Ως η πλέον ρεαλιστική λύση για την υπέρβαση του αδιεξόδου στις αμερικανοτουρκικές σχέσεις εμφανίζεται, σύμφωνα με τη φιλοκυβερνητική εφημερίδα Χουριέτ, η μεταβίβαση των ρωσικών αντιαεροπορικών συστημάτων S-400 σε τρίτη χώρα του Κόλπου. Η φόρμουλα αυτή, όπως γράφει το δημοσίευμα, κρίνεται από την αμερικανική πλευρά ως η πιο συμβατή με το ισχύον νομικό πλαίσιο και ανοίγει τον δρόμο για την άρση των κυρώσεων CAATSA, χωρίς όμως να εγγυάται αυτομάτως και την άμεση επιστροφή της Τουρκίας στο πρόγραμμα των F-35.
Η Χουριέτ επισημαίνει ότι στις σχέσεις Άγκυρας–Ουάσιγκτον υπάρχουν δύο παράλληλα, αλλά διακριτά, ζητήματα: οι κυρώσεις CAATSA και η επανένταξη στο πρόγραμμα F-35. Η άρση των κυρώσεων αφαιρεί ένα σημαντικό πολιτικό και νομικό εμπόδιο, ωστόσο δεν ταυτίζεται με την αυτοματοποιημένη επανεισδοχή στο πρόγραμμα των μαχητικών.
Σύμφωνα με πληροφορίες που επικαλείται το δημοσίευμα και αποδίδει σε Αμερικανούς αξιωματούχους, η ισχυρότερη επιλογή που εξετάζεται στην Ουάσιγκτον είναι η πώληση των S-400 σε τρίτη χώρα του Κόλπου, η οποία προς το παρόν δεν έχει καταστεί γνωστή. Κεντρική προϋπόθεση για την αμερικανική πλευρά είναι τα συστήματα να μην παραμένουν στο τουρκικό οπλοστάσιο.
Μια σειρά εναλλακτικών που είχαν εξεταστεί στο παρελθόν—όπως η αποθήκευση των S-400 στην Τουρκία, η αφαίρεση μηχανισμών ενεργοποίησης ή η φύλαξή τους υπό κοινό έλεγχο—κρίνεται από τις ΗΠΑ ασύμβατη με το ισχύον νομικό πλαίσιο. Επιπλέον, βάσει της συμφωνίας τελικού χρήστη με τη Ρωσία, κάθε μεταβίβαση απαιτεί τη συναίνεση της Μόσχας· κατά τις ίδιες πληροφορίες, η ρωσική πλευρά δεν δείχνει εκ των προτέρων σαφή άρνηση σε ένα τέτοιο ενδεχόμενο.
Για την άρση των κυρώσεων CAATSA, το ρεπορτάζ υπενθυμίζει ότι αυτές επιβλήθηκαν το 2020 μετά την αγορά των S-400 και επηρέασαν πρωτίστως την τουρκική Προεδρία Αμυντικών Βιομηχανιών. Η άρση προϋποθέτει, μεταξύ άλλων, πιστοποίηση του Αμερικανού προέδρου προς το Κογκρέσο ότι η Τουρκία δεν διαθέτει πια S-400 ή άλλο αντίστοιχο ρωσικό σύστημα και ότι έχει δεσμευθεί να μην προμηθευτεί ανάλογα συστήματα στο μέλλον.
Η Χουριέτ τονίζει ότι η επανένταξη της Τουρκίας στο πρόγραμμα F-35 αποτελεί ξεχωριστή διαδικασία. Ακόμη και σε περίπτωση άρσης της CAATSA, θα χρειαστούν νέα πολιτικά, νομικά και τεχνικά βήματα: ενημέρωση του Κογκρέσου από τον Λευκό Οίκο, δεκαπενθήμερη περίοδος κοινοβουλευτικού ελέγχου και τεχνικές αξιολογήσεις ασφαλείας από το Πεντάγωνο και το Γραφείο του Κοινού Προγράμματος F-35.
Παραμένει ανοιχτό το ερώτημα εάν η Τουρκία θα επιστρέψει ως εταίρος–παραγωγός ή μόνο ως χώρα–πελάτης. Εφόσον οι διαδικασίες προχωρήσουν θετικά, το πρώτο πρακτικό ζήτημα που μπορεί να τεθεί είναι η παράδοση των έξι F-35 που είχαν ήδη κατασκευαστεί για την Τουρκία και για τα οποία η Άγκυρα είχε καταβάλει το αντίτιμο πριν αποβληθεί από το πρόγραμμα. Πριν από οποιαδήποτε παράδοση θα απαιτηθούν εργασίες συντήρησης των αεροσκαφών, νέα εκπαίδευση πιλότων και επαναπιστοποίηση του τεχνικού προσωπικού.
Στο μεταξύ, σύμφωνα με το ρεπορτάζ, βρίσκεται στο τελικό στάδιο και η αμερικανική έγκριση για την εξαγωγή 80 κινητήρων συνολικής αξίας άνω των 700 εκατ. δολαρίων, που προορίζονται για 40 μαχητικά αεροσκάφη KAAN. Η Χουριέτ εκτιμά ότι μια τέτοια έγκριση αποτελεί πολιτικό μήνυμα: η Ουάσιγκτον δείχνει διατεθειμένη να επαναφέρει σταδιακά τη συνεργασία με την Τουρκία στον τομέα της αμυντικής βιομηχανίας, ξεκινώντας από λιγότερο ευαίσθητους τομείς και όχι άμεσα από το πρόγραμμα των F-35.
Σχετικά με τα F-16, η εφημερίδα επιβεβαιώνει ότι η σύμβαση για την αγορά 40 νέων αεροσκαφών παραμένει σε ισχύ και ότι έχει ήδη καταβληθεί προκαταβολή από την Τουρκία. Ωστόσο, οι δύο πλευρές βρίσκονται σε νέα διαπραγμάτευση λόγω διαφορών για το κόστος της γραμμής παραγωγής και των νέων υπολογιστών αποστολής. Μια πρόοδος στα ζητήματα της CAATSA και των F-35 θα μπορούσε να διευκολύνει και την ολοκλήρωση της συμφωνίας για τα F-16.
Πηγή: ΑΠΕ-ΜΠΕ

