Πέθανε ο Μιχάλης Μόσιος, ο ηθοποιός που έμεινε στη μνήμη του κοινού ως ο αξεπέραστος «Ταμτάκος». Ο θάνατός του σε ηλικία 79 ετών έγινε γνωστός από τον γιο του, Γιάννη Μόσιο και προκάλεσε θλίψη στον καλλιτεχνικό χώρο.
Ο Μιχάλης Μόσιος γεννήθηκε στις 10 Μαρτίου 1947 στη Θεσσαλονίκη και καταγόταν από τη Στενήμαχο Ημαθίας. Σπούδασε και εργάστηκε στο θέατρο και τον κινηματογράφο, όμως το ευρύ κοινό τον ταύτισε κυρίως με τον ρόλο του «Ταμτάκου», ενός τσιγγάνου από την Αγία Βαρβάρα, μια περσόνα που έγινε σύμβολο της ελληνικής βιντεοκασέτας και άφησε ισχυρό αποτύπωμα στη λαϊκή κωμωδία. Ήταν τόσο μεγάλη η δημοτικότητά του που οι ίδιοι οι τσιγγάνοι τον αναγνώριζαν πια ως δικό τους άνθρωπο μέσα από τον κωμικό αλλά ουχί απαξιωτικό τρόπο που παρουσίαζε τη φυλή τους.
Η διαδρομή του στον χώρο ξεκίνησε το 1972 με την ταινία «Αν ήμουν πλούσιος», ενώ στη συνέχεια εμφανίστηκε σε αρκετές βιντεοταινίες της δεκαετίας του ’80, χτίζοντας μια αναγνωρίσιμη κωμική φυσιογνωμία. Παράλληλα, συνεργάστηκε και με σημαντικά ονόματα του ελληνικού θεάτρου και του κινηματογράφου, διατηρώντας μια πορεία που, αν και συνδέθηκε σχεδόν απόλυτα με τον «Ταμτάκο», δεν περιορίστηκε μόνο σε αυτόν τον ρόλο.
Παρά τη μακρά αποχή του από τα καλλιτεχνικά δρώμενα, ο Μιχάλης Μόσιος έμεινε ζωντανός στη συλλογική μνήμη ως ένας από τους πιο χαρακτηριστικούς κωμικούς τύπους της εποχής του. Ο «Ταμτάκος» δεν ήταν απλώς ένας ρόλος· ήταν μια εικόνα που συνδέθηκε με μια ολόκληρη εποχή του ελληνικού σινεμά και της βιντεοκασέτας. Από «Μαραντόνα της Αγίας Βαρβάρας», «Ερωτόγυφτος με το Datsun» μέχρι και «Γυφτοαριστοκράτης», ο Μιχάλης Μόσιος έβαλε την τσιγγάνικη μειονότητα στην καθημερινότητα όλης της Ελλάδας.
«Ο Ταμτάκος μου έδωσε ψωμί, ήταν ο σύντροφός μου, τον αγαπάω»
Όσο για τη δημιουργία του «Ταμτάκου» είχε εξηγήσει: «Στην κωμωδία όλοι ψάχνουν έναν τύπο, εγώ που δημιούργησα αυτόν τον τύπο, να τον άφηνα; Έτσι έβρισκα δουλειά. Ο Ταμτάκος μου έδωσε ψωμί και έφαγα, ήταν ο σύντροφός μου, τον υπηρέτησα πολύ καλά, τον αγαπάω τον Ταμτάκο, γιατί εγώ τον γέννησα, εγώ τον δημιούργησα. Δεν μου έγραψε κάποιος τον ρόλο, εγώ είμαι από τη Θεσσαλονίκη και στο ΚΘΒΕ έκανα τη γύφτικη προφορά και μετά μου δόθηκε η ευκαιρία και το έπαιξα στο θέατρο με τη Ρένα Βλαχοπούλου, έκανα τον γιο της στη “Χαρτοπαίχτρα”. Η Βλαχοπούλου μου είπε ότι κάνω και για επιθεώρηση, με πήρε μαζί της και έτσι ξεκίνησε ο ρόλος».
Η γνωριμία με τη σύζυγό του και τα δύο παιδιά
Όσο για την προσωπική του ζωή, ο ηθοποιός είχε αποκτήσει έναν γιο και μία κόρη με τη σύζυγό του. Σε παλαιότερη συνέντευξή του, είχε περιγράψει πού γνωρίστηκαν, λέγοντας: «Γνωριστήκαμε σε ένα τραπέζι μου φαίνεται, πέρασαν και πολλά χρόνια, σχεδόν 30. Είδα ένα πολύ ωραίο ξανθό κορίτσι, και τώρα είναι πολύ ωραία γυναίκα, και μου άρεσε, συζητούσαμε κι έτσι τα φτιάξαμε. Παντρευτήκαμε και έχουμε δύο παιδιά. Πετυχημένος είναι ένας γάμος, όταν κάνουν υποχωρήσεις και οι δυο. Μέσα σε τόσα χρόνια θα υπάρχουν τσακωμοί, το θέμα είναι να μην είναι τόσο μεγάλα τα προβλήματα που να φτάσεις σε σημείο να χωρίσεις. Πολλές φορές. Και τώρα μπορεί να τσακωθούμε. Της κάνω πλάκες, αλλά τώρα το έχει καταλάβει και μου λέει “α να χαθείς, παλιόγερε“».

