Το Brexit παραμένει ο «ελέφαντας στο δωμάτιο» της Βρετανίας και, εννέα χρόνια μετά το δημοψήφισμα του Ιουλίου του 2016, επιστρέφει όλο και πιο δυνατά στο δημόσιο διάλογο. Το διαζύγιο από την Ευρωπαϊκή Ενωση, που θεωρήθηκε από τους πρωτεργάτες του ως απελευθέρωση από τους κοινοτικούς περιορισμούς, έχει αφήσει βαριά κληρονομιά: πλήγματα στην οικονομία, κοινωνικές ρηγματώσεις και πολιτική αστάθεια που στοίχισε ήδη πέντε πρωθυπουργούς — με τον έκτο να φαίνεται στον ορίζοντα.
Την ίδια στιγμή, η κοινή γνώμη δείχνει διαφορετική κατεύθυνση από εκείνη του 2016. Σε πρόσφατη δημοσκόπηση της YouGov, το 55% των ερωτηθέντων δήλωσε ότι θα ψήφιζε Remain σε ενδεχόμενο νέο δημοψήφισμα, ενώ μόνο το 33% υποστήριξε το Leave. Άλλη έρευνα καταγράφει ότι το 58% θεωρεί λάθος την αποχώρηση από την ΕΕ, έναντι 30% που πιστεύει ότι ήταν σωστή απόφαση.
Ωστόσο, ακόμα και αν οι πολίτες κινούνται προς περισσότερη ευρωπαϊκή προσέγγιση, το πολιτικό και διπλωματικό πεδίο καθιστούν τη γρήγορη επανένταξη απίθανη. «Δεν νομίζω ότι οι συνθήκες είναι ώριμες για να συζητάμε το ενδεχόμενο πλήρους επανεισδοχής του Ηνωμένου Βασιλείου στην ΕΕ», είπε στα «ΝΕΑ» ευρωπαϊκή διπλωματική πηγή, προσθέτοντας ότι «Επί του παρόντος, όμως, δεν υφίσταται τέτοια πρόθεση».
Η ίδια πηγή επισήμανε έναν ακόμη σοβαρό παράγοντα αβεβαιότητας: την άνοδο του Νάιτζελ Φάρατζ και του Κόμματος Μεταρρύθμισης, που ενδέχεται στο μέλλον να βρεθούν στην κυβέρνηση. «Φανταστείτε να ανοίγαμε ενταξιακές διαπραγματεύσεις ενώ υπάρχει η προοπτική να γίνει ο Φάρατζ πρωθυπουργός και να τις διακόψει. Δεν θα παίζουμε παιχνίδια με το “μπες-βγες” της Βρετανίας», τόνισε η ίδια πηγή.
Αντίστοιχες επιφυλάξεις εκφράζουν και ειδικοί. Ο Ντέιβιντ Χένιγκ, διευθυντής του Ευρωπαϊκού Κέντρου Διεθνούς Πολιτικής Οικονομίας (ECIPE) στη Βρετανία, υπογραμμίζει ότι «οι συζητήσεις περί επιστροφής στην ΕΕ αποδεικνύουν ότι η βρετανική πολιτική τάξη συνειδητοποιεί όλο και πιο βαθιά ότι, ως τρίτη χώρα, δεν μπορεί να επιτύχει καμία ειδική συμφωνία. Αυτή η όψιμη συνειδητοποίηση σημαίνει ότι εάν επιλεγεί οποιοδήποτε μοντέλο που θα βρίσκεται μεταξύ της υπάρχουσας εμπορικής συμφωνίας και της πλήρους ένταξης, θα έχει υψηλότερο κόστος (υιοθέτηση επιπλέον κανόνων) σε σύγκριση με τα οφέλη που θα προσφέρει». Είναι αλήθεια, συνέχισε ο Χένιγκ, ότι «οι απειλές του Τραμπ εναντίον των συμμάχων των ΗΠΑ έχουν ενισχύσει το ευρωπαϊκό αίσθημα στη Βρετανία, ενώ η ανάγκη για οικονομική ανάπτυξη είναι προφανής».
Το πρόβλημα, όμως, δεν είναι μόνο στις διεθνείς σχέσεις αλλά και στην εσωτερική πολιτική σκηνή. «Το βρετανικό πολιτικό σκηνικό παραμένει βαθιά διχασμένο: οι Εργατικοί, οι Φιλελεύθεροι Δημοκράτες και οι Πράσινοι υποστηρίζουν μια στενότερη σχέση με την ΕΕ, ενώ οι Συντηρητικοί και το Κόμμα Μεταρρύθμισης αντιτίθενται σθεναρά. Οι αναμνήσεις από το χάος της περιόδου του Brexit είναι ακόμη νωπές. Αυτοί είναι οι παράγοντες που εμποδίζουν την αλλαγή. Μόνον όταν οι πολιτικοί πουν ανοικτά και με πειστικό τρόπο στον λαό τι πρέπει να αλλάξει θα ξεπεραστούν αυτά τα εμπόδια», τόνισε ο Χένιγκ, που έχει υπηρετήσει ως αναπληρωτής διευθυντής Εμπορικής Πολιτικής στο βρετανικό υπουργείο Διεθνούς Εμπορίου.
Στο πρακτικό επίπεδο, άλλωστε, η επιστροφή στην ΕΕ δεν είναι αυτόματη ή απαλλαγμένη κόστους. Η Βρετανία θα έπρεπε να υποβάλει αίτηση επανεισδοχής, πιθανότατα μετά από νέο δημοψήφισμα, και είναι απίθανο να της παραχωρηθεί το ειδικό καθεστώς του παρελθόντος — ούτε το περίφημο «ριμπέιτ» που εξασφάλισε η Θάτσερ, ούτε άλλες εξατομικευμένες εκπτώσεις. Επιπλέον, μπορεί να τεθεί θέμα υιοθέτησης του ευρώ ή ένταξης στη ζώνη Σένγκεν.
Αντί για πλήρη επιστροφή, πολλοί αναλυτές θεωρούν πιο ρεαλιστικά σενάρια μια μελλοντική συμφωνία τύπου Ελβετίας — με περιορισμένη πρόσβαση σε ορισμένους τομείς της ενιαίας αγοράς — ή τύπου Νορβηγίας — μέσω του Ευρωπαϊκού Οικονομικού Χώρου. Και τα δύο όμως προϋποθέτουν, τουλάχιστον μέχρι σήμερα, αποδοχή της ελεύθερης μετακίνησης, κάτι που παραμένει σοβαρό εμπόδιο στην εγχώρια πολιτική ατζέντα.

