων της Φωτιάς είχε αναλάβει την ευθύνη για 100 τέτοιου είδους επιθέσεις και επιπλέον είχε βάλει βόμβες μέχρι και στην Πλατεία Συντάγματος και στη συγκέντρωση της ΝΔ στο Πεδίον του Αρεως»!, τόνισε υψηλόβαθμος αξιωματικός της ΕΛ.ΑΣ.

Το σκηνικό συμπληρώνεται από την πολλαπλότητα ομάδων και ταχυδακτυλουργικές μετονομασίες: εμφανίζονταν οργανώσεις όπως οι «Κομάντος για τη Διάχυση του Χάους», οι «Αναρχικοί για την Καταστροφή του Υπάρχοντος» και ο «Πυρήνας Αναρχικής Αμεσης Δράσης», που ανέλαβαν ευθύνες και άλλαζαν ονόματα σε ένα κύμα επιθέσεων και συγκρούσεων με τις αστυνομικές δυνάμεις. Οι συγκρούσεις αυτές τραβούσαν σε διάρκεια τουλάχιστον πέντε μήνες, στο πλαίσιο και των κινητοποιήσεων για την κατασκευή του ΧΥΤΑ στην Κερατέα.

Παράλληλα, εκείνη την εποχή έγιναν και συλλήψεις μελών του Επαναστατικού Αγώνα, ενώ η μη εξαρθρωμένη Σέχτα Επαναστατών συνέχιζε τη δράση της με δολοφονίες. Λίγο μετά την Marfin, εστάλη δέμα-βόμβα στο υπουργείο Προστασίας του Πολίτη που σκότωσε τον αστυνομικό Γιώργο Βασιλάκη, γεγονός που συνέδεσε ποινικούς όπως ο Βασίλης Παλαιοκώστας με αναρχικά δίκτυα.

Μέσα σε αυτό το χαοτικό πλαίσιο, η διαλεύκανση της υπόθεσης βασίστηκε αρχικά σε αποσπασματική εξέταση περίπου 200 φωτογραφιών και βίντεο, με έμφαση στην πορεία του ευρύτερου αναρχικού μπλοκ και την προσυγκέντρωση στο Πολυτεχνείο, στην προσπάθεια να εντοπιστούν οι «μασκοφόροι». Οι προσπάθειες, όμως, δεν απέδωσαν καρπούς.

Στους αστυνομικούς έφθαναν πληροφορίες για συναντήσεις και ονοματισμούς ύστερα από τη δολοφονία των τριών υπαλλήλων: ορισμένοι φέρονταν να κατονόμαζαν «αντιεξουσιαστές που συχνάζουν σε γνωστό στέκι των Εξαρχείων». Καταγράφτηκε ακόμη και απόσπασμα προκήρυξης της Συνωμοσίας Πυρήνων της Φωτιάς, η οποία αναφερόταν σε «ρουφιάνους των αμφιθεάτρων και των καφενείων».

Τον Απρίλιο του 2011 συντάχθηκε δικογραφία κατά τριών ατόμων, στηριζόμενη και σε ένα ηλεκτρονικό μήνυμα που ανέφερε: «Είμαι ένας πολίτης, δεν θέλω να πω το όνομά μου και θέλω να πω μόνο ότι οι αναρχικοί από τα Εξάρχεια πάνε στην Κερατέα μολότοφ, για να πετάνε στους αστυνομικούς και στις φασαρίες που γίνονται με τον ΧΥΤΑ. Τρεις από αυτούς είναι οι (σ.σ.: μνημονεύονταν ονόματα, τηλέφωνα και διευθύνσεις) και είναι μπλεγμένοι στα επεισόδια στην Αθήνα, αυτοί πάνε πάντα. Ηταν και στο κάψιμο της Marfin στις 5 του Μάη, μπροστάρηδες…».

Τα άτομα αυτά, ωστόσο, αφέθηκαν μετά από οκτώ ώρες ελεύθερα και τους ζητήθηκε μόνο να δώσουν έγγραφες εξηγήσεις. Οι έρευνες εκείνης της περιόδου χαρακτηρίστηκαν από ασάφειες και αντικρουόμενες καταθέσεις αστυνομικών, με ευθύνες να αποδίδονται σε «επιπόλαιους» χειρισμούς.

Το 2016 απαλλάχθηκε ομόφωνα ένας ακόμη αντιεξουσιαστής που είχε κατηγορηθεί για την εμπλοκή του στην υπόθεση, ενώ δεν βρίσκεται μεταξύ των σημερινών κατηγορουμένων. Η προσπάθεια επανεξέτασης της δικογραφίας επανέρχεται το 2019-2021 με παρέμβαση του Μιχάλη Χρυσοχοΐδη, όταν ζητήθηκε η αναζήτηση νέου οπτικού υλικού και του καταγραφικού της τράπεζας, με συγκρίσεις φωτογραφιών.

Το 2023 σχηματίστηκε δικογραφία με τέσσερα ύποπτα άτομα, με ειδικό ενδιαφέρον για τον «ψηλό με το χακί καπέλο και το μαύρο μαντίλι», αλλά και «την κοπέλα με την ξανθιά κοτσίδα» που εικονίζονταν στην ομάδα των εμπρηστών. Ως «ψηλός δράστης» είχε τότε θεωρηθεί —χωρίς ορθότητα— ένας αντιεξουσιαστής που είχε καταγραφεί παλαιότερα, χωρίς αποδείξεις και ως μέλος της Συνωμοσίας Πυρήνων της Φωτιάς. Στον ίδιο φάκελο είχε προσδιορισθεί ότι η γυναίκα που αποτυπώνεται στο υλικό είναι η 46χρονη που σήμερα κατηγορείται και αναμένεται η έκδοσή της από τη Βρετανία.

Η τελική ώθηση στην έρευνα δόθηκε το 2024, μετά την εντολή του Χρυσοχοΐδη προς όλες τις υπηρεσίες ασφαλείας να συνεισφέρουν οπτικό υλικό. Στην «τράπεζα» συγκριτικών δεδομένων της Διεύθυνσης Εγκληματολογικών Ερευνών εντάχθηκε «ξεχασμένος» σκληρός δίσκος, κατασχεθείς το 2020 σε σπίτι πρώην συνεργού του Βασίλη Παλαιοκώστα στο Κουκάκι. Εκεί εντοπίστηκαν φωτογραφίες διακοπών το 2009 της συντρόφου του με τους τρεις μέχρι τώρα κατηγορούμενους, που φέρονται να έχουν τον ίδιο εξοπλισμό (σακίδια κ.λπ.) με αυτόν που χρησιμοποιήθηκε στον εμπρησμό.

Την έρευνα ανέλαβε η Υποδιεύθυνση Ψηφιακής Εγκληματολογικής Ερευνας και Ανάλυσης (ΥΨΕΕΑ) των Εγκληματολογικών Εργαστηρίων της ΕΛ.ΑΣ., η οποία πραγματοποιεί ετησίως περίπου 4.000 εξετάσεις οπτικού υλικού. Από αυτές, αναφέρεται ότι το 2025 ταυτοποιήθηκαν 200 άτομα. Στο πόρισμα που συνέταξε η ΥΨΕΕΑ στηρίχθηκαν οι πρόσφατες διώξεις, καθώς υπήρξε ταύτιση των δύο 42χρονων συλληφθέντων, ενώ για τη 46χρονη υπάρχει «μικρό ποσοστό επιφύλαξης» όσον αφορά την οριστική ταυτοποίηση.

ΟΙ ΑΘΛΗΤΙΚΕΣ ΜΕΤΑΔΟΣΕΙΣ ΤΗΣ ΗΜΕΡΑΣ - ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ ΤΗΛΕΟΡΑΣΗΣ
ΟΙ ΑΘΛΗΤΙΚΕΣ ΜΕΤΑΔΟΣΕΙΣ ΤΗΣ ΗΜΕΡΑΣ