Επέστρεψε μόλις το προηγούμενο απόγευμα από τη Βενετία, αλλά το στούντιο του παραμένει ακόμα αποτύπωμα της παρουσίας του εκεί: μια ανοιχτή βαλίτσα με τον κατάλογο της έκθεσης, μια πλαστική ασπίδα που μοιάζει με αυτήν των ΜΑΤ —αν και τροποποιημένη— και διάσπαρτα πουφ που παραπέμπουν σε αρχαϊκούς κίονες. Τα δύο μεταλλικά μοντέλα του περιπτέρου, οι μικρογραφίες των πάνινων βιβλίων και η τελική μακέτα που ταξίδεψε στην 61η Μπιενάλε της Βενετίας μαρτυρούν ότι εδώ, μέχρι πρόσφατα, γινόταν εργαστηριακή δουλειά: δοκιμές, αλλαγές και η προετοιμασία του «Δωματίου απόδρασης».
Για τον Ανδρέα Αγγελιδάκη η συμμετοχή στην Μπενάλε δεν ήταν μια τυχαία κατάκτηση αλλά στόχος ζωής. «Η συμμετοχή αυτή ήταν στα θέλω μου. Για όλους τους καλλιτέχνες το εθνικό περίπτερο είναι πάντα ο στόχος. Αυτό ήταν το βραβείο, το βήμα να βγεις προς τα έξω. Τώρα υπάρχουν κι άλλοι θεσμοί, υπάρχει το Εθνικό Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης». Θυμάται πως είχε καταθέσει πρόταση και για το 2022 με επιμελήτρια την Κλέα Χαρίτου και αναγνωρίζει τη συνεισφορά του επιμελητή της φετινής πρότασης, Γιώργου Μπεκιράκη. Τόσο σίγουρος για το έργο του, λέει, που σκεφτόταν ακόμη και τι θα φορούσε στην τελετή απονομής του Χρυσού Λέοντα — αν και τελικά τα βραβεία ακυρώθηκαν και η επιτροπή παραιτήθηκε πριν την απονομή.
Η πρόθεση του Αγγελιδάκη ήταν ξεκάθαρη: ένα περίπτερο ανοιχτό, άμεσο, που να σπάει τη ρουτίνα του επισκέπτη και να μην δημιουργεί αποκλεισμούς. «Εγώ έκανα ένα περίπτερο που διευρύνει την έννοια του περιπτέρου. Δεν θα επέτρεπα ποτέ να δημιουργηθεί ουρά. Θέλω η είσοδος να είναι ελεύθερη και η πρόσβαση άμεση. Στο πάρτι των εγκαινίων δεν υπήρχαν προσκλήσεις. Με ενδιέφερε ένα περίπτερο που να δημιουργεί την αίσθηση στον επισκέπτη ότι βγήκε από την Μπιενάλε και ότι βρέθηκε στην ντισκοτέκ της γειτονιάς. Διότι κάνεις τον κόσμο να σκεφτεί όταν τον βγάζεις από τη ρουτίνα του».
Μέσα στο «Δωμάτιο απόδρασης» η εμπειρία είναι αισθητή: κόκκινα φώτα, έντονα φωτορυθμικά, βίντεο που αιχμαλωτίζουν την εικόνα του επισκέπτη, δάπεδο που δημιουργεί την αίσθηση άπειρου βάθους, πουφ δεμένα με αλυσίδες από την οροφή, πάνινα βιβλία όπου συνυπάρχουν πρόσωπα και αναφορές από τον Ζακ Κωστόπουλο και την Πέγκι Γκούγκενχαϊμ έως τον Ιωάννη Μεταξά και τον Γιάννη Τσαρούχη. Ο επισκέπτης μπορεί να ξαπλώσει, να χορέψει, να ψάξει πληροφορίες στο Διαδίκτυο ή απλώς να βυθιστεί στο κολάζ που συνέθεσε ο καλλιτέχνης — μια πρόσκληση σε περφόρμανς: οι ίδιοι οι επισκέπτες γίνονται μέρος του έργου.
Η ιστορία της χώρας είναι πυρήνας της δουλειάς του. «Η χώρα είναι το θέμα της δουλειάς μου, γι’ αυτό και χαρακτήρισα το έργο αυτό είναι προσωπικό. Δεν δείχνω την επίσημη εκδοχή της, αλλά τη δική μου Ελλάδα, τη δική μου αλήθεια για την Ελλάδα, όπως την έχω καταλάβει συγκεντρώνοντας υλικό από διάφορες πηγές. Είναι ένα έργο διαρκείας, όχι της ημέρας των εγκαινίων ή για κατανάλωση μισής ώρας. Είναι ένα ζωντανό περίπτερο, όπου επί οκτώ μήνες μπορεί κάποιος να αναζητά στοιχεία και πληροφορίες. Οι επισκέπτες ουσιαστικά κάνουν περφόρμανς όταν μπαίνουν στον χώρο, περιεργάζονται τα αντικείμενα και αναζητούν στοιχεία. Πιστεύω ότι η Ιστορία που μαθαίνουμε το σχολείο – και εγώ φοίτησα σε ελληνικό δημόσιο σχολείο – είναι απολύτως μονόπλευρη. Ξένοι ιστορικοί, για παράδειγμα, υποστηρίζουν ότι η Ελληνική Επανάσταση ήταν ανταλλαγή εξουσίας, όχι απελευθέρωση από το οθωμανικό κράτος, καθώς υπήρχε συμφωνία μεταβίβασης της Ελλάδας προς τις μεγάλες δυνάμεις της εποχής. Και παρόλο που υπάρχουν αρχεία σχετικά με αυτά τα θέματα δεν τα διδασκόμαστε. Πώς λέει ο Ακύλλας “Φέρτο”; Ε, ο Αγγελιδάκης λέει “Ψάξτο”. Ψάχνω τη χώρα μου».
Η πορεία προς τη Βενετία δεν ήταν άνετη: λίγες ημέρες πριν τα εγκαίνια μια δικαστική απόφαση ακύρωσε την υπουργική απόφαση επιλογής του, προκαλώντας προσωρινή αναστάτωση, αν και το υπουργείο Πολιτισμού τη χαρακτήρισε διοικητική αστοχία που τακτοποιήθηκε. Ο ίδιος σχολιάζει με την ειρωνεία του: «Μου άρεσε που η δίκη είχε οριστεί για τις 21 Απριλίου. Ηταν λες και το είχα σκηνοθετήσει. Δεν ασχολήθηκα περαιτέρω, διότι η μικροψυχία είναι το εθνικό μας χαρακτηριστικό. Την απόλυτη μικροψυχία άλλωστε την έχω τοποθετήσει στην είσοδο του περιπτέρου και δεν είναι άλλη από την περίπτωση της χαράκτριας Βάσως Κατράκη: έναν χρόνο μετά τη βράβευσή της στην Μπιενάλε της Βενετίας βρέθηκε εξόριστη στη Γυάρο».
Παράλληλα, η πολιτική διάσταση της Μπιενάλε και οι αντιδράσεις για τη συμμετοχή κάποιων κρατών βρέθηκαν στο προσκήνιο. Ο δημιουργός απέφυγε να υπογράψει επιστολές διαμαρτυρίας — όπως έκαναν άλλοι συνάδελφοι — εξηγώντας: «Αν υπέγραφα μια τέτοια επιστολή θα έπρεπε να μη συμμετέχω στην Μπιενάλε. Αν θεωρήσω ότι κρίνουμε τους καλλιτέχνες με βάση την πολιτική των κρατών από τα οποία προέρχονται, δεν θα έπρεπε να αφήσουμε να περάσει κανένας κρατικός καλλιτέχνης.» Ταυτόχρονα, δεν παραλείπει να ανεβάσει στην επιφάνεια εστίες της ελληνικής πραγματικότητας — Αγία Σοφία, εθνικός διχασμός, ελληνικός φασισμός, κρατική καταστολή — και να τα τοποθετήσει μέσα στο έργο του προς συζήτηση.
Η αισθητική επιλογή του περιπτέρου —κάποιες κριτικές μίλησαν για αναφορές σε ένα σαδομαζοχιστικού χαρακτήρα κλαμπ— δεν είναι τυχαία. «Βάζω γρίφους εξού και πρόκειται για “Δωμάτιο απόδρασης”. Δεν τους λύνω», λέει ο Αγγελιδάκης. Και όταν τον ρωτούν αν χωρίς λύση στον γρίφο ο επισκέπτης πώς θα βρει την έξοδο, απαντά: «Δεν χρειάζεται, διότι στη δική μου εκδοχή του σπηλαίου φυλακισμένη είναι η Ιστορία, όχι ο άνθρωπος. Θέτω ζητήματα που θέλω οι επισκέπτες να μπουν στη διαδικασία να αναρωτηθούν και να ψάξουν τι είναι αυτά, ποιον αφορούν, τι συνέβη. Δεν προτείνω λύση, προτείνω να βρούμε όλοι μαζί την έξοδο».
Στη διοργάνωση, ο ίδιος προβλέπει πως το βραβείο κοινού θα καταλήξει στην Αυστρία, και αναφέρεται με ενδιαφέρον στη μορφή της περφόρμανς της Φλορεντίνα Χόλτζιγκερ. Εν τέλει, η ελληνική συμμετοχή στην 61η Μπιενάλε εκπροσωπείται από τον Μητροπολιτικό Οργανισμό Μουσείων Εικαστικών Τεχνών Θεσσαλονίκης – MOMus.

