Οι ρωγμές στη συναίνεση της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας που φαινόταν αδιαπέραστες πριν λίγες εβδομάδες γίνονται πλέον ορατές. Καθώς πλησιάζει η συνεδρίαση του Διοικητικού Συμβουλίου στις 24 Ιουλίου, οι δημόσιες παρεμβάσεις στην ετήσια σύνοδο της ΕΚΤ στη Σίντρα αποκάλυψαν ότι δεν υπάρχει πλέον ενιαία γραμμή για το αν χρειάζεται νέα αύξηση επιτοκίων προκειμένου να επιστρέψει ο πληθωρισμός στον στόχο του 2%.
Τον Ιούνιο η απόφαση για αύξηση των επιτοκίων παρουσιάστηκε ως απάντηση στις πληθωριστικές πιέσεις που πυροδότησε η σύγκρουση μεταξύ Ιράν και Ισραήλ, δίνοντας την εικόνα ενός ομοιογενούς μετώπου. Σήμερα όμως, όσα λέγονται δημοσίως από κορυφαία στελέχη δείχνουν ότι η ΕΚΤ βρίσκεται αντιμέτωπη με διλήμματα και διαφορετικές εκτιμήσεις για την εξέλιξη των τιμών.
Από τη μία πλευρά στέκονται οι υπέρμαχοι μιας πιο σφικτής νομισματικής πολιτικής. Υποστηρίζουν ότι οι επιπτώσεις της ενεργειακής κρίσης μπορεί να μην έχουν ακόμη πλήρως αποτυπωθεί στην οικονομία και πως υπάρχει κίνδυνος καθυστερημένων πληθωριστικών αντιδράσεων. Μεταξύ αυτών συγκαταλέγεται και ο επικεφαλής οικονομολόγος της ΕΚΤ, Φίλιπ Λέιν, ο οποίος προειδοποιεί ότι οι πιέσεις που δημιουργήθηκαν με την έναρξη της σύγκρουσης στη Μέση Ανατολή ενδέχεται να εμφανιστούν με χρονική υστέρηση.
Η λογική πίσω από αυτή την προσέγγιση είναι απλή αλλά ανησυχητική: οι επιχειρήσεις που σήκωσαν το κόστος παραγωγής μπορεί σε δεύτερο χρόνο να το μετακυλήσουν στις τιμές, ενώ οι εργαζόμενοι, για να ανακτήσουν αγοραστική δύναμη, ενδέχεται να ζητήσουν μεγαλύτερες μισθολογικές αυξήσεις. Επιπλέον, δεν αποκλείεται να δούμε νέες αυξήσεις στις τιμές τροφίμων και υπηρεσιών ακόμη και αν το ενεργειακό κόστος αρχίζει να αποκλιμακώνεται.
Στον αντίποδα, αρκετά μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου εμφανίζονται πιο αισιόδοξα. Επισημαίνουν ότι η ταχεία αποκλιμάκωση των διεθνών τιμών του πετρελαίου, έπειτα από πρόοδο στις διπλωματικές προσπάθειες για μείωση της έντασης στη Μέση Ανατολή, έχει μειώσει σημαντικά τον κίνδυνο ενός νέου πληθωριστικού κύματος.
Η αισιοδοξία αυτή ενισχύεται από τα τελευταία στοιχεία για την Ευρωζώνη, που κατέγραψαν αισθητή επιβράδυνση του πληθωρισμού τον Ιούνιο. Ορισμένοι οικονομολόγοι υποστηρίζουν πλέον ότι ο πληθωρισμός έχει κορυφωθεί και ότι οι πιέσεις στις τιμές θα συνεχίσουν να αποκλιμακώνονται τους επόμενους μήνες χωρίς να είναι αναγκαίες νέες αυξήσεις επιτοκίων.
Οι αγορές, άλλωστε, θεωρούν σχεδόν βέβαιο ότι στη συνεδρίαση του Ιουλίου η ΕΚΤ θα διατηρήσει αμετάβλητη τη νομισματική της στάση, προτιμώντας πρώτα να αξιολογήσει νέα οικονομικά δεδομένα πριν προχωρήσει σε αποφάσεις. Το πραγματικό σημείο καμπής εκτιμάται ότι θα είναι η συνεδρίαση του Σεπτεμβρίου, όταν και θα υπάρχουν πιο ολοκληρωμένα στοιχεία για μισθούς, πληθωρισμό και οικονομική δραστηριότητα.
Οι διαφωνίες στο εσωτερικό της ΕΚΤ αντικατοπτρίζουν το αβέβαιο περιβάλλον όπου πρέπει να χαραχτεί η νομισματική πολιτική: από τη μία ο κίνδυνος ο πληθωρισμός να παραμείνει υψηλά για περισσότερον διάστημα, από την άλλη ο κίνδυνος μια υπερβολικά σφικτή πολιτική να επιβαρύνει περαιτέρω την ήδη αδύναμη ανάπτυξη της Ευρωζώνης.
Το επόμενο δίμηνο αναμένεται κρίσιμο για την πορεία των επιτοκίων και για την αξιοπιστία της στρατηγικής της ΕΚΤ απέναντι στη νέα φάση του πληθωριστικού κύκλου: τα δεδομένα που θα προκύψουν θα κρίνουν αν οι πρόσφατες ανατιμήσεις ήταν παροδικές ή αν σηματοδοτούν πιο μόνιμες τάσεις.

