Σε μια αποφασιστική στροφή που ανατρέπει παραδοσιακές οικονομικές επιλογές δεκαετιών, η κυβέρνηση της Κούβας παρουσίασε ένα ρηξικέλευθο πακέτο μεταρρυθμίσεων, ανοίγοντας την πόρτα στη λειτουργία ιδιωτικών αλυσίδων εστίασης, καφετεριών και καταστημάτων γρήγορου φαγητού με ξένη συμμετοχή. Η κίνηση, όπως τονίστηκε από τα κυβερνητικά στελέχη, στοχεύει στην άμεση αναζωογόνηση της προσφοράς αγαθών και υπηρεσιών που σήμερα λείπουν από την αγορά.
Ο πρωθυπουργός της Κούβας, Μανουέλ Μαρέρο, παρουσίασε την πρόθεση της Αβάνας να προσκαλέσει διεθνείς φίρμες και franchise γρήγορου φαγητού να επενδύσουν και να επεκτείνουν τα δίκτυά τους στο νησί, μια κίνηση που συζητείται στην Ανώτατη Αρχή του Λαϊκού Κράτους. Πρόκειται για μια από τις πιο ριζικές αλλαγές στην οικονομική πολιτική από την επανάσταση του 1959 και, όπως επισήμαναν κυβερνητικές πηγές, σηματοδοτεί μια σαφή στροφή προς μηχανισμούς της αγοράς.
Η ηγεσία του Κομμουνιστικού Κόμματος διευκρίνισε ότι οι μεταρρυθμίσεις έχουν ως στόχο τον εκσυγχρονισμό της οικονομίας και στην ενίσχυση των παρεχόμενων υπηρεσιών προς τους πολίτες, χωρίς, όπως υποστήριξαν, να αμφισβητείται ο σοσιαλιστικός χαρακτήρας του συστήματος ή η κοινωνική ευθύνη του κράτους. Το πακέτο προβλέπει, επίσης, μεγαλύτερη συμμετοχή του ιδιωτικού τομέα, κίνητρα για ξένες επενδύσεις, αλλαγές στο real estate, στο εξωτερικό εμπόριο και την αγροτική παραγωγή, καθώς και αυξημένη αυτονομία για τις κρατικές επιχειρήσεις.
Ο πρόεδρος Μιγκέλ Ντίας-Κανέλ υπερασπίστηκε δημόσια την αναγκαιότητα των αλλαγών, επισημαίνοντας ότι πρέπει «να απελευθερωθούν οι παραγωγικές δυνάμεις και να αυξηθεί η προσφορά», καθώς, όπως είπε, ο κρατικός έλεγχος χωρίς επάρκεια αγαθών τροφοδοτεί και πολλαπλασιάζει τη μαύρη αγορά.
Η στροφή της Αβάνας δεν είναι αποκομμένη από το δυσμενές διεθνές και εσωτερικό περιβάλλον. Η Κούβα βιώνει βαθιά οικονομική κρίση: σύμφωνα με επίσημες και ανεπίσημες αναφορές, έχασε προμήθειες πετρελαίου από τη Βενεζουέλα μετά τη σύλληψη του Νικολάς Μαδούρο από τις αμερικανικές αρχές, ενώ ροές εμπορικών συναλλαγών από χώρες όπως το Μεξικό διακόπηκαν εν μέρει εξαιτίας των απειλών της κυβέρνησης του Ντόναλντ Τραμπ για επιβολή επιπλέον δασμών. Η δραματική έλλειψη καυσίμων έχει προκαλέσει εκτεταμένα μπλακ άουτ σε μια ήδη επιβαρυμένη ηλεκτρική υποδομή, με επιπτώσεις στις δημόσιες υπηρεσίες, τις μεταφορές και τη διανομή τροφίμων, γεγονός που οξύνει την κοινωνική δυσαρέσκεια.
Το σκηνικό συμπληρώνεται από νέο κύμα προσωπικών και οικονομικών κυρώσεων που επέβαλε η Ουάσιγκτον, στοχεύοντας, όπως ανακοινώθηκε, τον πρόεδρο Ντίας-Κανέλ, το στενό του περιβάλλον, την οικογένεια του Ραούλ Κάστρο και τον GAESA, τον πανίσχυρο επιχειρηματικό όμιλο με στρατιωτικό έλεγχο. Η Ουάσιγκτον προέβη, επίσης, σε απαγγελίες κατηγοριών κατά του Ραούλ Κάστρο για την κατάρριψη αεροσκαφών της οργάνωσης εξορίστων το 1996, κινήσεις που, σύμφωνα με αναλυτές, σφίγγουν ακόμη περισσότερο την τανάλια γύρω από το καθεστώς.
Με την αποχώρηση ξένων ξενοδοχειακών ομίλων και την έντονη πίεση στους τουριστικούς πόρους, η Αβάνα δείχνει έτοιμη να θυσιάσει τμήμα της ιδεολογικής της ορθοδοξίας, ελπίζοντας ότι το ξένο κεφάλαιο και οι διεθνείς αλυσίδες εστίασης θα δώσουν μια αναγκαία ανάσα επιβίωσης στην οικονομία. Το κατά πόσον αυτές οι κινήσεις θα σταθεροποιήσουν την αγορά και θα μετριάσουν την κοινωνική αναταραχή μένει να φανεί, καθώς οι Κουβανοί αντιμετωπίζουν καθημερινές ελλείψεις και πολύωρα μπλακ άουτ.

