Πάνω από το 60% των απολαβών ενός ζευγαριού με μέσο ελληνικό εισόδημα που νοίκιασε φέτος ένα τυπικό διαμέρισμα δύο υπνοδωματίων σε καλή περιοχή της Αθήνας πηγαίνει μόνο για το ενοίκιο — ποσοστό που φέρνει την Ελλάδα στην τρίτη θέση στην Ευρωπαϊκή Ένωση, μετά την Ουγγαρία και την Πορτογαλία.
Τα στοιχεία αυτά προέρχονται από 11σέλιδο έγγραφο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής με τίτλο «Housing in the EU: Macroeconomic, Affordability and Structural Aspects», το οποίο παρουσιάστηκε στο πρόσφατο Eurogroup της Λευκωσίας και αποτυπώνει τη σφιχτή στεγαστική πραγματικότητα που αντιμετωπίζουν τα ευρωπαϊκά νοικοκυριά.
Για να αποτυπωθεί το μέγεθος της πίεσης στην Ελλάδα αρκεί να σημειωθεί ότι, σύμφωνα με την ΕΛΣΤΑΤ, το μέσο ατομικό ισοδύναμο διαθέσιμο εισόδημα το 2025 διαμορφώθηκε στα 13.381 ευρώ — αυξημένο κατά 8% σε σχέση με το 2024. Παρόλα αυτά, οι αυξήσεις στα ενοίκια ήταν μεγαλύτερες, εξανεμίζοντας στην πράξη κάθε βελτίωση στο διαθέσιμο εισόδημα.
Η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα καταγράφει ότι τα ελληνικά νοικοκυριά δαπανούν κατά μέσο όρο περίπου το 35,5% του διαθέσιμου εισοδήματός τους για έξοδα στέγασης (ενοίκια, δάνεια, λογαριασμοί ενέργειας), έναντι 19,2% ως μέσο όρο στην ΕΕ.
Την ίδια στιγμή, στη χώρα υπάρχουν εκατοντάδες χιλιάδες κλειστά σπίτια: εκτιμήσεις ανεβάζουν τον αριθμό πάνω από 700.000 ακίνητα που παραμένουν ακατοίκητα και εκτός αγοράς. Κάποια εγκαταλείφθηκαν λόγω του κόστους ανακαίνισης, κάποια βρίσκονται σε κληρονομικές εκκρεμότητες και άλλα παραμένουν κλειδωμένα επειδή οι ιδιοκτήτες φοβούνται την εμπλοκή με ενοικιαστές.
Η συνδυασμένη εικόνα είναι αγορά με περιορισμένη προσφορά και ανεβασμένα ενοίκια, χωρίς αντίστοιχη αύξηση μισθών. Η κυβέρνηση επιχειρεί να ενεργοποιήσει κλειστά ακίνητα προσφέροντας κίνητρα — επιδοτήσεις ανακαίνισης, φορολογικές ελαφρύνσεις και προγράμματα ενίσχυσης για ιδιοκτήτες που διαθέτουν ακίνητα σε μακροχρόνια μίσθωση.
Στο τραπέζι συζητήθηκε και η ιδέα επιβολής ενός «φόρου αδράνειας» στα ακίνητα που παραμένουν κλειστά για μεγάλα χρονικά διαστήματα. Το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο πρότεινε στην Ελλάδα να εξετάσει ένα ειδικό τέλος για τις κενές κατοικίες, κυρίως σε περιοχές με μεγάλη στεγαστική πίεση, ακολουθώντας παραδείγματα άλλων χωρών.
Παραδείγματα από την Ευρώπη δείχνουν διαφορετικές προσεγγίσεις: στη Γαλλία εφαρμόζεται ειδικός φόρος για κενές κατοικίες σε περιοχές υψηλής ζήτησης, στην Ιρλανδία ο φόρος για τα αδρανή ακίνητα φτάνει έως και πέντε φορές τον κανονικό φόρο ιδιοκτησίας, ενώ στην Ισπανία και την Κροατία η νομοθεσία δίνει τη δυνατότητα σε δήμους και τοπικές Αρχές να επιβάλλουν προσαυξήσεις έως και 50% στον φόρο ακίνητης περιουσίας για μη κατοικημένα σπίτια.
Πληροφορίες αναφέρουν ότι ο υπουργός Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών και πρόεδρος του Eurogroup, Κυριάκο Πιερρακάκη, είναι αντίθετος στην επιβολή ενός τέτοιου φόρου, υποστηρίζοντας ότι «το πρόβλημα είναι πιο σύνθετο και ένας νέος φόρος μπορεί να μετατραπεί απλώς σε ακόμη μία επιβάρυνση χωρίς ουσιαστικό αποτέλεσμα». Ο ίδιος, έβαλε το στεγαστικό πρόβλημα στο τραπέζι του Eurogroup αναγνωρίζοντας ότι «δεν υπάρχουν εύκολες λύσεις. Υπάρχει όμως η υποχρέωση να αντιμετωπίσουμε τη στέγη ως μια κεντρική κοινωνική προτεραιότητα για την επόμενη δεκαετία».
Η Κομισιόν εμφανίζεται επιφυλακτική απέναντι σε πολιτικές που στηρίζονται αποκλειστικά στην τόνωση της ζήτησης — γενικευμένα επιδόματα στέγασης, εκτεταμένες φορολογικές ελαφρύνσεις ή επιδοτήσεις επιτοκίων στεγαστικών δανείων. Όπως σημειώνεται στο έγγραφο του Eurogroup, η προσφορά κατοικιών παραμένει περιορισμένη, τέτοιου τύπου μέτρα ενδέχεται τελικά να τροφοδοτήσουν περαιτέρω τις αυξήσεις στις τιμές και στα ενοίκια αντί να βελτιώσουν ουσιαστικά την προσιτότητα της κατοικίας.
Για τον λόγο αυτό, η έμφαση στρέφεται στην αύξηση της προσφοράς: απλούστευση αδειοδοτήσεων, αλλαγές στον χωροταξικό και πολεοδομικό σχεδιασμό, ενίσχυση επενδύσεων στην αγορά κατοικίας, σχέδια για κοινωνική κατοικία και αξιοποίηση υποβαθμισμένων αστικών περιοχών μέσω συνεργασιών δημόσιου και ιδιωτικού τομέα.

