Φραντσέσκο Σαρατσένο: «Η Ιταλία αποτελεί τον μεγάλο ασθενή της Ευρώπης, αλλά όχι εξαιτίας του χρέους»

Share

Η Ιταλία αναμένεται να ξεπεράσει την Ελλάδα στην πρώτη θέση της ευρωπαϊκής λίστας χρέους προς ΑΕΠ, με το δημόσιο χρέος να προσεγγίζει το 138,6% του ΑΕΠ στα τέλη του 2026 έναντι 136,8% για την Ελλάδα, σύμφωνα με τις προβλέψεις της ιταλικής κυβέρνησης. Σε μια περίοδο που τα δημοσιονομικά μεγέθη επιστρέφουν στο προσκήνιο, η συζήτηση για το αν αυτό συνιστά άμεση απειλή για τη σταθερότητα της χώρας και της ευρωζώνης ξανανοίγει.

Για να χαρτογραφήσουμε τους κινδύνους και τις αιτίες, μιλήσαμε με τον Φραντσέσκο Σαρατσένο, αναπληρωτή διευθυντή του γαλλικού οικονομικού think tank OFCE, που υπάγεται στο Κέντρο Οικονομικών Ερευνών του Ινστιτούτου Πολιτικών Επιστημών του Παρισίου (Sciences Po Paris). Η εκτίμησή του είναι σαφής: η Ιταλία δεν βρίσκεται σήμερα στο κατώφλι μιας νέας κρίσης χρέους, αλλά το πρόβλημα είναι βαθύτερο και πιο δομικό.

Κατά τον Σαρατσένο, υπάρχουν δύο βασικοί λόγοι που απομακρύνουν την άμεση απειλή: πρώτον, το δημοσιονομικό έλλειμμα παραμένει σχετικά περιορισμένο και η κυβέρνηση Μελόνι ακολουθεί από το 2022 μια συνετή δημοσιονομική πολιτική στην προσπάθεια ενίσχυσης της αξιοπιστίας της στην Ευρώπη. Δεύτερον, η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα δεν πρόκειται να επιτρέψει την εκδήλωση μιας νέας κρίσης χρέους, καθώς μετά τα λάθη της δεκαετίας του 2010 έχουν θεσπιστεί μηχανισμοί προστασίας απέναντι στις πιέσεις των αγορών.

Ωστόσο, ο ίδιος επισημαίνει ότι το ζήτημα του χρέους συναρθρώνεται με τη διαχρονική χαμηλή ανάπτυξη και παραγωγικότητα της χώρας. Η αύξηση του χρέους «είναι μία από τις πολλές συνέπειες της εξαιρετικά χαμηλής ανάπτυξης και παραγωγικότητας, μαζί με τη στασιμότητα των εισοδημάτων, τις χαμηλές επενδύσεις και την επιβράδυνση της καινοτομίας». Γι’ αυτό και, όπως λέει, σήμερα η Ιταλία θεωρείται «ο «μεγάλος ασθενής» της Ευρώπης. Οχι το χρέος.»

Η συζήτηση μετατοπίζεται γρήγορα στις επιχειρήσεις: τράπεζες όπως η UniCredit, αυτοκινητοβιομηχανίες όπως η Fiat και εταιρείες ενέργειας όπως η Eni πλήττονται από το πλαίσιο της στασιμότητας, αλλά δεν είναι αθώες. «Οι ιταλικές επιχειρήσεις είναι θύματα, αλλά και συνυπεύθυνες στη δημιουργία του προβλήματος», εξηγεί ο Σαρατσένο, υπογραμμίζοντας ότι σε καλές περιόδους οι επενδύσεις καθυστέρησαν, προτιμήθηκαν βραχυπρόθεσμα οφέλη και υπήρξε αντίσταση στην ψηφιακή και την πράσινη μετάβαση.

Αντί να πιέσουν για στοχευμένες δημόσιες επενδύσεις, προσθέτει, οι επιχειρήσεις συχνά αναζητούν επιδοτήσεις για να αντιμετωπίσουν το ενεργειακό κόστος, αντί να απαιτήσουν από την κυβέρνηση να κατευθύνει πόρους στη μεταρρύθμιση και τον εκσυγχρονισμό της παραγωγικής βάσης.

Σε ευρύτερο, ευρωπαϊκό επίπεδο, ο Σαρατσένο κρούει τον κώδωνα του κινδύνου: η Ευρώπη βρίσκεται «σε κρίσιμο σταυροδρόμι» και στερείται μιας σοβαρής, μακροπρόθεσμης στρατηγικής για να καλύψει το χάσμα με τους ανταγωνιστές. Η απουσία κοινής βιομηχανικής πολιτικής, η υποχρηματοδότηση σχεδίων και η εμμονή σε μέτρα που δεν αποδίδουν χωρίς μεγάλες επενδύσεις αποτελούν βασικά προβλήματα. Θυμίζει μάλιστα παλιότερες προτάσεις που έμειναν στο επίπεδο των δηλώσεων, όπως το «σύμφωνο ανταγωνιστικότητας», χωρίς ουσιαστική στήριξη.

Ο σχολιαστής επισημαίνει ακόμη ότι δεν βρίσκονται στο τραπέζι προτάσεις όπως ο κοινός δανεισμός ή πανευρωπαϊκά επενδυτικά προγράμματα, ούτε μια ουσιαστική μεταρρύθμιση του Συμφώνου Σταθερότητας που θα επέτρεπε μεγαλύτερο χώρο για παραγωγικές επενδύσεις. Την ίδια ώρα, ανταγωνιστές όπως η Κίνα και οι Ηνωμένες Πολιτείες σχεδιάζουν με ορίζοντα δεκαετιών και διοχετεύουν τεράστια κεφάλαια σε έρευνα, ψηφιακές και πράσινες υποδομές.

Η προειδοποίηση του Σαρατσένο είναι ξεκάθαρη: μέσα στα όρια της δημοσιονομικής σύνεσης, προτεραιότητα πρέπει να είναι οι επενδύσεις και η βιομηχανική πολιτική, όχι η εμμονή σε άκαμπτα νούμερα για μείωση χρέους και ελλείμματος. Η κοντόφθαλμη πολιτική κινδυνεύει να αφήσει την Ευρώπη πίσω, ενώ η μελλοντική ανάπτυξη, κατά τον ίδιο, θα προέλθει από τις πράσινες τεχνολογίες και την καινοτομία — και όχι από τις στρατιωτικές δαπάνες.

ΟΙ ΑΘΛΗΤΙΚΕΣ ΜΕΤΑΔΟΣΕΙΣ ΤΗΣ ΗΜΕΡΑΣ - ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ ΤΗΛΕΟΡΑΣΗΣ
ΟΙ ΑΘΛΗΤΙΚΕΣ ΜΕΤΑΔΟΣΕΙΣ ΤΗΣ ΗΜΕΡΑΣ