Η εικόνα της ελληνικής οικονομίας μετά τη βαθιά κρίση που λίγο έλειψε να τη βγάλει από την Ευρωζώνη φαίνεται λαμπρή στα γραφήματα των αναλυτών: δυνατή ανάπτυξη, πλεονασματικός προϋπολογισμός και προοπτική να παύσει η χώρα μέχρι το 2027 να είναι η πιο χρεωμένη στην Ευρώπη. Ωστόσο, πίσω από αυτό το φαινομενικό success story κρύβεται μια πραγματικότητα που πολλοί μισθωτοί και νοικοκυριά βιώνουν καθημερινά — μια πραγματικότητα όπου η ανάπτυξη δεν μεταφράζεται σε απτή ανακούφιση.
Το δημοσίευμα του Bloomberg αναδεικνύει το χάσμα ανάμεσα στις μακροοικονομικές επιδόσεις και την καθημερινότητα των πολιτών. Ο πληθωρισμός στην Ελλάδα παραμένει από τους υψηλότερους στην Ευρωζώνη, ενώ ο μέσος ετήσιος μισθός, περίπου 18.000 ευρώ, είναι λιγότερος από το μισό του ευρωπαϊκού μέσου όρου. Ως αποτέλεσμα, η χώρα συγκαταλέγεται μαζί με τη Βουλγαρία στις τελευταίες θέσεις της Ε.Ε. σε κατά κεφαλήν ΑΕΠ και αγοραστική δύναμη, με υψηλό ποσοστό πολιτών που κινδυνεύουν από φτώχεια ή κοινωνικό αποκλεισμό.
Παρά τις αυξήσεις στον κατώτατο μισθό —άνω του 40% από το 2019, φτάνοντας στα 920 ευρώ το μήνα— και τη μείωση της ανεργίας, οι μισθολογικές βελτιώσεις έχουν υπερκεραστεί από την πορεία των τιμών: ο πληθωρισμός κινήθηκε ταχύτερα, ξεπερνώντας το 16% το διάστημα 2019–2024. «Οι αυξήσεις στις τιμές, ιδίως στη στέγαση, τα τρόφιμα και την ενέργεια, ασκούν πίεση σε μεγάλα τμήματα του πληθυσμού», αναφέρει ο Νίκος Βέττας.
Η στέγαση αναδεικνύεται σε μείζον πρόβλημα: το 2024 οι Έλληνες δαπάνησαν κατά μέσο όρο το 35,5% του διαθέσιμου εισοδήματός τους για στέγαση και σε σχεδόν ένα στα τρία νοικοκυριά το ποσοστό αυτό ξεπέρασε το 40%, σχεδόν τριπλάσιο του μέσου όρου της Ε.Ε. Όπως εξηγεί ο Νίκος Βέττας, «Αυτό υποδηλώνει μια υστέρηση στην προσφορά που γίνεται ακόμη πιο έντονη επειδή δεν έχει προσαρμοστεί στις πληθυσμιακές αλλαγές». Η έλλειψη δεν αφορά τον απόλυτο αριθμό κατοικιών, αλλά το ότι δεν υπάρχουν σπίτια «στις κατάλληλες περιοχές και με τα χαρακτηριστικά που ζητούνται».
Στο ίδιο πλαίσιο, το Bloomberg συζητά και την κυβερνητική πλατφόρμα «PosoKanei», που παρουσιάστηκε από τον πρωθυπουργό ως ένα ακόμη «όπλο» στη μάχη κατά της ακρίβειας. Η εφαρμογή, όμως, αναδεικνύει ότι αρκετά προϊόντα είναι ακριβότερα στην Ελλάδα σε σχέση με πλουσιότερες ευρωπαϊκές χώρες, ενώ σε άλλες περιπτώσεις οι τιμές εμφανίζονται χαμηλότερες. Ενδεικτικό είναι ότι ορισμένα τοπικά προϊόντα, όπως το γιαούρτι, κοστίζουν περισσότερο στα ελληνικά σούπερ μάρκετ απ’ ό,τι σε άλλα ευρωπαϊκά.
Μια ακόμη μακροχρόνια παθογένεια που επηρεάζει την αγοραστική δύναμη και τις δημόσιες δυνατότητες παρέμβασης είναι η φοροδιαφυγή. Σύμφωνα με στοιχεία της Τράπεζας της Ελλάδος, οι Έλληνες ξοδεύουν περισσότερο από τους πολίτες έξι χωρών της Ε.Ε., ενώ η φοροδιαφυγή εκτιμάται στο 20%–21% του ΑΕΠ, έναντι 15%–17% στην υπόλοιπη Ευρώπη. Όπως υπογραμμίζει ο δικηγόρος Διονύσης Αλευρομάγειρας, «το πραγματικό πρόβλημα είναι η έλλειψη ουσιαστικών ελέγχων στην αγορά». «Οι τιμές ανεβαίνουν συνεχώς και πρέπει να υπάρχουν ελεγκτές σε διαρκή κίνηση που να κάνουν αυστηρούς ελέγχους στις επιχειρήσεις», προσθέτει.
Ενόψει εκλογών, η κυβέρνηση έχει θέσει ως προτεραιότητα την αντιμετώπιση της ακρίβειας και έχει εφαρμόσει σειρά μέτρων, που ωστόσο —σύμφωνα με τις δημοσκοπήσεις— δεν φαίνεται να έχουν ανακουφίσει ουσιαστικά την πλειονότητα των νοικοκυριών.
Στο πεδίο της καθημερινής επιβίωσης, οι φωνές των πολιτών περιγράφουν την πραγματικότητα με παραστατικό τρόπο. Η δασκάλα Νίκη Καλογερά λέει ότι στηρίζει τη Ν.Δ., αλλά περιγράφει τις δυσκολίες του νοικοκυριού της: «Δυσκολευτήκαμε πολύ να βρούμε ένα κανονικό σπίτι για κάτω από 1.000 ευρώ». Το ρεπορτάζ καταλήγει σημειώνοντας ότι οι εποχές που οι οικογενειακές διακοπές περιλάμβαναν νησιά, ξενοδοχεία με πισίνες και γεύματα σε εστιατόρια —όπως λέει— «ανήκουν πλέον στο παρελθόν» για πολλούς Έλληνες εργαζόμενους.

